Μπήκα μέσα και χαιρέτισα με την χαρά και την ξεγνοιασιά που σου δίνει ένα ηλιόλουστο Σαββατιάτικο πρωινό. Μια βουβαμάρα στον χώρο κατάπιε την θετική ενέργεια, σαν γέλιο σε πένθιμο τραγούδι. Βρέθηκα τη λάθος στιγμή, την πιο ακατάλληλη, ίσως όμως να βρέθηκα και την καταλληλότερη. Δεν χρειάστηκε πολύς χρόνος για να καταλάβω, εκείνη θα είχε στριφογυρίσει στο μυαλό της τη στιγμή χιλιάδες φορές, δεν θα είχε κοιμηθεί, θα ανησυχούσε, θα είχε στεναχωρηθεί, θα ήταν αναγκαίο κακό για εκείνη, θα προετοιμαζόταν καιρό ίσως και όχι. Το ψαλίδι έκοψε τα μακριά μαλλιά της, μια διαδικασία επώδυνη, απαραίτητη προεργασία, για το ξεκίνημα της χημειοθεραπείας. Και έφυγα άρον άρον δεν χωρούσα στην δική της στιγμή. Και ένιωσα μια σφαλιάρα δυνατή, τόσο δυνατή που παραμιλούσα κατηφορίζοντας προς το σπίτι.

Και είναι τόσο νέα… Άρε καρκίνε που κλέβεις όνειρα, αλλάζεις ζωές, καταστρέφεις μέλλον και αγοράζεις παρόν. Δεν είσαι ευπρόσδεκτος και ούτε θα γίνεις ποτέ. Η εικόνα του σε μουδιάζει, σε ακινητοποιεί, δεν σου αφήνει χώρο για σκέψεις. Αλλά έρχονται σαν σίφουνας όλες οι σκέψεις μαζί απρόσκλητες, όλα τα κλισέ που λες και ξαναλές και που ξεχνάς μετά από λίγο. «Είναι να μη σου τύχει, αυτά είναι τα χειρότερα, και εμείς που στεναχωριόμαστε για μικροπράγματα, μα αυτά τα μικροπράγματα είναι και πολύτιμα, πάνω απ’όλα την υγεία μας να έχουμε και σταυροκοπιέσαι, να σου και η συνήθεια με την ακατανίκητη δύναμη της». Και μετά το χαστούκι, το μάθημα, ο απολογισμός, η αλλαγή απέναντι στην δύναμη της εικόνας. Τόσο δυνατή όσο το μπήξιμο του ψαλιδιού στην καρδιά. Και μερικά δάκρυα να ξεφεύγουν στον δρόμο, μια σκοτείνια μέσα στην ψυχή σου, ξύπνησαν όλα για να σου υπενθυμίσουν την ανθρώπινη φύση και την αδυναμία σου.

Μα μπορεί να συμβεί στον καθένας μας, όλοι εν δυνάμει ασθενείς, μα πως μπορείς να προετοιμαστείς; Ποτέ δε θα είσαι έτοιμος… Και μια δύναμη που σε σπρώχνει να γίνεις ήρωας της δικής σου ιστορίας, μια δύναμη που είναι να την θαυμάζεις και να την παραδέχεσαι. Ο καθένας παλεύει αλλιώς, άλλο στοίχημα έχει, το δικό του! Και έκανα τη διαδρομή μέχρι το σπίτι με ένα ψαλίδι μπηγμένο στην καρδιά, μα όταν έφτασα και άνοιξα την πόρτα έκανα μια σφιχτή αγκαλιά, τέτοια που δεν ξεχνάς εύκολα και σιώπησα και δεν είπα τίποτα μονάχα είδα ένα λαμπερό χαμόγελο απέναντι και μου έφτασε.

Ξέχασα για λίγο την εικόνα, αλλά δε με ξέχασε εκείνη  αφού με επισκέφτηκε ξανά και ξανά μέχρι να ξημερώσει… 

 

 

 

Share This