Της Κατερίνας Παπαστεργίου

Είναι κι αυτές οι καλοκαιρινές νύχτες που μου την φέρνουν συνέχεια στο νου, την νοσταλγία όπως τα παιδικά χρόνια. Ήμασταν τσούρμο ζωηρό, ανεβαίναμε τα σκαλιά λαχανιάζοντας μέχρι τον τρίτο και τα υπόλοιπα τα «βγάζαμε» με το ζόρι μέχρι να φτάσουμε στην πόρτα του παραδείσου. Ξύλινη που πάντοτε έτριζε! Μα όταν άνοιγε αντικρύζαμε τον παράδεισό μας… μια τσιμεντένια απέραντη πλάκα. Μια ταράτσα που λατρεύαμε να πηγαίνουμε. Την περπατούσαμε σπιθαμή προς σπιθαμή και αποφεύγαμε με προσοχή τις κατά λάθος σιδεριές της. Ένας πλαστικός κουβάς ήταν η σήμανση του κινδύνου.
Οι μεγάλοι με τους μεγάλους και οι μικροί με τους μικρούς. Μας έκανε τραπέζι οικογενειακό, ένα μεγάλο ορθογώνιο που πάνω του είχε όλα τα καλούδια. Ακόμη θυμάμαι την χαρακτηριστική μυρωδιά του κάρβουνου, ότι τρώγαμε ήταν πιο γευστικό, πιο νόστιμο, πιο ωραίο, όλα πιο….. Και μετά το φαγητό παιχνίδι, πολύ παιχνίδι χαράζαμε με τις κιμωλίες τετράγωνα για το κουτσό, αφού πρώτα είχαμε προλάβει να γράψουμε τα ονόματά μας. Ακόμα απορώ πως βρέθηκαν οι κιμωλίες εκεί. Από την άλλη τα αγόρια ζωήρευαν, τρέχανε και μαζεύανε παρατηρήσεις.
Έπειτα όλοι ξαπλωμένοι στη σειρά, η πλάτη μας ένιωθε τη ζέστη που είχε απορροφήσει η τσιμεντένια πλάκα από τον ήλιο του μεσημεριού. Κοιτούσαμε ουρανό και μετρούσαμε αστέρια, παραμονεύαμε αν θα πέσει κανένα για να κάνουμε ευχή! Οι ευχές γίναν πολλές και τα αστέρια αμέτρητα. Ήμασταν ευτυχισμένοι τόσο που αγγίζαμε ουρανό. Χαζεύαμε τα αστέρια και συζητούσαμε, κάναμε όνειρα, τέτοια που πάψαμε να κάνουμε. Τέτοια που είχαν όλη την λάμψη των αστεριών μέσα τους. Ξαφνικά πεταγόταν οι μεγάλοι με τις συμβουλές τους και μας το χαλούσαν «Να προκόψετε στη ζωή σας, να γίνετε άνθρωποι». Και κάναμε την προκοπή των μεγάλων και θυσιάσαμε πολλά από τα όνειρα. Ήρθαν όμως όλα με τη σειρά και πήγαν όλα κατ΄ευχήν.
Όλοι στην » ταράτσα των ευχών», η Ολυμπία, ο Θωμάς, η Κατερίνα, ο Αντρέας, ο Παναγιώτης, ο Γιώργος, η Αναστασία, ο Χρήστος και η Μαρία. Τι και αν τα χρόνια πέρασαν, τι και αν μετράμε λιγότερα αστέρια και δεν κάνουμε ευχές; Πάντα θα αναπολούμε την ταράτσα μας. Η ταράτσα των ευχών, των ονείρων, της ευτυχίας, των επιθυμιών, της αθωότητας της ξεγνοιασιάς, της μαγευτικής θέας.
Παρόλου που σκεπάστηκε με κεραμίδια ακόμα μας επιτρέπει να την κοιτάζουμε, όταν περνάμε από κει. Τι δύσκολου που είναι να κάνεις ευχή από τόσο χαμηλά; Μεγάλη η απόσταση μέχρι τα αστέρια.

Share This