Την ώρα που στην Ελλάδα γίνεται έντονη συζήτηση ανάμεσα σε πολιτικούς κύκλους,κατά κύριο λόγο και όχι σε εκπαιδευτικούς- όπως ίσως θα περίμενε κανείς- σχετικά με την «αριστεία» και την επίδοση των μαθητών στα ελληνικά σχολεία, δημοσιεύεταιη έρευνα του LondonSchoolofEconomics (LSE).Συγκεκριμένα οι ερευνητές του LSE, ανασκοπώντας 61 μελέτες από χώρες του ΟΟΣΑ, συμπεριλαμβανομένης της Αυστραλίας, των ΗΠΑ, του Ηνωμένου Βασιλείου και της Γερμανίας, διαπιστώνουν ότι η φτώχεια αποτελεί αιτία αρνητικών κοινωνικών συμπεριφορών και γνωστικών αποτελεσμάτων. «Τα φτωχότερα παιδιά έχουν χειρότερα αποτελέσματα ακριβώς επειδή είναι φτωχά»αναφέρουν.

Με λίγα λόγια, διαπιστώνεται ακόμα μια φορά πως ησχολική επίδοση, εξαρτάται από κοινωνικούς, (εισόδημα, καταγωγή, κοινωνική θέση, φύλο)  και όχι από ατομικούς (ικανότητες, ευφυΐα, κλίσεις, ενδιαφέρον) παράγοντες όπως πιστεύεται από την πλειοψηφία όχι μόνο των μελών της κοινωνίας, αλλά και των γονέων και των εκπαιδευτικών. Δηλ. η άνιση σχολική επίδοση  είναιαποτέλεσμα κοινωνικών και όχι «νοητικών» ανισοτήτων. Η  άποψη σύμφωνα με την οποία, αποδίδεται η επίδοση των μαθητών σε νοητικές- έμφυτες ικανότητες επικρατεί από πολύ παλιά. Από την προσωπική μας εμπειρία όλοι γνωρίζουμε παιδιά των λαϊκών στρωμάτων, να έχουν  σπουδάσει στα Πανεπιστήμια. Βλέπουμε, όμως,σύμφωνα με το Γάλλο κοινωνιολόγο P. Bourdieu, «τα μεμονωμένα δένδρα της σχολικής επιτυχίας, που κρύβουν το δάσος της σχολικής αποτυχίας»(Bourdieu&Passeron, 1996:20). Ο ίδιος, εγκαινιάζει τον όρο «πολιτισμικό κεφάλαιο» (habitus). Εννοεί το μορφωτικό κεφάλαιο, το οποίο, μαζί με το οικονομικό και κοινωνικό, μεταβιβάζεται στους απογόνους από τους μορφωμένους γονείς,ασυνείδητα, με τη διαδικασία της  «ώσμωσης».Αποκτούν δηλ. τα παιδιά αξίες  και συνήθειες, «έξεις» (π.χ.φιλομάθεια, φιλαναγνωσία, αγάπη στις τέχνες κ.ά)οι οποίες είναι επιθυμητές  και ταιριαστές με την κουλτούρα του σχολείου. Η συμπεριφορά  αυτή συντελεί στην ακαδημαϊκή αριστεία. (Bourdieu&Passeron,  1996).  Σύμφωνα με διεθνείς έρευνες έχουν περισσότερες πιθανότητες, από τα παιδιά των λαϊκών στρωμάτων, να φοιτήσουν σε Ανώτατη Σχολή αυξημένου κύρους και να ασκήσουν ανάλογο επάγγελμα.

Έρευνες σε άλλα μέρη του κόσμου έρχονται να ενισχύσουν τις θεωρίες για τις εκπαιδευτικές ανισότητες. Από τη δεκαετία του 1960 στις ΗΠΑ, διαπιστώθηκε σε έρευνες, με επίκεντρο την έκθεση Κόουλμαν πως τα παιδιά των μειονοτήτων είχαν πολύ χαμηλότερη επίδοση στα γλωσσικά μαθήματα (Δραγώνα κ.ά., 2001).

Στην ελληνική πραγματικότητα, ήδη από τη δεκαετία του 1970, φαίνεται από μελέτες πως η κακή σχολική επίδοση συναντάται στα παιδιά των εργατικών λαϊκών στρωμάτων.Στοιχεία του ΥΠΕΠΘ (1994-95) αναφέρουν τη μαζική εμφάνιση μαθησιακών δυσκολιών  σε σχολεία υποβαθμισμένων συνοικιών των μεγάλων αστικών κέντρων καθώς και της Θράκης, με τησχολική διαρροή νααποτελεί τη βαρύτερη συνέπειά της: «Η πρόωρη σχολική εγκατάλειψη στη χώρα μας σημειώνει ύψη ρεκόρ την περίοδο της κρίσης». (Εφ.συν. 27.10.2016).

Η στατιστική έρευνα σε όλο τον κόσμο αποκάλυψε πως άριστοι μαθητές είναι τα παιδιά των προνομιούχων και κακοί μαθητές τα παιδιά των αγροτών, εργατών, τεχνιτών.

Όμως, από την άλλη μεριάαποκαλύπτεται το παράδοξοτης ελληνικής κοινωνίας.Η «μορφωσιογόνος» τάση για μεγαλύτερη ζήτηση της ανώτατης εκπαίδευσης, τη μεγαλύτερη στις χώρες της Ευρώπης,  κατά τον Κ. Τσουκαλά. Οι προσδοκίες της ελληνικής οικογένειας για κοινωνική άνοδο είχαν ως αποτέλεσμα παιδιά λαϊκής καταγωγής φοιτώντας στην ανώτατη εκπαίδευση, να επιδείξουν κοινωνική κινητικότητα.

Κοινό τόπο των παραπάνω αποτελεί το συμπέρασμα πως η αριστεία δεν είναι αποτέλεσμα νοητικών ικανοτήτων.Το εκπαιδευτικό σύστημα προφασίζεται πως  η ακαδημαϊκή επιτυχία εξαρτάται από την ατομική αξία. Ταξινομεί τους μαθητές με κριτήριο την επίδοση, χωρίς να  λαμβάνει υπόψη ότι εξαρτάται από κοινωνικούς παράγοντες. Η ταξινόμηση των μαθητών σε άριστους και κακούς  έχει σα συνέπεια τη  μη  αμφισβήτηση της άνισης κατανομής προνομίων, κύρους και εξουσίας. Μ αυτόν τον τρόπο νομιμοποιεί  την κοινωνική ανισότητα και τον αποκλεισμό των λαϊκών στρωμάτων από την κατοχή προνομίων. Συντελεί στην αναπαραγωγή των σχέσεων εξουσίας και του κοινωνικού κατεστημένου.

Αναστασία Πάτσιου

Κοινωνιολόγος

Πρ. Συλλόγου Ελλήνων Κοινωνιολόγων

Παράρτ. Δυτικής Μακεδονίας

 

Πηγές:

  1. ∆ραγώναΘ.,ΦραγκουδάκηΑ.&Σκούρτου Ε. 2001. Κοινωνικές ταυτότητες/ ετερότητες -κοινωνικές ανισότητες, διγλωσσία και σχολείο. Τόμος Α΄.Ε.Α.Π. Πάτρα .
  2. BourdieuP.,PasseronJ.Ch. (1996) Οι κληρονόμοι. Οι φοιτητές και η κουλτούρα. Ινστιτούτο του βιβλίου- Α. Καρδαμίτσα. Αθήνα. 1996.

 

 

Share This