Θωμά Περ. Αλεξιάδη

Δρ Ιστορίας του Νέου Ελληνισμού Α.Π.Θ.

 

Tι είναι εθνική εκκαθάριση και τι γενοκτονία.

Ο ορισμός της εθνική εκκαθάρισης, από τον καθηγητή της Γλωσσολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών Γ. Μπαμπινιώτη[1],  είναι ο εξής: η βίαιη μετακίνηση των μελών μιας εθνότητας από μια περιοχή ή / και ο αφανισμός τους, η μαζική εξόντωσή τους, και ο ορισμός της γενοκτονίας είναι ο εξής: η συστηματική και ολοκληρωτική εξόντωση φυλής ή έθνους. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο ορισμός της λέξης γενοκτονία είναι νομικός όρος και χρησιμοποιήθηκε το 1948 στη Σύμβαση του Ο.Η.Ε., που υπήρξε ομόφωνη, για την πρόληψη και την καταστολή του εγκλήματος της γενοκτονίας. Ο όρος αυτός καθιερώθηκε από το Ραφαήλ Λέμκιν, καθηγητή  του Πανεπιστημίου του Γέιλ – Πολωνοεβραίο στην καταγωγή, για να περιγράψει το έγκλημα της μαζικής εξόντωσης των Εβραίων από τους Ναζί κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Ο Λέμκιν, για να υποστηρίξει την άποψή του, αναφέρθηκε στις μαζικές σφαγές και στην εξόντωση των Ελλήνων και των Αρμενίων της Οθωμανικής αυτοκρατορίας  από τους Νεότουρκους.  Στο άρθρο 2 η σχετική Σύμβαση αναφέρει ότι: Στην παρούσα Σύμβαση ως γενοκτονία νοείται οιαδήποτε εκ των κατωτέρω πράξεων, ενεργουμένη  με πρόθεση ο λ ι κ ή ς ή μ ε ρ ι κ ή ς καταστροφής ομάδος εθνικής, εθνολογικής, φυλετικής ή θρησκευτικής, με έναν από τους παρακάτω τρόπους:

Φόνος μελών της ομάδος

– Σοβαρή βλάβη της σωματικής ή διανοητικής ακεραιότητας των μελών της ομάδος

– Εκ προθέσεως υποβολή της ομάδος σε συνθήκες που μπορούν να επιφέρουν την   πλήρη ή μερική σωματική καταστροφή της

– Μέτρα που αποβλέπουν στην παρεμπόδιση των γεννήσεων στους κόλπους ορισμένης ομάδος

– Αναγκαστική μεταφορά παιδιών μιας ομάδας σε άλλη ομάδα

Ξεκαθαρίζεται, με απόλυτο και σαφή τρόπο, από τον Ο.Η.Ε. με ποια κριτήρια μια εθνοκάθαρση χαρακτηρίζεται γενοκτονία. Στην περίπτωση των Ελλήνων του Πόντου εφαρμόστηκαν και οι πέντε ανωτέρω μέθοδοι σε βάρος του άμαχου πληθυσμού.

 

 

 

Μια σύντομη ιστορική αναδρομή στα τραγικά γεγονότα εκείνης της περιόδου (1914-1922), με αντιπροσωπευτικά γεγονότα, θα μας βοηθήσει να κατανοήσουμε τους παραπάνω όρους.

Οι εθνικές εκκαθαρίσεις σε βάρος των Ελλήνων του Πόντου εκτυλίχθηκαν σε δύο φάσεις. Η πρώτη εθνική εκκαθάριση μεταξύ των ετών 1914-1918 και συμπίπτει με το τέλος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, και η δεύτερη εθνική εκκαθάριση μεταξύ των ετών 1919-1922 και την τραγική κατάληξη της Μικρασιατικής εκστρατείας. Στην πρώτη φάση ηγέτες και εμπνευστές της ήταν οι Νεότουρκοι Εμβέρ, Ταλαάτ, Τζεμάλ και Νιαζί. Στη δεύτερη, και απανθρωπότερη φάση, εμπνευστής της ήταν προσωπικά ο Μουσταφά Κεμάλ.

Οι Νεότουρκοι, μετά το στρατιωτικό κίνημα του 1908, και την ανατροπή του σουλτάνου, αποσκοπούσαν να σώσουν την καταρρέουσα Οθωμανική αυτοκρατορία, προκαλώντας ένα μεγαλοτουρκικό εθνικιστικό φανατισμό, που ωστόσο καλυπτόταν αρχικά από τα συνθήματα της προόδου και της ισονομίας ανάμεσα στους Τούρκους και στις χριστιανικές μειονότητες[2]. Οι Νεότουρκοι εξέφραζαν την ανερχόμενη αστική τάξη της Τουρκίας, προσπαθούσαν να δημιουργήσουν ένα σύγχρονο, καθαρά τουρκικό κράτος, εξοντώνοντας οικονομικά και κατά φυσικό τρόπο τις χριστιανικές μειονότητες που δε θα δέχονταν να τουρκοποιηθούν.

Οι Νεότουρκοι, με αφορμή και το Κρητικό Ζήτημα (1909), έβαλαν στο περιθώριο τις διακηρύξεις τους για ισότητα και αδελφοσύνη, και επιχείρησαν την οικονομική αποδυνάμωση των Ελλήνων, οι οποίοι ήταν η ισχυρότερη οικονομική εθνότητα. Στα πλαίσια της εκτουρκιστικής πολιτικής τους, στόχευαν στην αντικατάσταση των Ελλήνων από μια καθαρά τουρκική αστική τάξη. Σε αυτή την προσπάθειά τους βρήκαν αρωγό τη Γερμανία, η οποία ήθελε να διεισδύσει στην περιοχή και να εκτοπίσει την Αγγλία και τη Γαλλία, με τις οποίες συνδέονταν η οικονομική δραστηριότητα των Ελλήνων της Μικράς Ασίας. Στόχος των Νεοτούρκων ήταν η αλλαγή των ισορροπιών, με την αύξηση των οικονομικών συναλλαγών τους με τη Γερμανία.

Ο Νεότουρκος πρεσβευτής στην Αθήνα Αχμέτ Ριζά, το 1909, αναφερόμενος στο θέμα των Ελλήνων της Μικράς Ασίας, τόνιζε ξεκάθαρα ότι έπρεπε να τελειώνει το θέμα με τη σύγχυση των δύο εθνικοτήτων, ότι οι Έλληνες της Αυτοκρατορίας όφειλαν να συνειδητοποιήσουν ότι είναι Τούρκοι και όχι Έλληνες, και ότι το Οικουμενικό Πατριαρχείο όφειλε να μην αποτελεί εστία του Ελληνισμού[3].

Στις 26.6.1909, ο Γερμανός πρεσβευτής στην Κωνσταντινούπολη Miguel ενημέρωνε το Βερολίνο για τη συνάντηση του Οικουμενικού Πατριάρχη Ιωακείμ Γ΄ με τον αρχιστράτηγο Σεφκέτπασα, η οποία είχε δραματική εξέλιξη. Ο πνευματικός ηγέτης των Ορθοδόξων χριστιανών της Οθωμανικής αυτοκρατορίας απειλούνταν από ένα σημαντικότατο Νεότουρκο αξιωματούχο, με τις εξής φράσεις: … Θα σας κόψουμε τα κεφάλια, θα σας εξαφανίσουμε[4]. Ο Σεφκέτπασα δεν απειλούσε μόνο με εξόντωση τον Ελληνισμό, αλλά ψυχρά ομολογούσε, και τον τρόπο με τον οποίο θα επιτυγχανόταν το αποτρόπαιο έγκλημα από τους Νεότουρκους.

Στο τρίτο ετήσιο συνέδριό τους, από το Σεπτέμβριο μέχρι τον Οκτώβριο του 1911, οι Νεότουρκοι έδωσαν το στίγμα της σοβινιστικής πολιτικής τους με το σύνθημα: Η Τουρκία στους Τούρκους. Πρότειναν, επίσης, τα μέσα με τα οποία θα υλοποιούσαν την εθνοκάθαρση: … Πρέπει να φροντίσουμε να τους ελαττώσουμε αριθμητικά, και τελικά να τους εξοντώσουμε ξεκαθαρίζοντας την τουρκική γη, ώστε να μη μας αποσπούν και άλλα εδάφη[5]. Οι Νεότουρκοι καλλιεργούσαν απροκάλυπτα την ιδέα της φυσικής εξόντωσης των χριστιανών, προκειμένου να μην μπορούν να διεκδικήσουν ποτέ την ιστορική πατρίδα τους. Απλά περίμεναν την κατάλληλη συγκυρία και τηρούσαν τα προσχήματα.

 

 

Οι Βαλκανικοί Πόλεμοι προκλήθηκαν από την απειλή τουρκοποίησης των χριστιανικών πληθυσμών από τους Νεότουρκους. Κατά τη διάρκεια, και μετά το τέλος των Βαλκανικών Πολέμων, οι Νεότουρκοι άρχισαν να ασκούν πιέσεις στους Έλληνες υπηκόους της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, και να τους εκφοβίζουν με κηρύγματα των χοτσάδων, με ανθελληνικά άρθρα του νεοτουρκικού τύπου, αλλά και με λόγους των προπαγανδιστών του κομιτάτου. Η προπαγάνδα αυτή είχε ως κοινό θέμα τις δήθεν ωμότητες των Ελλήνων κατά των  Οθωμανών αιχμαλώτων και του μουσουλμανικού πληθυσμού των απελευθερωμένων περιοχών, με στόχο τη δημιουργία εχθρικού κλίματος εναντίον των Ελλήνων και παράλληλη τόνωση του τουρκικού αισθήματος. Η κατευθυνόμενη αυτή προπαγάνδα του κομιτάτου δημιούργησε το κατάλληλο ανθελληνικό κλίμα, ώστε να εφαρμόσει την ειλημμένη απόφασή του για διωγμό και εξόντωση των Ελλήνων, μετά και τις απώλειες του μεγαλύτερου μέρους των βαλκανικών κτήσεων, που οδήγησαν στην οριστική και απόλυτη επικράτηση του τουρκικού σοβινισμού, για τη δημιουργία ακραιφνούς τουρκικού κράτους. Η απόφαση πάρθηκε στο συνέδριο του Κομιτάτου ΄Ενωσις Πρόοδος το Σεπτέμβριο μήνα του 1913. Για τους μουσουλμανικούς πληθυσμούς, που δεν ήταν τουρκικοί, προβλέπονταν ο πλήρης εκτουρκισμός τους, ενώ για τους Έλληνες και τους Αρμενίους προβλέπονταν η εκδίωξη ή η εξολόθρευσή τους[6].

Μετά τους Βαλκανικούς πολέμους και τις απώλειες του μεγαλύτερου μέρους των βαλκανικών κτήσεων των  Οθωμανών, η εγκατάσταση Αλβανών και άλλων μουσουλμάνων της Βαλκανικής στα χριστιανικά χωριά της Αμισού και της Πάφρας, με την υπερπήδηση των ενδιάμεσων μουσουλμανικών, τα οποία μπορούσαν να επαρκέσουν για την εγκατάσταση των πάνω από δεκαπέντε χιλιάδες ομοθρήσκων τους προσφύγων στη γενικότερη περιφέρεια Πάφρας – Αμισού, επιτεύχθηκε δια της βίας[7]. Από αναφορά του υποπρόξενου της Αμισού φαίνεται ότι η ιδιαιτερότητα στην Πάφρα, κατά την εγκατάσταση των  Βαλκάνιων προσφύγων, έγκειται στο γεγονός ότι η εγκατάστασή τους έγινε, σε πολλές περιπτώσεις, μέσα στα σπίτια των Ελλήνων, με την υποχρέωση να τους διατρέφουν.  Ο αστυνομικός διευθυντής δήλωσε ότι η εγκατάσταση θα ήταν οριστική, θα γινόταν με τη βία, και όποιοι δεν ήθελαν να έφευγαν για την Ελλάδα. Οι κάτοικοι της Πάφρας συνέχισαν να αρνούνται την εγκατάσταση των Αλβανών προσφύγων, απειλώντας τη ζωή τους[8].

Το Πατριαρχείο, ανήμπορο να βοηθήσει το ελληνοχριστιανικό στοιχείο στις απρόκλητες και απροσχημάτιστες βίαιες επιθέσεις των Νεοτούρκων σε ολόκληρη τη Μικρά Ασία, σε ένδειξη πένθους κήρυξε το Μάιο του 1914 την Εκκλησία και την παιδεία υπό διωγμό, κλείνοντας τις εκκλησίες και τα σχολεία και καταγγέλλοντας στις Μεγάλες Δυνάμεις τους διωγμούς[9]. Η στάση του Οικουμενικού Πατριαρχείου θορύβησε τη νεοτουρκική ηγεσία, η οποία ζητούσε με επίμονες πιέσεις, προς τους βουλευτές και γερουσιαστές, να ανοίξουν οι εκκλησίες και τα σχολεία. Η θέση του Πατριάρχη ήταν σαφής και αποστομωτική: Το κλείσιμον των εκκλησιών είναι εκδήλωση πένθους και το πένθος θα λήξει όταν παύσουν οι διωγμοί[10]. Η απόφαση του Πατριάρχη ήταν απόλυτα αφοπλιστική και απέρρεε από τη γενναιοψυχία και την αυτοθυσία του ηγέτη της Ορθοδοξίας. Μετά από έντονες πιέσεις και του Ρώσου πρέσβη, που έβλεπε τα σύννεφα του πολέμου να πλησιάζουν, ο Πατριάρχης κατέθεσε εγγράφως τις συγκεκριμένες προτάσεις του, οι οποίες εστιάζονταν στην προστασία του ποιμνίου του[11].

Στις αρχές Ιουνίου του 1914, στους Οθωμανούς μουχτάρηδες της περιοχής Πάφρας – Αμισού εστάλησαν ενσφράγιστες επιστολές με την απειλή να αποσφραγισθούν αυτές, όταν δοθεί το σύνθημα. Σύμφωνα με τη διαταγή αυτή, 3.000 μουσουλμάνοι πρόσφυγες, οι οποίοι ήταν εγκατεστημένοι στα χριστιανικά χωριά και τα πανδοχεία: … Ανέμενον την κατάλληλον στιγμήν όπως επιτεθώσι κατά των, ως άνω, χωρίων προς επιτέλεσιν του απαισίου αυτών έργου[12]. Το έργο αυτό αποσκοπούσε στη φυσική εξόντωση του ελληνικού στοιχείου με τον πιο ωμό και αποτρόπαιο τρόπο από τους πρόσφυγες των Βαλκανίων – κυρίως Αλβανούς, σύμφωνα πάντα με τις εντολές των σοβινιστών Νεοτούρκων. Η υλοποίηση του εγκληματικού αυτού σχεδίου αναβλήθηκε προσωρινά.

Η έκρηξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου ματαίωσε όλες τις συμφωνίες, και σήμανε την αρχή της νέας τραγωδίας του Ελληνισμού στον Πόντο. Την ίδια εποχή, στην Ελλάδα επικρατούσε κλίμα γενικής ευφορίας, μετά τους νικηφόρους πολέμους του 1912-1913, που είχαν αποφέρει τον εδαφικό και πληθυσμιακό διπλασιασμό της.          Η γιγαντιαία αυτή αλλαγή της Ελλάδος και η προοπτική επέκτασής της προς τα ανατολικά, σε τόπους όπου υπήρχε συμπαγές ελληνικό στοιχείο, όπως στον Πόντο, και ειδικότερα στο δυτικό Πόντο, αποτέλεσε το βρόγχο στον Ποντιακό Ελληνισμό, εξαιτίας του συνεχώς αυξανόμενου νεοτουρκικού σοβινισμού. Η ταπείνωση της Τουρκίας κατά τους Βαλκανικούς Πολέμους, οπότε έχασε το σύνολο σχεδόν των βαλκανικών κτήσεών της, επέτεινε την κατάσταση.

Το 1916 άρχιζε η συστηματική εξόντωση των Ελλήνων. Στις 16 Ιουλίου 1916 ο Γερμανός πρόξενος της Αμισού Kückhoff ανέφερε στο Υπουργείο Εξωτερικών, στο Βερολίνο, τα εξής: … Από αξιόπιστες πηγές, ολόκληρος ο πληθυσμός της Σινώπης και της παραλιακής περιοχής της επαρχίας Κασταμονής έχει εξοριστεί. Εξορία και εξολόθρευση είναι στα τουρκικά η ίδια έννοια, γιατί όποιος δεν δολοφονείται, πεθαίνει ως επί το πλείστον από τις αρρώστιες και την πείνα[13]. Αυτά τα αναφέρουν στα επίσημα έγγραφά τους οι Γερμανοί φίλοι και σύμμαχοι των Νεοτούρκων και όχι κάποιοι ουδέτεροι ή αντίπαλοί τους.

Ο Αυστριακός υποπρόξενος της Αμισού Kwiatkowski ενημέρωνε τον υπουργό Εξωτερικών της Αυστρίας Burian για τις πρόσφατες αποφάσεις του μουτασαρίφη της Αμισού Ραφέτμπεη, ως εξής: … Στις 26 Νοεμβρίου ο Ραφέτ μπέης μου είπε, τελικά με τους Έλληνες πρέπει να ξεκαθαρίσουμε όπως και με τους Αρμένιους… Στις 28-11-1916 μου είπε ο Ραφέτ μπέης, πρέπει τώρα να τελειώνουμε με τους Έλληνες. Έστειλα σήμερα στα περίχωρα τάγματα για να σκοτώσουν κάθε Έλληνα που συναντούν στον δρόμο. Φοβάμαι την απέλαση ή την εξορία του συνολικού ελληνικού πληθυσμού και την επανάληψη των περσινών παραδειγμάτων[14]. Και οι Αυστριακοί που αναφέρουν αυτές τις τραγικές αλήθειες είναι φίλοι και σύμμαχοι των Νεοτούρκων.

 

 

Οι εκτοπισμοί, όμως, είχαν αρχίσει στις 28 Απριλίου 1916, δέκα μέρες μετά την είσοδο του ρωσικού στρατού στην Τραπεζούντα, από τα χωριά της περιοχής Ματσούκας. Ακολούθησαν όλες οι παράλιες και μεσόγειες πόλεις και τα χωριά του Πόντου. Τρίπολη, Κερασούντα, Νικόπολη, Κοτύωρα, Οινόη, Φαδησάνη, Αμισός, Πάφρα, Κάβζα, Σινώπη.  Το πρόβλημα, όμως, δεν ήταν μόνο οι εκτοπισμοί. Ληστείες ανθρώπων, κτηνών, οικοσκευών, τρομοκρατία, σφαγές γυναικών και παιδιών, βιασμοί ενώπιον συζύγων, βιασμοί παρθένων και δεκάχρονων κοριτσιών, απαγωγές, σκίσιμο γυναικείων κοιλιών, αποκοπές ώτων, χειρών, ρινών, μη ενταφιασμός των πτωμάτων, θάνατοι από πείνα, θάνατοι από ψύχος, πυρπόληση οικιών, όργια και φρικαλεότητες, σφαγές και σταύρωμα ιερέων, βιασμός των συζύγων τους, θάνατοι από ξυλοδαρμό, βεβήλωση εκκλησιών, πυρπόληση χωριών, ομαδικοί βιασμοί και φόνοι γυναικοπαίδων, ανασκολοπισμοί ιερέων, υπό βαρύτατο χειμώνα υποχρεωτική αποστολή σε λουτρώνες,  αρπαγή γυναικών και κοριτσιών, και η ένταξή τους σε τουρκικά χαρέμια, κατά τη διάρκεια των εκτοπισμών. Το μέγεθος αυτό, το οποίο δεν μπορεί να υπολογιστεί επακριβώς, κατέγραψε η Μαύρη Βίβλος του Οικουμενικού Πατριαρχείου μόνο για την πρώτη, νεοτουρκική, περίοδο των διωγμών[15].   Ενδεικτικά αναφέρω τι συνέβη μόνο στην Άνω Αμισό. Οι χωροφύλακες χτυπώντας τις πόρτες των σπιτιών, με πρόσχημα κάποια ομιλία του διοικητού της πόλης, συγκέντρωσαν όλους τους κατοίκους με τις γυναίκες και τα παιδιά, χωρίς να εξαιρεθεί κανείς. Ούτε και οι άρρωστοι. Τους συνέλαβαν όλους και τους έκλεισαν στους στρατώνες. Το ίδιο έπραξαν και στο προάστιο Ηλιάσκιοϊ, το οποίο βρίσκεται αμέσως μετά την Άνω Αμισό.

Όλοι αυτοί οι γέροντες, οι άνδρες, οι γυναίκες, τα παιδιά, οι ασθενείς, οι λεχώνες με τα μωρά, με μπλούζες και παντόφλες όπως ήταν, ένα σύνολο τεσσάρων χιλιάδων ανθρώπων, τους εκτόπισαν γυμνούς και άσιτους, χωρίς άμαξες και υποζύγια στην Ανατολή. Περνώντας μέσα από χιονισμένα βουνά, τα νήπια, οι γέροντες αλλά και οι οικογένειες στρατιωτών, που πέθαναν στον πόλεμο ή των οποίων οι άνδρες εργάζονταν στα αμελέ ταμπουρού (τάγματα εργασίας – τάγματα θανάτου), αποδεκατίστηκαν από το λευκό θάνατο. Οδηγούνταν σαν πρόβατα επί σφαγήν. Διαδραματίστηκαν, όμως, και φρικτά γεγονότα σε όσους έμειναν πίσω. Η 19χρονη Ουρανία Ανταβάλογλου, μόλις συνέλαβαν τον πατέρα της, έπεσε νεκρή. Η 17χρονη Ευφροσύνη Γαροφαλίδου, της οποίας ο αδελφός υπηρετούσε στα αμελέ ταμπουρού, μη βρίσκοντας τη χήρα μάνα της, η οποία είχε εξοριστεί μαζί με τους άλλους, παραφρόνησε. Όσοι από τους ασθενείς ήταν κατάκοιτοι και δεν μπορούσαν να εκτοπιστούν, πέθαναν από ασιτία. Τρεις τέτοιες γυναίκες βρέθηκαν νεκρές, αλλά και μωρά στα λίκνα τους. Αμέσως μετά τον εκτοπισμό, άρχισε η λεηλασία των κτηνών, των υποζυγίων, των κοσμημάτων, των φορεμάτων και γενικά ό,τι βρισκόταν μέσα στα σπίτια[16]. Από τους 3.640 κατοίκους επέστρεψαν κατά την Ανακωχή μόνο 510 και από τα 450 σπίτια σώζονταν μόνον 100 ημικατεστραμμένα[17]. Ένα πολύ σημαντικό θέμα της νεοτουρκικής εθνοκάθαρσης είναι και η αρπαγή μικρών παιδιών, κυρίως κατά τις εκκαθαριστικές επιχειρήσεις του τουρκικού στρατού και των τσετών στα βουνά και η ένταξή τους σε τουρκικές οικογένειες. Μόνο στο ορφανοτροφείο της Αμισού βρίσκονταν 600 ορφανά ελληνόπουλα, κατά τη διάρκεια της Ανακωχής, στα τέλη του 1918, πολλά από τα οποία είχαν ήδη υποστεί περιτομή[18]. Σε 200.000 υπολογίζονται τα θύματα της νεοτουρκικής εθνοκάθαρσης.

Το Νοέμβριο του 1918 ο πρωθυπουργός Νταμάντ Φερίντ, στη συνεδρίαση της γερουσίας, καταδίκασε τα εγκλήματα των Νεοτούρκων με τη φράση: Τα γενόμενα κακουργήματα είναι πρωτοφανή ου μόνον εις την οθωμανικήν ιστορίαν αλλά και εις την ανθρωπότητα σύμπασα[19],ενώ ο Οθωμανός στρατηγός Μουσταφά, πρώην στρατοδίκης, κατακεραύνωσε μέσα στην αίθουσα του στρατοδικείου τους Νεότουρκους, φωνάζοντας: … Αυτοί οργάνωσαν τας σφαγάς και τους διωγμούς, έκαυσαν δια πετρελαίου εις τας αγκάλας των μητέρων τα θηλάζοντα νήπια, απέσπασαν τας συζύγους από τους συζύγους και τας θυγατέρας από τους γονείς, αυτοί διήρπασαν τας ακινήτους και κινητάς περιουσίας, εξόντωσαν και εξηφάνισαν εις τα όρη και τας χαράδρας ως αγέλας προβάτων, κατασφάξαντες αυτούς. Οικογενείας αι οποίαι διεβίων με όλην την άνεσιν και ευμάρειαν, επεβίβασαν αθώους εις τας λέμβους και τους έρριψαν εις την θάλασσαν, ηνάγκασαν τους μη μουσουλμάνους, ευπειθείς εις το κράτος να εγκαταλείψωσι την πατρώαν αυτών θρησκείαν κατά τρόπον απαγορευμένον από την Ισλαμικήν θρησκείαν[20]. Λακωνική και ρεαλιστική η ομολογία του πρωθυπουργού και του στρατηγού, μόνο που δεν πρόκειται για κακουργήματα, αλλά για τη φυσική εξόντωση ενός λαού. Πρόκειται για μια αριστοτεχνικά σχεδιασμένη εθνοκάθαρση.

Το αποκορύφωμα της γενοκτονίας των Ελλήνων του Πόντου πραγματοποιήθηκε κατά την κεμαλική περίοδο των διωγμών. Ο Μουσταφά Κεμάλ συνέχισε το εξοντωτικό πρόγραμμα των Νεοτούρκων με βιαιότερους ρυθμούς, σε σημείο που να θεωρούνται αδιαπραγμάτευτα οι χειρότεροι διωγμοί μετά την οθωμανική κατάκτηση.

O Τοπάλ Οσμάν, από το 1919 οργίασε διαπράττοντας απαγωγές, λεηλασίες, δολοφονίες και σφαγές των σημαινόντων Ελλήνων της Κερασούντας. Στις 13 Ιανουαρίου 1921 Λαζοί τσέτες λεηλάτησαν τα Κοτύωρα, και στις 21 Ιουνίου 1921 αποφασίστηκε ο εκτοπισμός των Ελλήνων. Ένα σύνολο οκτακοσίων ανδρών και παιδιών οδηγήθηκαν στο Χαρπούτ και στο Ελπιστάν στα βάθη της Ανατολής, για να γνωρίσουν τον θάνατο από τις κακουχίες, την πείνα και τις ασθένειες. Η Φαδησάνη (Φάτσα), η Οινόη και η Πουλαντζάκη είχαν την ίδια τύχη των άγριων διωγμών και των βίαιων κεμαλικών εκτοπισμών. Στις 28 Οκτωβρίου ανακοινώθηκε ο εκτοπισμός των κατοίκων της Τραπεζούντος, οι οποίοι αναχώρησαν στις 4 Νοεμβρίου, ενώ προηγουμένως είχαν εξοριστεί όλοι οι Έλληνες κάτοικοι της υπαίθρου. Το Νοέμβριο του 1921, οι γαλλικές μυστικές υπηρεσίες αναφέρουν «εκκαθάριση”  όλων των ενηλίκων στην Σινώπη, αλλά και σε όλα τα παράλια της Μαύρης Θάλασσας. Όσοι γλύτωσαν από τις αγριότητες των βάρβαρων τσετών εκτοπίστηκαν στα βάθη της Ανατολής. Στις 13 Ιανουαρίου του 1921, ο Αμερικανός πρόξενος κατήγγειλε στον Άγγλο πρόξενο της Κωνσταντινούπολης ότι ο Τοπάλ Οσμάν δολοφόνησε μέσα σε μια σπηλιά της περιοχής Αμισού 900 άτομα. Η κεμαλική άποψη ήταν, ότι στο όνομά του κάποιος άλλος το έκανε, χωρίς να το αμφισβητήσει[21].

Τέλη της Άνοιξης του 1921 όλα τα καπνοπαραγωγικά χωριά της Αμισού κάηκαν και καταστράφηκαν, αθώοι σφαγιάστηκαν, γυναίκες ατιμάστηκαν, παρθένες κόρες διακορεύθηκαν, εκκλησίες καταστράφηκαν, οι ιερείς κάηκαν και διασκορπίστηκαν. Από τις 4/17 Ιουνίου 1921 και μέχρι τις 17/30 Αυγούστου 1921, σε εννέα αποστολές θανάτου, εξορίστηκαν όλοι οι άρρενες κάτοικοι της Αμισού. Από τους 1040 της πρώτης αποστολής οι 701 εσφάγησαν και πυροβολήθησαν στο Καβάκ. Από τους 1085 της τρίτης αποστολής οι 700 θερίστηκαν με μυδράλια στο Τσουμπούσχαν και αποτελειώθηκαν με λογχισμούς οι πληγωμένοι. Από τους υπολοίπους, οι 120 εξοντώθηκαν στο Μαχμούρνταγ κατά πανομοιότυπο τρόπο. Από ένα σύνολο της τέταρτης αποστολής ξεχωρίστηκαν 229 νέοι, στους οποίους προστέθηκαν και 337 από άλλα μέρη, οι οποίοι δέθηκαν ανά 4 και κατασφάγηκαν στο Σεϊτάντερεσι των Ιβώρων από τους δημίους του Τοπάλ Οσμάν, όπως και οι προηγούμενοι[22]. Η τύχη των χωριών ήταν ακόμη χειρότερη. Στις 15/28 Ιουνίου 1921, στο Τεπέκιοϊ της Αμισού, την ημέρα της εβδομαδιαίας αγοράς, οι κεμαλικοί συνέλαβαν  193 Έλληνες και Ελληνίδες, μερικούς από τους οποίους τους έπνιξαν με σχοινιά, ενώ τους υπολοίπους τους κατέσφαξαν. Τα βρέφη τα σκότωσαν τοποθετώντας σχοινιά – βρόγχους στους λαιμούς των και με περιστροφική κίνηση εκσφενδονίζοντάς τα στους τοίχους των σπιτιών. Τις εγκυμονούσες γυναίκες τις βασάνιζαν, άνοιγαν τις κοιλιές τους και αποσπώντας τα έμβρυα τα έριχναν στα σκυλιά[23].

Το καλοκαίρι του 1921 εκτοπίστηκε όλη η ύπαιθρος χώρα του δυτικού Πόντου. Τα αναφερόμενα μαζικά εγκλήματα στην περιφέρεια της Αμισού έχουν ως εξής[24]: Στο χωριό Ερικλί έκαψαν ζώντες περί τους 200 Έλληνες μέσα στην οικία του Βασιλείου Χαραλάμπογλου. Στο χωριό Καρακόλ έκαψαν ζώντες περί τους 400 Έλληνες στην οικία του Αναστάση. Στο χωριό Κέρτμε έκαψαν ζώντες περί τους 200 Έλληνες μέσα στην οικία του Θεοδώρου Χατζησάββα. Στο χωριό Πιτλίκελικ έκαψαν ζώντες περί τους 250 Έλληνες μέσα στην οικία του Σάββα. Στο χωριό Τούζκιοϊ έκαψαν ζώντες περί τους 400 Έλληνες μέσα στην οικία του δημοδιδασκάλου Αθανασίου. Στο χωριό Σογούκπουναρ έκαψαν ζώντες περί τους 200 Έλληνες μέσα στην οικία του Γιάγκου. Στο χωριό Καράπερτσιν έκαψαν ζώντες περί τους 500 Έλληνες μέσα στην οικία του Κ. χατζη-Φωτιάδη. Στο χωριό Ατά έκαψαν ζώντες περί τους 600 Έλληνες, τους οποίους συνέλαβαν και από τα γύρω χωριά. Στις 17 Ιουλίου 1921 οι άνω των δώδεκα χρονών άνδρες της Θεμισκύρας, είναι η χώρα των Αμαζόνων, συνελήφθησαν και εξορίσθησαν. Σχεδόν όλοι εσφάγησαν μεταξύ Αμισού και Τεκέκιοϊ, σε απόσταση τριών ωρών από την Αμισό. Στις 28 Ιουλίου 1921 εξορίστηκαν όλες οι γυναίκες και τα παιδιά της Θεμισκύρας. Στο δρόμο ξεχώρισαν τις νέες γυναίκες, τις οποίες βίασαν κτηνωδώς, χωρίς να είναι γνωστή η τύχη των υπολοίπων[25]. Η οργανωμένη επίθεση εναντίων της περιοχής της Πάφρας ξεκίνησε στις 5 Απριλίου του 1921, με εντολή της κυβέρνησης της Άγκυρας. Μια μεραρχία του κεμαλικού στρατού, δυνάμεως 10.000 ανδρών, συνεπικουρούμενη από ομάδες τσετών, δυνάμεως ενός τάγματος, επέδραμε εναντίον των χωριών της ευρύτερης περιοχής της Πάφρας. Ό,τι τότε συνέβη, ο κάλαμος αδυνατεί να το περιγράψει[26]. Σε εννέα αποστολές θανάτου εκτοπίστηκε ο πληθυσμός της Πάφρας. Στο χωριό Μουαμλί οι κεμαλικοί συγκέντρωσαν  ένα σύνολο 365 ανδρών και γυναικοπαίδων και τους ενέκλεισαν στη μεγάλη οικία του προκρίτου Σάββα Τσιγάλογλου. Περιέλουσαν με πετρέλαιο την οικία με τα υποστατικά και την πυρπόλησαν. Όσοι προσπαθούσαν να διασωθούν από τις πόρτες και τα παράθυρα τυφεκίζονταν.

 

 

Στην εκκλησία του χωριού Εβρένουσαγι οι κεμαλικοί έκαψαν όλους τους κατοίκους του χωριού. Στο χωριό Σουρμελί κατέφυγαν 120 άνδρες και 430 γυναικόπαιδα. Την 1η Ιουνίου του 1921 πυρπολήθηκε ολόκληρο το χωριό χωρίς να σωθεί ούτε ένας. Ό,τι ακριβώς είχε προγραμματίσει ο Μουσταφά Κεμάλ με τους επιτελείς του εφαρμοζόταν μέχρι κεραίας στην περιοχή της Πάφρας. Στο χωριό Ελέζλου οι κεμαλικοί έκαψαν μαζί με τους κατοίκους και πολλούς άλλους που είχαν καταφύγει εκεί από άλλα μέρη της Πάφρας. Στις 5/18 Ιουνίου του 1921, ημέρα Σάββατο, 570 άνδρες της Πάφρας, από τους ήδη φυλακισθέντες, εξορίστηκαν με τη συνοδεία τσετών του Τοπάλ Οσμάν. Σε απόσταση τριών ωρών από την Πάφρα, στην εκκλησία του Αγίου Χαράλαμπου στο Κιοβτσέσου, τους λήστεψαν και τους κατέσφαξαν όλους. Από τη σφαγή κατάφεραν να γλυτώσουν μόνον ο Ιωάννης Ταχτατσόγλου και ο Λάζαρος Εφραίμογλου, οι οποίοι κατέφυγαν στα βουνά. Στις 8/21 Ιουνίου του 1921 συνελήφθησαν 520 άνδρες κάθε ηλικίας, και οδηγήθηκαν στο ελληνικό χωριό Σελαμελίκ, με τη συνοδεία πολλών χωροφυλάκων και χωρικών. Τους Παφραίους αυτούς, αφού τους λήστεψαν, τους έσφαξαν, τους τυφέκισαν και τους κατέκαυσαν μέσα στην εκκλησία του Αγίου Γεωργίου, χωρίς κανείς τους να μπορέσει να διαφύγει το θάνατο. Στις 11/24 Ιουνίου του 1921 670 άνδρες οδηγήθηκαν στην εξορία, με ύβρεις, μαστιγώσεις και κοντακισμούς, από τους συνοδούς χωροφύλακες. Στο χωριό Σουλούτερε, άλλους τους κατέσφαξαν και τους άφησαν γυμνούς μέσα στο δρόμο, ενώ τους περισσοτέρους, περίπου 535 άνδρες, τους ενέκλεισαν στην εκκλησία της Υπεραγίας Θεοτόκου. Πάνοπλοι  κεμαλικοί από τα γύρω χωριά, υπό τις οδηγίες των προκρίτων τους Νεβριζήν Μεχμέτ και Τηραλή Ζαδέ Μεχμέτ, περικύκλωσαν την εκκλησία, λήστεψαν τους εξορίστους και τους αφαίρεσαν όλα τα ρούχα. Αμέσως μετά, έβγαλαν από την εκκλησία τους επτά ιερείς και τους κατέσφαξαν πριν από την είσοδό της. Προηγουμένως, μέσα στη εκκλησία, ο έξαρχος παπα-Ιωάννης, προβλέποντας τι θα επακολουθούσε, με λυγμούς εξεφώνησε τον επικήδειο λόγο και ετέλεσε τη νεκρώσιμη ακολουθία των ετοιμοθανάτων. Μετά τη σφαγή των ιερέων, οι στρατιώτες και οι τσέτες αναρριχήθηκαν στους τοίχους της, από παλαιότερα πυρπολημένης, εκκλησίας και πυροβολούσαν τους δεμένους εγκλείστους.

Στη συνέχεια, άρχισαν να τους λογχίζουν και να τους κατακρεουργούν με τσεκούρια. Ο Νικόλαος Ιορδάνογλου προσέφερε τις 3.000 λίρες που του είχαν απομείνει, για να τον θανατώσουν δια τυφεκισμού. [27]. Οι κεμαλικοί, στο χωριό Τομούζαλαν, 500 περίπου γυναικόπαιδα τα ενέκλεισαν στο σχολείο και στην οικία του Αποστόλου και τα πυρπόλησαν εν ζωή. Στο χωριό Τσαντούρ, στη οικία του Βασιλείου, κατέκαυσαν 300 γυναικόπαιδα. Στο Καβακλόγλου τεπε, στις οικίες των Αθανασίου και Ιωάννη κατέκαυσαν περίπου 500 γυναικόπαιδα. Στο Τικεντσίκ, στην οικία του ιερέως κατέκαυσαν  περίπου 300 γυναικόπαιδα. Στο Καράτικεν, στην οικία του Ησαΐα κατέκαυσαν περίπου 250 γυναικόπαιδα[28]. Στη γειτονική Λεοντόπολη (Ζάληχο), στις 8/23 Ιουνίου 1921, οι κεμαλικοί εξόρισαν  200 άνδρες. Όταν οι εξόριστοι έφτασαν στο Τουράνταγ, τους έδεσαν ανά τέσσερις πισθάγκωνα και τους διέταξαν να καθίσουν στο έδαφος για να ξεκουραστούν. Αφού τους λήστεψαν από τα τιμαλφή και τα χρήματα, ξεχώρισαν 14 προκρίτους,  και άρχισαν να  τουφεκίζουν, να  λογχίζουν και να κατακρεουργούν με τσεκούρια τους υπολοίπους μπροστά στα μάτια των 14 έντρομων προκρίτων.  Τους 14 προκρίτους τους δολοφόνησαν δύο ημέρες μετά την απόσπαση χρηματικών ποσών, κοσμημάτων και 500 δεμάτων καπνού, των οποίων η αξία υπερέβαινε τις 50.000 οθωμανικές λίρες. Συνελήφθησαν 67 στρατεύσιμοι που εστάλησαν στην Πάφρα και ακολούθησαν τους εξορίστους στο Σουλούτερε, εισήχθησαν στην εκκλησία της Υπεραγίας Θεοτόκου, όπου οι περισσότεροι κάηκαν ζωντανοί μέσα στην εκκλησία, την οποία και πυρπόλησαν. Τον Αύγουστο και το Σεπτέμβριο, σε τρεις αποστολές θανάτου εκτοπίστηκαν τα γυναικόπαιδα και οι γέροντες. [29]

Μία ακόμη παράμετρος των εθνικών εκκαθαρίσεων και στόχος των συχνών εκκαθαριστικών επιχειρήσεων του κεμαλικού στρατού ήταν η καταδίωξη των καταφευγόντων στα βουνά άμαχων πληθυσμών και όχι οι αντάρτες – οι ένοπλοι άνδρες που ανθίσταντο στις εθνικές εκκαθαρίσεις. Η τύχη των ανυπεράσπιστων αυτών γυναικοπαίδων και γερόντων ήταν προδιαγεγραμμένη. … Ήταν μαζί μας και η Σταυρούλα Τσιβελεΐδου (που είχε γλυτώσει από το θάνατο) και βλέπαμε στα μέρη που μας υποδείκνυε πτώματα διασταυρωμένα, το ένα πάνω στο άλλο, σαν σαρδέλες, όλα με λόγχη τρυπημένα[30].

Μία άλλη παράμετρος των εθνικών εκκαθαρίσεων των στρατευσίμων Ποντίων ήτα τα τάγματα εργασίας (amele taburlari), που είχαν συγκροτηθεί για να δουλεύουν οι καταδικασμένοι σε θάνατο νεαροί Έλληνες επίστρατοι στα ανθρακωρυχεία, στα λατομεία για να σπάζουν πέτρες, να διανοίγουν δρόμους χειμώνα – καλοκαίρι με πολικές θερμοκρασίες, αλλά και με συνθήκες καύσωνα, για να διέρχονται ζώα και άμαξες για τη μεταφορά πολεμοφοδίων. Στην ουσία ήταν καταναγκαστικά έργα. Ήταν ο προσχεδιασμένος αφανισμός των στρατευμένων ανδρών του Ελληνισμού τόσο στον Πόντο, όσο και στην υπόλοιπη Μικρά Ασία. Αναφέρει ένας επίστρατος: … Το κρύο ήταν φοβερό και εμείς σχεδόν ολόγυμνοι και νηστικοί, γιατί το φαΐ που μας δίνανε δεν το έτρωγαν ούτε τα σκυλιά, αλλά και αυτό ήταν λίγο, ίσα-ίσα για να κρατηθούμε στη ζωή, και θα έλεγε κανείς μας πήγαν εκεί όχι για να δουλέψουμε, αλλά για να μας εξοντώσουν… Είδα συμπατριώτες μου να πεθαίνουν από το κρύο και την παγωνιά, είδα ανθρώπους να παγώνουν όρθιοι με το φτυάρι στο χέρι… Καθημερινά φόρτωναν τα βαγόνια του τρένου με νεκρούς… Πολλοί αυτοκτόνησαν και πολλοί θέλανε να πεθάνουν, γιατί δεν άντεχαν… Κάποτε αποφάσισα και εγώ να δραπετεύσω… Είχαμε θάψει περισσότερα από τριακόσια άτομα εκείνη την ημέρα του Δεκέμβρη του 1914, κρύωσα φοβερά και τυλίχτηκα μέσα σε ένα σακί, άνοιξα μια τρύπα στο κεφάλι μου και δύο άλλες για να βγάλω τα χέρια μου, και λόγω του φοβερού ψύχους πάγωσαν τα πόδια μου και δεν μπορούσα να μετακινηθώ… Οι θάνατοι καθημερινά μεγάλωναν, και μάλιστα καθημερινά έκαναν και στρατοδικείο για διάφορα, δήθεν, παραπτώματα και για σαμποτάζ… Δε γυρίσαμε ούτε οι μισοί[31]. Είναι αδύνατο ο ανθρώπινος νους να συλλάβει το μέγεθος της βαρβαρότητας των Νεοτούρκων, οι οποίοι, με την προτροπή των Γερμανών καθοδηγητών τους, χρησιμοποιούσαν κάθε μέσο για να αφανίσουν τον ελληνικό ανδρικό πληθυσμό.

Μία ακόμη παράμετρος της κεμαλικής εθνικής εκκαθάρισης υπήρξε η συγκρότηση των Δικαστηρίων Ανεξαρτησίας. Σε μία καθ’ ολοκληρία σκηνοθετημένη διαδικασία, όπου δεν επιτρεπόταν ένδικα μέσα και μάρτυρες υπεράσπισης και απαξίωναν ως βδέλυγμα  τις ανθρώπινες αξίες, καταδικάστηκε στον δι’ απαγχονισμού θάνατο όλος ο ανθός του Ελληνισμού του Πόντου, διότι αντιστάθηκε στην κεμαλική πολιτική, θρησκευτική, οικονομική και πνευματική ομογενοποίηση[32].

Στις 25 Σεπτεμβρίου του 1921 (π.η.), η Εκκλησιαστική Αλήθεια, το επίσημο έντυπο του Οικουμενικού Πατριαρχείου, δημοσίευσε άρθρο, που τιτλοφορούνταν: ΠΡΟ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΜΑΡΤΥΡΙΚΗΣ ΣΩΡΟΥ. Στο κείμενο, που είχε λογοκριθεί, γίνονταν αναλυτικές αναφορές για τα μαρτύρια που υπέστησαν οι Ορθόδοξοι χριστιανικοί πληθυσμοί του Πόντου, και που αποτελούσαν ύβρη για τον ανθρώπινο πολιτισμό. Οι από αιώνων κατακτητές, και οι σύγχρονοι βάρβαροι κεμαλικοί, θεωρούσαν τους χριστιανικούς λαούς δούλους και τους συμπεριφέρονταν με ανάλογο τρόπο. Στον Πόντο και στη Μικρά Ασία ο Ορθόδοξος χριστιανός ήταν ταυτισμένος με το ελληνικό Γένος. Οι χιλιάδες των νέων μαρτύρων καθαγίασαν με τους ποταμούς του αθώου αίματός  τους τη γη του Πόντου. [33]

 

 

Η γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου είναι το αποτέλεσμα της νεοτουρκικής και της κεμαλικής εθνικής εκκαθάρισης, αφορά το ήμισυ του πληθυσμού του και  παραμένει μέχρι σήμερα στίγμα για τον ανθρώπινο πολιτισμό. Ήταν η μία από τις τρεις παραμέτρους της γενοκτονίας των χριστιανικών εθνοτήτων της Μικράς Ασίας, γιατί είχε προηγηθεί η γενοκτονία των Αρμενίων, αρχής γενομένης τον Απρίλιο του 1915, και των Ασσυρίων τον Αύγουστο του1915.

Η άρνηση της γενοκτονίας από δημόσια πρόσωπα ή κυβερνητικά στελέχη με τους όρους εθνοκάθαρση ή σφαγή είτε εκφράζει άγνοια είτε κακώς νοούμενες σκοπιμότητες, συμφέροντα, αλαζονεία της εξουσίας, κομματικό ραγιαδισμό, καιροσκοπισμό και αποσκοπεί στον αποπροσανατολισμό της κοινής γνώμης. Κάθε άτομο δικαιούται να έχει άποψη, αλλά ένας δημόσιος λειτουργός μιας κυβέρνησης οφείλει να σέβεται τη νομοθεσία του ελληνικού κράτους ή να παραιτείται εφόσον διαφωνεί. Ένας υπουργός εκφράζει το δημόσιο αίσθημα και όχι τις προσωπικές του απόψεις. Ένας δημόσιος λειτουργός δεν μπορεί και δε δικαιούται να προσβάλλει την ιστορική αλήθεια.

   Η γενοκτονία αποτελεί έγκλημα κατά της ανθρωπότητας και ολοκληρώνεται όταν την ξεχάσουμε ή την αμφισβητήσουμε.

 

 

 

[1] Γ. Μπαμπινιώτη, Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας, εκδ. Κέντρο Λεξικολογίας, Αθήνα 1998, 557 (λήμμα εθνοκάθαρση), 414 (λήμμα γενοκτονία).

[2] Αθ. Βερέμη, Το κίνημα των Νεοτούρκων και οι άμεσες συνέπειές του,  Ι. Ε. Ε. 14 (1977) 255. Ε. Ramsaur, The Young Turks. Prelude to the Revolution of 1908,  Πρίνστον-Νέα Υερσέη 1957, 132-136. Ευριπίδη Γεωργανόπουλου, Το Νεοτουρκικό κίνημα και οι επιπτώσεις του στον Ελληνισμό του Πόντου 1908-1914, Θεσσαλονίκη 2001, 32.

[3] Πολυχρόνη Ενεπεκίδη, Οι διωγμοί των Ελλήνων του Πόντου (1908-1918), εκδ. Αργοναύτες-Κομνηνοί, Αθήνα 1962, 8. Κ. Φωτιάδη, Η Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου, Αθήνα 2004, 87.

[4] Ό. π.

[5] Ο. Αγαμπατιάν, Η Αρμενία και το αρμενικό ζήτημα, Αθήνα 1988, 58.

[6] Α. Σιρακιάν, Ο Τιμωρός. Τα απομνημονεύματα ενός Αρμένιου πατριώτη, μτφ. Ο. Σ. Αγαμπατιάν, Αθήνα χ. χ., 20. Σ. Εμμανουηλίδη, Τα τελευταία έτη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, Αθήνα 1924, 28-30, 36-37, 54-57. Γεωργανόπουλου, ό.π., 72. Κατά τη διάρκεια της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, το κράτος, επίσημα, δεν αποδεχόταν το χαρακτηρισμό τουρκικό ή δεν το εννοούσε (Νεοκλή Σαρρή, Οσμανική Πραγματικότητα, ΙΙ, 543 ). Επίσης, μέχρι τις αρχές του περασμένου αιώνα, η έκφραση Τούρκος συνέχιζε να έχει υποτιμητικό χαρακτήρα (Νεοκλή Σαρρή, Οσμανική Πραγματικότητα, Ι, 234).

[7] Μαύρη Βίβλος Οικουμενικού Πατριαρχείου, 289, 291.

[8] Α. Υ. Ε., Κ. Υ., 1914, Α/21 α’ , αρ. εμπ. πρωτ. 16532/29.5.1914 υποπρόξενος Αμισού προς Υπουργείον Εξωτερικών. Θωμά Αλεξιάδη, Η Πάφρα του Πόντου. Ιστορία, Εκκλησία, Εθνικοί Αγώνες, εκδ. Επιτροπής Ποντιακών Μελετών, Αθήνα 2014, 113-114.

[9] Α. Υ. Ε., Κ. Υ., 1914, Α/21 α’ , αρ. πρωτ. 4740/28.5.1914 πρέσβης Κωνσταντινουπόλεως προς Υπουργείον Εξωτερικών.

[10] Εμμανουηλίδη,  ό. π., 289, 310.

[11] Φωτιάδη, ό. π., 138.

[12] Μαύρη Βίβλος, 291.

[13] Φωτιάδη, ό. π., 164.

[14] Φωτιάδη, ό. π., 164-165. Ενεπεκίδη, ό. π., 10.

[15] Μαύρη Βίβλος, 292-308.

[16] Μαύρη Βίβλος, 293-295. Ιακώβου Κουλοχέρη, Η Αμισός και τα Πάθη της, Θεσσαλονίκη 1991, 45. Αντιγόνη Μπέλλου-Θρεψιάδη, Μορφές Μακεδονομάχων και τα Ποντιακά του Καραβαγγέλη, Αθήνα 1992, 103-104. Το Ηλιάσκιοϊ σήμερα είναι ενωμένο με την Άνω Αμισό, όπως και αυτή με την Αμισό (Σαμψούντα). Αρχείο Κ. Μ. Σ , Περιφέρεια Σαμψούντας, φ. Καντήκιοϊ, μαρτυρία Άννας Σαράφογλου.

[17] Α. Σκουλούδη, Ανά τον Ελληνικόν Πόντον, Αθήναι 1919, 5.

[18] Ό. π., 18.

[19] Φωτιάδη, ό. π., 251-252.

[20] Φωτιάδη, ό. π., 253-254.

[21] Α.Υ.Ε., Κ.Υ., Υ.Α.Κ., 1920, Α/4α, 30.8.1920, Κωνσταντινούπολη. Α.Υ.Ε., Κ.Υ., Υ.Α.Κ., 1920, Α/4α, 31.8.1920, Κωνσταντινούπολη. Γ. Βαλαβάνη, Σύγχρονος Γενική Ιστορία του Πόντου, Θεσσαλονίκη ανατύπωση 1986, 142-150, 198-199, 212-213. Ιωακείμ Σαλτσή, Χρονικά Κοτυώρων, Θεσσαλονίκη 1955, 131-132. Φωτιάδη, ό. π., ΙΙ, 206, 369, 383, 398, 474, 494, 520, 521, 622, 639-640, 667. Cemal Sener, Topal Osman Olayi, Κωνσταντινούπολη 2005, 63, 125, 188.

[22] Αντωνίου Γαβριηλίδη, Η Μαύρη Εθνική Συμφορά του Πόντου, Αθήνα 1924, 60-76. Αλεξιάδη, Αμισός, 244-255.

[23] Α.Υ.Ε., Κ.Υ., 1922, Α/5/ VI (13), 27.10.1921, Αθήνα. Προφορική μαρτυρία του Ιωάννη Παρασκευά Μιχαηλίδη από το χωριό Ανδρεάντων της Αμισού, που παρελήφθη από το Εύδρομο Νάξος στο Καράμπογαζ της Αμισού, στις 26 Οκτωβρίου 1921. Η μητέρα του με το δεκάχρονο αδελφό του και τη δεκατριάχρονη αδελφή του είχαν μεταβεί στην εβδομαδιαία αγορά του Τεπέκιοϊ, όπου και μαρτύρησαν. Α.Υ.Ε., Κ.Υ., 1922, Α/5/ VI (13), 6.11.1921, Αθήνα.

[24] Α. Υ. Ε., Κ. Υ., 1922, Α/5/VI (13), αρ. εμπ. πρωτ. 907/25. 5. 1922, Αθήνα.

[25] Χάρη Τσιρκινίδη, Επιτέλους τους ξεριζώσαμε…, Θεσσαλονίκη 1995, 211.

[26] Γαβριηλίδη, ό. π., 88-89. Βαλαβάνη, ό. π., 213, 214.

[27] Γαβριηλίδη, ό. π., 91, 92. Προφορικές μαρτυρίες Πάνσεμνης Κριτσιλίδου, Στυλιανής Γεωργιάδου, Ηρακλή Γεωργίου και Αβερκίου Παρασκευαΐδη, των οποίων τους πατέρες έκαψαν στην εκκλησία του Αγίου Γεωργίου στο Σελαμελίκ και Σοφίας Παρασκευαΐδου, Παναγιώτη Τσοπανίδη και Στυλιανής  Γεωργιάδου (αρχείο Επιτροπής Ποντιακών Μελετών και Γεωργίου Αντωνιάδη).  Αλεξιάδη, Πάφρα, 260-261.

[28] Α.Υ.Ε., Κ.Υ., 1922, Α/5VI(13), Κωνσταντινούπολη 25.5.1922. Α.Υ.Ε., Κ.Υ., 1922, Β/59 α.α.κ., 13.6.1923.

[29] Γαβριηλίδη, ό. π., 124-128. Αλεξιάδη, Πάφρα, 268-269.

[30] Αναστασίου Γεωργιάδη, Απομνημονεύματα, ανέκδοτη αυτοβιογραφία, Νέα Αμισός Δράμας, 10-11.

[31] Μαρτυρία Αβερκίου Παρασκευαΐδη, ό.π.

[32]Παντελή Βαλιούλη, Σελίδες εκ της Συμφοράς του Πόντου 1921-1924, Θεσσαλονίκη 2005, 9-49. Κουλοχέρη, ό. π., 85-87, 123-128. Αλεξιάδη, Πάφρα, 242-252.

[33] Ε. Α. 45 ΜΑ΄ (25 Σεπτεμβρίου 1921) 297-298.

Share This