Το κρασί της κουλτούρας ή η κουλτούρα του κρασιού;

Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή…

 

Το πρώτο φυτό ή αν θέλετε το πρώτο αμπέλι, βρέθηκε στη μακρινή Ισλανδία και χρονολογήθηκε πριν την τελευταία εποχή των παγετώνων. Πέρασε στην Ευρώπη, και συγκεκριμένα στην περιοχή του Καυκάσου και κάπου εκεί, περίπου 4500 χρόνια πριν τη γέννηση του θεανθρώπου, άρχισε και η εξημέρωση του μέχρι τότε άγριου φυτού της αμπέλου.

Το αρχαιότερο πατητήρι το οποίο σώζεται, βρίσκεται στο Μύρτο της Κρήτης. Έτσι λοιπόν , μπαίνει ο ελλαδικός χώρος στην ιστορία της αμπελοκαλλιέργειας και της οινοποίησης. Γνωρίζει άνθηση κατά την κλασσική εποχή η οποία συνεχίζεται μέχρι και τους αιώνες της ενετοκρατίας, μπαίνει στην εποχή της τουρκοκρατίας όπου η κάμψη είναι εμφανής (αλλά τότε ξεκινάει η άνοδος της ρακής και του τσίπουρου), έρχεται η φυλλοξήρα και η ταραγμένη περίοδος του πρώτου μισού του 20ου αιώνα που αποδεκατίζει τον ελληνικό αμπελώνα και φτάνει η περίοδος της αναγέννησης του τα τελευταία 30 χρόνια. Οι νέες γενιές των ελλήνων οινοποιών και αμπελουργών έχουν γαλλική παιδεία και πλέον η οινοποίηση ανάγεται σε επιστήμη. Και αποκτά κουλτούρα το κρασί.

Ο καταναλωτής γίνεται δεκτικός στις προτάσεις σερβιρίσματος, τα σημεία πώλησης παρέχουν πληροφορίες σχετικές με την παραγωγή του εκάστοτε κρασιού και η κατανάλωση οίνου έχει πάρει την ανιούσα. Ώσπου μια μέρα μας χτύπησε την πόρτα το μνημόνιο…

Το κρασί για τα επόμενα χρόνια σαφώς ευνοήθηκε, αφού είδε τον ανταγωνισμό (αποστάγματα δηλαδή) να αυξάνει τις τιμές του λόγω της επιβολής του ειδικού φόρου κατανάλωσης. Η αύξηση της ζήτησης, η οποία είχε ξεκινήσει ήδη 10 με 15 χρόνια πριν αλλά οι ρυθμοί γίναν εκθετικοί, ήταν φυσικό επακόλουθο, όπως και ανάγκη για μεγαλύτερες ποσότητες σε μικρότερο χρόνο. Όπως όλα τα πράγματα στη ζωή, έτσι κι αυτό, είχε συνέπειες, με κυριότερη αυτήν της έκπτωσης της ποιότητας προς όφελος της ποσότητας.

 

 

Η οινοποίηση, είτε πρόκειται για λευκό, είτε για ροζέ, είτε για κόκκινο κρασί θέλει κυρίως δυο πράγματα: υπομονή και κατάλληλες συνθήκες.

Όταν πιέζεις κάποιο από τα δυο, η ποιότητα φθίνει. Έτσι λοιπόν, βγάζοντας πλέον πολλαπλάσιες ποσότητες κρασιού, η γεύση άρχισε να χάνεται και η μυρωδιά απλά θύμιζε κρασί. Η λύση για να μη γίνει όλο αυτό ξύδι και ζημιωθεί ο παραγωγός, ήταν η προσθήκη ζάχαρης (όλοι ξέρουμε την ετικέτα μεγάλου οινοποιείου που θυμίζει «καραμέλα»…) και η πώλησή του ως «χύμα». Η λέξη χύμα, χονδρικά, απελευθερώνει τον παραγωγό από κάθε υποχρέωση αναγραφής στο μπουκάλι της ποικιλίας του σταφυλιού και το τόπου προέλευσης. Με άλλα λόγια, δε σου δίνει λογαριασμό αν παίρνει τα σταφύλια από τη Βουλγαρία, τα Σκόπια, τη Μολδαβία ή αν τα καλλιεργεί ο ίδιος ή το κρασί παράγεται αλλού και εδώ λαμβάνει χώρα απλά η εμφιάλωση. Να σημειώσω εδώ πως κάθε χώρα έχει δικούς της κανόνες καλλιέργειας και παραγωγής γεωργικών προϊόντων, οπότε δε γνωρίζεις αν χρησιμοποιήθηκαν φυτοφάρμακα κατά τη διάρκειά της. Επίσης, το ίδιο ισχύει και για τη διαδικασία της οινοποίησης. Καταλάβατε που το πάω, σωστά;

Ακόμα και το κρασί λοιπόν , με ιστορία χιλιετιών στην πλάτη του, έχει γίνει κομμάτι της μαζικοποιημένης pop κουλτούρας της εποχής μας. Συνήθως το θέλουμε φθηνό, λευκό, να γλυκίζει και να έχει και ωραίο χρώμα, έντονο και διαυγές. Η ετικέτα, ο παραγωγός, η ποικιλία και η διαδικασία της οινοποίησης μας αφήνουν αδιάφορους. Αλήθεια όμως, το hangover πόσο λέτε να κόστιζε αν είχε τιμή; Τόσο όσο η διαφορά τιμής του επώνυμου με τον ανώνυμο οίνο λέω εγώ, πάντα μέσα σε λογικά πλαίσια, χωρίς υπερβολές, για να προλάβω όσους προτρέξουν στο επιχείρημα της ύπαρξης πολύ ακριβών κρασιών ή στην πολύ μεγάλη κατανάλωση…

Κλείνοντας, θα ήθελα να σας μεταφέρω τα λόγια ενός γνωστού οινοποιού και αποσταγματοποιού της Βόρειας Ελλάδας. Του ζητήθηκε να πιεί ένα ποτήρι κρασί ανταγωνιστικής ετικέτας και εκείνος είπε: «Αν έχει φελλό και ετικέτα, δεν είναι ανταγωνιστής αλλά συνοδοιπόρος».

Η πεμπτουσία αυτής της φράσης είναι πως η τιμή ενός μπουκαλιού περιλαμβάνει εκτός από το περιεχόμενο, τις γνώσεις του δημιουργού του, τον κόπο του και την ειλικρίνειά του, λέγοντας σε όλους ποιος είναι, τι έφτιαξε, που το έφτιαξε και πως το έφτιαξε, κάτι που εκπέμπει πολιτισμό και κουλτούρα. Κουλτούρα είναι η αναγνώριση της διαφορετικότητας και η παραδοχή της ύπαρξης ποιοτικής κλίμακας απαλλαγμένης από τις προσωπικές μας επιλογές. Η απάντηση στον τίτλο του άρθρου είναι πως υπάρχουν και τα δυο. Η επιλογή όμως εξαρτάται από την κουλτούρα του καθενός.


Γιώργος Μανδραβέλλης

Οινολόγος

 

Share This