Της Κατερίνας Παπαστεργίου

Αυτό το ηπειρώτικο τραγούδι όποτε με συναντά ή το συναντώ τυχαία μου προκαλεί ρίγος, είναι εκείνα τα τραγούδια που όταν τα έχεις συνδέσει με πρόσωπα, αντιδρά το μυαλό και το σώμα σε κλάσματα δευτερολέπτου. Βαρύ τσάμικο που αυτοί που το χορεύουν πρώτοι και σέρνουν τον χορό το νιώθουν, κατανοούν την κάθε λέξη, πιάνουν το βαθύτερο νόημά του, την ξενιτιά του. Αλλοι το αφιερώνουν στον εαυτό τους και οι υπόλοιποι σε εκείνους που φέρουν το όνομά του.

Μια φορά τον είδα μονάχα να το χορεύει και αυτή με την παρότρυνση της παρέας, αποτυπώθηκε η εικόνα στη μνήμη μου. Λευκό μαντήλι, να το σφίγγει για την γυροβολιά. Εικόνα ανεξίτηλη.

Φυσιογνωμία γνώριμη και ας μην τον έχεις ξαναδεί, νομίζεις ότι κάπου τον έχεις συναντήσει. Έντονα χαρακτηριστικά, αδύνατος με πρόσωπο και χέρια δουλεμένα. Κοφτερό μυαλό, καυστικό χιούμορ και ένα επικοινωνιακό χάρισμα που πάντα το ζήλευα. Κατάφερνε να μπαίνει στην παρέα μικρών και μεγάλων με τέτοια ευκολία που είναι να απορεί κανείς. Μιμήσεις, ιστορίες, φάρσες και πειράγματα λες και αποστολή του είναι να κάνει τους πάντες να γελάνε. « Έτσι, δουλεύεις καλύτερα» λέει. Ξενιτεμένος χρόνια! Γύρισε όμως, δεν την άντεξε την ξενιτιά. «Σαν την Ελλάδα δεν έχει». «Εδώ με τρεις και εξήντα». Τι και αν αυτά τα είπε στα τέλη της δεκαετίας του ’80, ακόμα και τώρα τα πιστεύει και δεν τα μετανιώνει. Δουλειά και Κυριακή για τσιπουράκι. Μια φορά τον είδα μονάχα να το χορεύει και αυτή με την παρότρυνση της παρέας, αποτυπώθηκε η εικόνα στη μνήμη μου. Λευκό μαντήλι, να το σφίγγει για την γυροβολιά. Εικόνα ανεξίτηλη.

Ανεξίτηλα και όλα εκείνα που έκανε και κάνει, που μου μάθαινε και μου μαθαίνει. Το αφιερώνω λοιπόν σ’εκείνον που με κράτησε πρώτος στην αγκαλιά του, σ’εκείνον που ηχογράφησε τις πρώτες μου λεξούλες, σ’εκείνον που σταμάτησε το λεωφορείο επειδή δεν πρόλαβε να με αποχαιρετήσει, σ’εκείνον που μου έμαθε να γυρνώ τον κόσμο ανάποδα για να πάρει αξία το «μπορώ». Μου έμαθε να αγαπώ, να ανακατεύομαι με τους ανθρώπους μόνο αν τους σέβομαι και τους αντιμετωπίζω σαν ίσους. Σ’ εκείνον που όποτε μπορεί μετά τη δουλειά, μου φέρνει τα αγαπημένα μου γλυκά με χέρια κουρασμένα αλλά πάντα με μια έξυπνη ατάκα στο στόμα. Και για χίλιους ακόμη λόγους.

Παραγγελιά! Γιατί τα τραγούδια ζωντανεύουν μέσα από τους ανθρώπους, αλλά και οι άνθρωποι μέσα από αυτά!

Share This