<?xml version="1.0" encoding="UTF-8"?><rss version="2.0"
	xmlns:content="http://purl.org/rss/1.0/modules/content/"
	xmlns:wfw="http://wellformedweb.org/CommentAPI/"
	xmlns:dc="http://purl.org/dc/elements/1.1/"
	xmlns:atom="http://www.w3.org/2005/Atom"
	xmlns:sy="http://purl.org/rss/1.0/modules/syndication/"
	xmlns:slash="http://purl.org/rss/1.0/modules/slash/"
	>

<channel>
	<title>δίσκοι &#8211; Together</title>
	<atom:link href="https://togethermag.gr/tag/diskoi/feed/" rel="self" type="application/rss+xml" />
	<link>https://togethermag.gr/tag/diskoi/</link>
	<description>Free Press</description>
	<lastBuildDate>Sun, 16 Apr 2023 16:50:10 +0000</lastBuildDate>
	<language>el</language>
	<sy:updatePeriod>
	hourly	</sy:updatePeriod>
	<sy:updateFrequency>
	1	</sy:updateFrequency>
	<generator>https://wordpress.org/?v=6.4.8</generator>

<image>
	<url>https://togethermag.gr/wp-content/uploads/2018/11/ico.png</url>
	<title>δίσκοι &#8211; Together</title>
	<link>https://togethermag.gr/tag/diskoi/</link>
	<width>32</width>
	<height>32</height>
</image> 
	<item>
		<title>April’s finest: 50 σπουδαία άλμπουμ που κυκλοφόρησαν Απρίλη</title>
		<link>https://togethermag.gr/life-culture/mousiki/aprils-finest-50-spoudaia-almpoum-pou-kykloforisan-aprili/</link>
		
		<dc:creator><![CDATA[togetherteam]]></dc:creator>
		<pubDate>Sun, 16 Apr 2023 16:50:10 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[Μουσική]]></category>
		<category><![CDATA[slider]]></category>
		<category><![CDATA[Απρίλιος]]></category>
		<category><![CDATA[δίσκοι]]></category>
		<category><![CDATA[δίσκοι που κυκλοφόρησαν Απρίλιο]]></category>
		<category><![CDATA[ΜΟΥΣΙΚΗ]]></category>
		<category><![CDATA[Πάσχα]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://togethermag.gr/?p=43167</guid>

					<description><![CDATA[50 σημαντικά (η λιγότερο σημαντικά, πάντως αξιόλογα) album που κυκλοφόρησαν Απρίλιο. Ως σημείο εκκίνησης τέθηκε το β’ μισό της δεκαετίας του 1950, οπότε και άρχισε να εδραιώνεται το 12’’ LP των 33 στροφών. Η σειρά είναι αυστηρά χρονολογική και πιθανότατα υπάρχουν παραλείψεις (ευπρόσδεκτες οι παρατηρήσεις-προσθήκες). Ο T.S Eliot γράφει στo magnum opus του ποιητικού μοντερνισμού, [&#8230;]]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p>50 σημαντικά (η λιγότερο σημαντικά, πάντως αξιόλογα) album που κυκλοφόρησαν Απρίλιο. Ως σημείο εκκίνησης τέθηκε το β’ μισό της δεκαετίας του 1950, οπότε και άρχισε να εδραιώνεται το 12’’ LP των 33 στροφών. Η σειρά είναι αυστηρά χρονολογική και πιθανότατα υπάρχουν παραλείψεις (ευπρόσδεκτες οι παρατηρήσεις-προσθήκες).</p>
<p>Ο T.S Eliot γράφει στo magnum opus του ποιητικού μοντερνισμού, την «Έρημη Χώρα» (“The Waste Land”, 1922):</p>
<p>«<em>Ο Απρίλης είναι ο μήνας ο σκληρός, γεννώντας</em><br />
<em>μες απ’ την πεθαμένη γη τις πασχαλιές, σμίγοντας</em><br />
<em>θύμηση κι επιθυμία, ταράζοντας</em><br />
<em>με τη βροχή της άνοιξης ρίζες οκνές</em>»</p>
<p>Όμοια, είναι συνήθως μια γόνιμη περίοδος για τη δισκογραφία.</p>
<p>&nbsp;</p>
<h3>1. Sonny Rollins – Saxophone Colossus (Prestige, 02/04/1957)</h3>
<p><img decoding="async" src="https://www.avopolis.gr/images/3257/2023/easter-01-colossus.jpg" alt="easter-01-colossus" /></p>
<p>Το έκτο στούντιο album του κορυφαίου –μαζί με τον Charlie Parker και τον John Coltrane- σαξοφωνίστα αποτελεί μια αποθέωση του αυτοσχεδιασμού, αλλά και της ικανότητας της jazz να ενσωματώνει μελωδικά και ρυθμικά στοιχεία από άλλες τεχνοτροπίες – χαρακτηριστικό παράδειγμα το φλεγόμενο calypso “St. Thomas”. Μαζί του στο στούντιο οι Tommy Flanagan (πιάνο), Doug Watkins (μπάσο) και Max Roach (τύμπανα), σε παραγωγή του «αφανούς ήρωα» Bob Weinstock, ο οποίος ίδρυσε την εκλεκτική Prestige, το 1949.</p>
<p>&nbsp;</p>
<h3>2. Thelonious Monk – Brilliant Corners (Riverside, 04/04/1957)</h3>
<p><img decoding="async" src="https://www.avopolis.gr/images/3257/2023/easter-02-thelonious-monk.jpg" alt="easter-02-thelonious-monk" /></p>
<p>Το αριστούργημα του μεγάλου πιανίστα και κυρίως συνθέτη, του «οργανικού διανοούμενου» του be bop, με τις συμμετοχές του Sonny Rollins (σαξόφωνο), Max Roach (τύμπανα), Clark Terry (τρομπέτα) και του Paul Chambers (διπλό μπάσο). Το οκτάλεπτο ομώνυμο κομμάτι συνιστά μια πανδαισία εναλλαγής ρυθμών, ενώ ξεχωρίζει ακόμα το &#8220;Ba-Lue Bolivar Ba-Lues-Are&#8221;, που δεν αναφέρεται στον Σιμόν Μπολίβαρ, αλλά στο ξενοδοχείο Bolivar της Ρώμης, όπου ο Monk συνάντησε την βαρόνη Kathleen Annie Pannonica de Koenigswarter, φαν του be bop, η οποία ενίσχυε οικονομικά τους μουσικούς της jazz, κυρίως τον Charlie Parker.</p>
<p>&nbsp;</p>
<h3>3. Ray Charles – Modern Sounds in Country and Western Music (ABC-Paramount, 08/04/1962)</h3>
<p><img decoding="async" src="https://www.avopolis.gr/images/3257/2023/easter-03-ray-charles.jpg" alt="easter-03-ray-charles" /></p>
<p>“Country + Blues + Jazz = Genius” ήταν η εξίσωση πάνω στην οποία ξεδίπλωσε το αστάλακτο ταλέντο και την ευφυία του ο Ray Charles. Στο παρόν album ενορχηστρώνει εκ νέου σε blues και jazz κατευθύνσεις 12 συνθέσεις από το ρεπερτόριο της country/folk, μεταξύ των οποίων φιγουράρουν το &#8220;I Can&#8217;t Stop Loving You&#8221; του Don Gibson, το &#8220;Born to Lose&#8221; του Frankie Brown, τα &#8220;You Don&#8217;t Know Me&#8221; και &#8220;Just a Little Lovin&#8217; (Will Go a Long Way)&#8221; του Eddy Arnold, το παραδοσιακό “Careless Love”, καθώς και δύο συνθέσεις του αδικοχαμένου Hank Williams (&#8220;You Win Again&#8221; , &#8220;Hey, Good Lookin'&#8221;).</p>
<h3>4. Charles Mingus – Oh Yeah (Atlantic, 11/04/1962)</h3>
<p><img decoding="async" src="https://www.avopolis.gr/images/3257/2023/easter-04-mingus.jpg" alt="easter-04-mingus" /></p>
<p>Τα blues και τα gospel αποτελούσαν πάντα τη βάση της μουσικής του Mingus, ο οποίος τα ριζοσπαστικοποίησε, εκτρέποντάς τα σε πρωτόγνωρες ατραπούς. Στο “Oh Yeah”, το, οργισμένο, no bullshit παίξιμό του στο μπάσο καθοδηγεί τον αυτοσχεδιασμό σε κομμάτια όπως το &#8220;Hog Callin&#8217; Blues&#8221; και το &#8220;Devil Woman&#8221;, που στον πυρήνα τους, πίσω από τη φαινομενική «κακοφωνία», φανερώνουν τις gospel/blues καταβολές τους.</p>
<p>&nbsp;</p>
<h3>5. Muddy Waters – Folk Singer (Chess, 06/04/1964)</h3>
<p><img decoding="async" src="https://www.avopolis.gr/images/3257/2023/easter-05-muddy-waters.jpg" alt="easter-05-muddy-waters" /></p>
<p>Το μοναδικό φουλ ακουστικό album του γίγαντα του ηλεκτρικού blues είναι και ένα από τα καλύτερά του. Μαζί με τους Willie Dixon (όρθιο μπάσο, παραγωγή), Clifton James (τύμπανα) και Buddy Guy (ακουστική κιθάρα), ο Muddy αναθυμάται τα εφηβικά/νεανικά του χρόνια στο Δέλτα του Μισισιπί (πριν ανηφορίσει στο Σικάγο) και τις πρώτες του εμπειρίες με το blues του Son House και του Robert Johnson. Παίζει κυρίως δικές του συνθέσεις (&#8220;My Home Is in the Delta&#8221;, &#8220;Long Distance&#8221;, &#8220;Cold Weather Blues&#8221;, &#8220;Feel Like Going Home&#8221; κ.ά), μαζί με μια ευφορική διασκευή στο &#8220;Good Morning Little Schoolgirl&#8221; του Sonny Boy Williamson.</p>
<p>&nbsp;</p>
<h3>6. The Rolling Stones – Aftermath (Decca, 15/04/1966)</h3>
<p><img decoding="async" src="https://www.avopolis.gr/images/3257/2023/easter-06-rolling-stones.jpg" alt="easter-06-rolling-stones" /></p>
<p>Το τέταρτο βρετανικό (και έκτο αμερικάνικο) album των Stones ήταν συνάμα και το πρώτο τους που περιείχε αποκλειστικά συνθέσεις τον Jagger/Richards (ο Brian Jones δεν συμμετείχε στη σύνθεση, όμως συνέβαλε τα μάλα στο τελικό ηχόχρωμα, παίζοντας dulcimer, sitar και marimbas). Οι τίτλοι μιλούν από μόνοι τους: &#8220;Mother&#8217;s Little Helper&#8221;, &#8220;Lady Jane&#8221;, &#8220;Under My Thumb&#8221;, &#8220;Goin&#8217; Home&#8221; (11λεπτος οργασμός!) , &#8220;Out of Time&#8221;, &#8220;I Am Waiting&#8221;, “Think”, και τα ρέστα.</p>
<p>&nbsp;</p>
<h3>7. Jefferson Airplane – Surrealistic Pillow (RCA Victor, 01/04/1967)</h3>
<p><img decoding="async" src="https://www.avopolis.gr/images/3257/2023/easter-07-jefferson-airplane.jpg" alt="easter-07-jefferson-airplane" /></p>
<p>Τo δεύτερο album των Jefferson Airplane σηματοδότησε την είσοδο στην μπάντα της Grace Slick (και του Spencer Dryden, τύμπανα) από τους Great Society. Η Grace έδεσε τέλεια στα φωνητικά με τον Marty Balin και τον Paul Kantner (που ήταν και μεγάλος κιθαρίστας), ενώ έφερε μαζί της δύο κομμάτια από το ρεπερτόριο της προηγούμενης μπάντας της: το “Somebody to Love” (σύνθεση του αδερφού της, Darby) και το δικό της “White Rabbit” (εμπνευσμένο στιχουργικά, ως γνωστόν, πέρα από το acid, από την «Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων»). Τα πλαισιώνουν, μεταξύ άλλων, δύο επίσης τριπαριστές συνθέσεις του εκπληκτικού κιθαρίστα Jorma Kaukonen (&#8220;She Has Funny Cars&#8221;, &#8220;Embryonic Journey&#8221;), καθώς και το ελεγειακό &#8220;My Best Friend&#8221; του πρόωρα χαμένου Skip Spence, ιδρυτικού μέλους των Moby Grape (ο οποίος μας άφησε και το εξαιρετικό σόλο album “Oar”). Το απόγειο της ψυχεδέλειας του Frisco &#8211; μαζί με το πρώτο album των Grateful Dead και το “Happy Trails” των Quicksilver Messenger Service.</p>
<p>&nbsp;</p>
<h3>8. McCoy Tyner – The Real McCoy (Blue Note, 21/04/1967)</h3>
<p><img decoding="async" src="https://www.avopolis.gr/images/3257/2023/easter-08-therealmccoy.jpg" alt="easter-08-therealmccoy" /></p>
<p>Ο πιανίστας McCoy Tyner αναδείχθηκε με το κλασικό κουαρτέτο (Elvin Jones-τύμπανα, Jimmy Garrison-μπάσο) του John Coltrane και είχε ουσιαστική συμβολή στο ανεπανάληπτο “A Love Supreme” (1965). Τo “The Real McCoy” ήταν το έκτο του σόλο album και το πρώτο του για τη Blue Note, με τις συμμετοχές των Joe Henderson (σαξόφωνο), Ron Carter (μπάσο) και του προαναφερθέντα Elvin Jones. Συνθέσεις όπως τα &#8220;Passion Dance&#8221; και &#8220;Contemplation&#8221; ξεκινούν από modal βάσεις και εκτρέπονται προς τη free, με τον αυτοσχεδιασμό να γονιμοποιεί την αφρικανική του μήτρα.</p>
<p>&nbsp;</p>
<h3>9. The Fallen Angels – It&#8217;s A Long Way Down (Roulette, Απρίλιος1968)</h3>
<p><img decoding="async" src="https://www.avopolis.gr/images/3257/2023/easter-09-fallen-angels.jpg" alt="easter-09-fallen-angels" /></p>
<p>Το δεύτερο album των Fallen Angels από την Washington D.C. θεωρείτο, τουλάχιστον μέχρι να επανεκδοθεί, ένα από τα πιο σπάνια χαμένα διαμάντια της ψυχεδέλειας. Ο λόγος: στην εποχή του πήγε άπατο, καθώς η εταιρεία φαλήρισε λίγο πριν την κυκλοφορία του. Συνθέσεις πολύπλοκες αλλά και θαυμαστά μελωδικές, όπως το “Horn Playing On My Thin Wall”, το “Look To The Sun”, το ¨One Of The Few Ones Left” και το jazzy “Look At The Wind” αποκαλύπτουν μια μπάντα που άδικα πέρασε απαρατήρητη στην εποχή της.</p>
<p>&nbsp;</p>
<h3>10. Leonard Cohen – Songs from a Room (Columbia, 07/04/1969)</h3>
<p><img decoding="async" src="https://www.avopolis.gr/images/3257/2023/easter-10-leonard-cohen.jpg" alt="easter-10-leonard-cohen" /></p>
<p>Το δεύτερο album του Cohen συγκρίθηκε κατά καιρούς άδικα με το αριστουργηματικό ντεμπούτο του (<em>Songs of Leonard Cohen</em>, 1967). Μπορεί να μην το φτάνει σε αξία, όμως πέρα από τις συγκρίσεις, ως αυτόνομη συλλογή τραγουδιών, είναι «γεμάτο ποιητικά διαμάντια» όπως έγραφε στην κριτική του το Rolling Stone. Δύσκολα θα διαφωνήσει κανείς, ακούγοντας το &#8220;Bird on the Wire&#8221;, το &#8220;Lady Midnight&#8221;, το &#8220;The Old Revolution&#8221;, τα αντιπολεμικά &#8220;Story of Isaac&#8221; και “The Partisan”, και τις υπόλοιπες πέντε συνθέσεις του δίσκου.</p>
<p>&nbsp;</p>
<h3>11. Bob Dylan – Nashville Skyline (Columbia, 09/04/1969)</h3>
<p><img decoding="async" src="https://www.avopolis.gr/images/3257/2023/easter-11-bob-dylan.jpg" alt="easter-11-bob-dylan" /></p>
<p>Ο Johnny Cash ήταν αυτός που εμφύσησε στον Dylan την ιδέα να ηχογραφήσει ένα album, το ένατο στην καριέρα του, στην πρωτεύουσα της country, το Νάσβιλ του Τενεσί (βλέπε και την θαυμάσια ομώνυμη ταινία του Robert Altman, 1975). Η country πάντα ενυπήρχε ως υποψία στα κομμάτια του Μεγάλου, όμως ως ηχητικό αποτέλεσμα αποκρυσταλλάθηκε στο <em>Nashville Skyline</em>: με τη συνοδεία πολυμελούς μπάντας (Charlie Daniels, Marshall Grant, Peter Drake, Norman Blake κ.ά) ψημμένων στο ρεπερτόριο της country και με τις κατάλληλες ενορχηστρώσεις, ο Dylan ιερουργεί σε κομμάτια όπως το &#8220;Girl from the North Country&#8221; (ντουέτο με τον Johnny Cash), το &#8220;To Be Alone with You&#8221;, το &#8220;I Threw It All Away&#8221;, το &#8220;Lay Lady Lay&#8221; και το &#8220;Tonight I&#8217;ll Be Staying Here with You&#8221;.</p>
<p>&nbsp;</p>
<h3>12. Miles Davis – Bitches Brew (Columbia, 01/04/ 1970)</h3>
<p><img decoding="async" src="https://www.avopolis.gr/images/3257/2023/easter-12-miles-davis.jpg" alt="easter-12-miles-davis" /></p>
<p>Το σημείο εκτίναξης του fusion σε μια στρατόσφαιρα όπου συναντώνται η πιο ηλεκτρισμένη jazz, το πιο περιπετειώδες rock και το πιο βρώμικο funk, εκεί όπου ο Coltrane συνδιαλέγεται με τον Hendrix και τον Sly Stone. Συμμετέχουν: Wayne Shorter (σοπράνο σαξόφωνο), Bennie Maupin (κλαρινέτο), Joe Zawinul και  Chick Corea (ηλεκτρικό πιάνο), John McLaughlin (ηλεκ. κιθάρα), Dave Holland (μπάσο), Harvey Brooks (ηλεκ. μπάσο), Lenny White και Jack DeJohnette (τύμπανα), Don Alias και Juma Santos (κρουστά), και πολλοί άλλοι.</p>
<p>&nbsp;</p>
<h3>13. The Rolling Stones – Sticky Fingers (Rolling Stones Rec., 28/04/1971)</h3>
<p><img decoding="async" src="https://www.avopolis.gr/images/3257/2023/easter-13-the-rolling-stones.jpg" alt="easter-13-the-rolling-stones" /></p>
<p>Το τρίτο μέλος της Αγίας Τετράδας των Stones (“Beggars Banquet”, “Let It Bleed”, “Exile On Main Street”) είναι και αυτό που περιλαμβάνει τα περισσότερα από τα κομμάτια τους που έμειναν κλασικά: “Brown Sugar”, “Sister Morphine” (υπόκλιση στην Marianne Faithful γι’ αυτό!), “Wild Horses”, “Can’t You Hear Me Knocking” (η αποθέωση του Mick Taylor ως κιθαρίστα), “Bitch”, “Dead Flowers”, “Moonlight Mile”, “I Got The Blues” κλπ. Προσωπική αδυναμία, το ράθυμο, φερόμενο ως παραδοσιακό,  blues “You Gotta Move”, που διδάχθηκαν οι Stones από τον Mississippi Fred McDowell.</p>
<p>&nbsp;</p>
<h3>14. Doors – LA Woman (Elektra, 19/04/ 1971)</h3>
<p><img decoding="async" src="https://www.avopolis.gr/images/3257/2023/easter-14-the-doors.jpg" alt="easter-14-the-doors" /></p>
<p>Το κύκνειο άσμα των Doors (με τον Jim Morrison) ήταν ένα από τα καλύτερα album της καριέρας τους. Η μπάντα ροκάρει σε κομμάτα τα &#8220;Love Her Madly&#8221;, &#8220;Been Down So Long&#8221; και &#8220;L.A. Woman&#8221;, δοκιμάζεται στα blues με το &#8220;Crawling King Snake&#8221; (Big Joe Williams, γνωστότερο στην εκτέλεση του John Lee Hooker), ενώ μια σχεδόν spoken word, επιβλητική αφήγηση (&#8220;The WASP (Texas Radio and the Big Beat)&#8221; λειτουργεί ως πρελούδιο που οδηγεί τη διαδρομή σε ένα υπερβατικό γκραν-φινάλε (“Riders on the Storm”).</p>
<p>&nbsp;</p>
<h3>15. Big Star – Number 1 Record (Ardent, 24/04/1972)</h3>
<p><img decoding="async" src="https://www.avopolis.gr/images/3257/2023/easter-15-big-star.jpg" alt="easter-15-big-star" /></p>
<p>Η μπάντα του Chris Bell και του Alex Chilton από το Μέμφις, που οριοθέτησε την έννοια της power-pop. Χωρίς τους Big Star, απλώς δεν λογίζονται μπάντες σαν τους Posies ή και τους REM, πόσω μάλλον τους Teenage FanClub. Το ντεμπούτο τους μπορεί να μην αγγίζει σε τελειότητα το “Radio City” του 1974 (δεν περιέχει άλλωστε ένα “September Gurls”), ούτε φέρει τη βαριά μελαγχολία του “Third” (1978), όμως περιλαμβάνει πανέμορφα τραγούδια: &#8220;In the Street&#8221;, &#8220;Feel&#8221;, &#8220;My Life Is Right&#8221;, &#8220;Try Again&#8221;, &#8220;Watch the Sunrise&#8221; και, βεβαίως, το &#8220;Thirteen&#8221;, που έμελλε να διασκευάσουν οι Teenage FanClub.</p>
<p>&nbsp;</p>
<h3>16. David Bowie – Aladdin Sane (RCA, 20/04/1973)</h3>
<p><img decoding="async" src="https://www.avopolis.gr/images/3257/2023/easter-16-david-bowie.jpg" alt="easter-16-david-bowie" /></p>
<p>Για τον οποιονδήποτε άλλο θα ήταν ίσως ακατόρθωτο, όχι να επαναλάβει, αλλά να φτιάξει ένα album που να μην μοιάζει σαν ακολούθημα του “Ziggy Stardust” και να ακούγεται εντούτοις συναρπαστικό από την αρχή ως το τέλος. Μυστηριώδης στο &#8220;Aladdin Sane” και στο “Time”, διονυσιακός στο &#8220;Drive-In Saturday&#8221;, σκληρός rocker στα &#8220;Panic in Detroit&#8221; και “The Jean Genie”, μαγευτικά νωχελικός στο &#8220;Lady Grinning Soul&#8221;. Ήταν το έκτο album του Bowie και αξιώνει μια θέση στο Top-5 της εργογραφίας του.</p>
<p>&nbsp;</p>
<h3>17. Bob Marley &amp; the Wailers – Catch A Fire (Tuff Gong/Island, 20/04/1973)</h3>
<p><img decoding="async" src="https://www.avopolis.gr/images/3257/2023/easter-17-bob-marley.jpg" alt="easter-17-bob-marley" /></p>
<p>Με τους Peter Tosh και Bunny Wailer να είναι ακόμα μέλη της μπάντας, το πέμπτο album των Wailers περιλαμβάνει μερικές απο τις πιο δυνατές στιγμές τους: τα &#8220;&#8216;Concrete Jungle” και “Slave Driver” του Marley είναι στιχουργικοί και ρυθμικοί δυναμίτες που βάλουν κατά της αποικιοκρατίας, το “Kinky Reggae” και το “Stir It Up” δονούν το κορμί και το μυαλό, ενώ τα επίσης αντιαποικιοκρατικά στους στίχους “Stop That Train” και “400 Years” του Peter Tosh αποτελούν ενθυμήσεις της τεράστιας συμβολής του στο γκρουπ. Turn Up the Bass!</p>
<p>&nbsp;</p>
<h3>18. Ramones – Ramones (Sire, 23/04/1976)</h3>
<p><img decoding="async" src="https://www.avopolis.gr/images/3257/2023/easter-18-ramones-ramones.jpeg" alt="easter-18-ramones-ramones" /></p>
<p>Χρειαζεται μεγάλη (και μάλλον αδιέξοδη) συζήτηση για το ποιο ήταν το «πρώτο punk album στην ιστορία» ή «το πιο επιδραστικό»∙ για το αν οι Velvets ή οι Stooges ήταν punk ή προ-πανκ, ή αν ως σημείο εκκίνησης θα πρέπει να θεωρούνται οι New York Dolls ή το “Horses” της Patti Smith. Όπως και να’ χει, πλάι σ’ αυτά, μια περίοπτη θέση αξιώνει το πρώτο album των Ramones. Αρκετά όμως με τη θεωρεία! Παίξτε απλώς δυνατά την πρώτη πλευρά! Με τη σειρά, &#8220;Bligtzkrieg Bop”, &#8220;Beat on the Brat&#8221;, “Judy Is a Punk&#8221;,&#8221;I Wanna Be Your Boyfriend&#8221;, &#8220;Chain Saw”, &#8220;Now I Wanna Sniff Some Glue”, &#8220;I Don&#8217;t Wanna Go Down to the Basement&#8221;.</p>
<p>&nbsp;</p>
<h3>19. The Clash – The Clash (CBS, 08/04/1977)</h3>
<p><img decoding="async" src="https://www.avopolis.gr/images/3257/2023/easter-19-the-clash.jpg" alt="easter-19-the-clash" /></p>
<p>Μαζί με το πρώτο album των Sex Pistols και αυτό των Damned, το ντεμπούτο των Clash οριοθετεί το βρετανικό punk. Μπορεί εύλογα να μην διαθέτει την ωριμότητα και την all-around ευκινησία του “London Calling”, όμως δεν υστερεί επουδενί σε δυναμισμό και μαχητική διάθεση (στους στίχους), και εν γένει ως ντεμπούτο συνιστά ένα γκολ από τα αποδυτήρια. Οι Strummer/Jones καταθέτουν τα διαπιστευτήριά τους στη σύνθεση και τη στιχουργία στα &#8220;Janie Jones&#8221;, &#8220;Remote Control&#8221;, &#8220;I&#8217;m So Bored with the USA”, &#8220;White Riot&#8221;, “London’s Burning”, “Garageland”, “Career Opportunities” κλπ., ενώ η ζόρικη διασκευή στο “Police &amp; Thieves” των Junior Murvin/Lee Scratch Perry, επικυρώνει τη συμμαχία ανάμεσα στο punk και στη reggae.</p>
<p>&nbsp;</p>
<h3>20. The Band – The Last Waltz (Warner Bros, 07/04/1978)</h3>
<p><img decoding="async" src="https://www.avopolis.gr/images/3257/2023/easter-20-the-band.jpg" alt="easter-20-the-band" /></p>
<p>Η πιο συνεπής ίσως Μπάντα στην ιστορία του rock (Robbie Robertson, Rick Danko, Levon Helm, Garth Hudson, Richard Manuel) έδωσε την τελευταία συναυλία της στις 25 Νοεμβρίου του 1976, στο Winterland Ballroom του Σαν Φρανσίσκο. Ως γνωστόν, η βραδιά απαθανατίστηκε από την κάμερα του Martin Scorsese και το σχετικό φιλμ βγήκε στις αίθουσες τον Απρίλιο του 1978. Για να αποχαιρετήσουν τους Band όπως τους άξιζε, στη σκηνή ανέβηκαν μερικά από τα μεγαλύτερα ονόματα στην ιστορία του rock και του blues: o ροκαμπιλάς Ronnie Hawkins (πλάι στον οποίο έκαναν τα πρώτα τους βηματα ως Hawks), ο μελλοντικός τους μέντορας Bob Dylan και οι Paul Butterfield, Bobby Charles, Eric Clapton, Neil Diamond, Emmylou Harris, Dr. John, Joni Mitchell, Van Morrison, Ringo Starr, Muddy Waters, Ronnie Wood, Neil Young. Το υλικό που παρουσίασαν και οι συγκεκριμένες εκτελέσεις είναι υπεράνω κριτικής: τα δικά τους &#8220;Up on Cripple Creek&#8221;, &#8220;Stage Fright&#8221;, &#8220;It Makes No Difference&#8221;, &#8220;The Shape I&#8217;m In&#8221;, &#8220;The Night They Drove Old Dixie Down&#8221; (ύμνος!) κ.ά, μαζί με τις εκτελέσεις στα “Who Do You Love” (Bo Diddley), “Mystery Train” (Junior Parker), “Helpless” (Neil Young), &#8220;Such a Night&#8221; (Dr. John), “Mannish Boy” (Muddy Waters), &#8220;Coyote&#8221; (Joni Mitchell), &#8220;Caravan&#8221; (Van Morrison), και την πεντάδα των τραγουδιών που έπαιξαν με τον Dylan (&#8220;Baby, Let Me Follow You Down&#8221;, &#8220;I Don&#8217;t Believe You&#8221;, &#8220;Forever Young&#8221;&#8221;Baby, Let Me Follow You Down (Reprise)&#8221;, &#8220;I Shall Be Released&#8221;).</p>
<p>&nbsp;</p>
<h3>21. The Feelies – Crazy Rhythms (Stiff, 29/04/1980)</h3>
<p><img decoding="async" src="https://www.avopolis.gr/images/3257/2023/easter-21-the-feelies.jpg" alt="easter-21-the-feelies" width="500" /></p>
<p>Έσκασε ως κεραυνός εν αιθρία το 1980, για να μας αποκαλύψει μια post-punk μπάντα που είχε πλήρως ενστερνιστεί το μινιμαλιστικό ύφος των Velvets και την αντίληψη του “less is more” (που λέει και ο μεγάλος Γερμανός αρχιτέκτονας Μις φαν ντερ Ρόε). Σε κομμάτια όπως το &#8220;The Boy with the Perpetual Nervousness&#8221;, το &#8220;Moscow Nights&#8221; και το &#8220;Loveless Love&#8221;, οι Feelies πασχίζουν λες δαιμονισμένα να εξαντλήσουν όλες τις δυνατότητες που μπορεί να τους προσφέρει το ίδιο ακκόρντο! Στο ίδιο ύφος προσαρμόζουν και το &#8220;Everybody&#8217;s Got Something to Hide (Except Me and My Monkey)&#8221; των Beatles (στην επανέκδοση του album σε cd περιέχεται και μια διασκευή στο &#8220;Paint It Black&#8221;, πρόκειται όμως για εκτέλεση του 1990).</p>
<p>&nbsp;</p>
<h3>22. The Birthday Party – Prayers on Fire (Missing Link/4 AD, 06/04/1981)</h3>
<p><img decoding="async" src="https://www.avopolis.gr/images/3257/2023/easter-22-birthday-party.jpg" alt="easter-22-birthday-party" /></p>
<p>Ο ήχος στο πρώτο ολοκληρωμένο album των Birthday Party, με την αυθεντική τους σύνθεση (Phill Calvert τύμπανα, Nick Cave φωνητικά, Mick Harvey και Rowland S. Howard κιθάρες, Tracy Pew μπάσο), ακούγεται σαν να αλυχτούν μαζί τα πιο λυσσασμένα σκυλιά της Κόλασης. Τίποτε δεν μπορεί να σταθεί όρθιο μπροστά στη χαοτική ενέργεια που εξαπολύουν κομμάτια σαν το &#8220;Nick the Stripper&#8221;, το &#8220;King Ink&#8221;, το “Ho-Ho”, το &#8220;Zoo-Music Girl&#8221;, το “Yard” ή το “A Dead Song”. Φανταστείτε μια τελετή voodoo, με έναν πύρινο κύκλο, στο κέντρο του οποίου ουρλιάζουν στο ίδιο μικρόφωνο ο Iggy αγκαζέ με τον Cpt. Beefheart</p>
<div class="articletext">
<h3>23. Laurie Anderson – Big Science (Warner Bros, 19/04/1982)</h3>
<p><img decoding="async" src="https://www.avopolis.gr/images/3257/2023/easter-23-laurie-anderson.jpg" alt="easter-23-laurie-anderson" /></p>
<p>Επηρεασμένη από τους Velvets, από το no-wave και από πρωτοποριακούς καλλιτέχνες που εκτείνονται από τον William Burroughs (που συμμετέχει στον δίσκο) ως τον Jackson Pollock, η Laurie Anderson επιδίωξε με το “ Big Science” να δημιουργήσει ένα avant-garde μουσικό έργο, το οποίο όμως να μπορεί να εκτιμηθεί και γίνει προσιτό σε ευρύτερα ακροατήρια, χωρίς να κάνει εκπτώσεις στην τέχνη της. Τα κατάφερε, όπως καταδεικνύουν κομμάτια όπως το &#8220;O Superman&#8221;, το ομώνυμο ή το &#8220;Let X=X/It Tango&#8221;, όπου πρώιμα electronics σμίγουν αρμονικά με συμβατικά όργανα, όπως άρπα, βιολί, βιολοντσέλο, σαξόφωνο, φλάουτο κ.ά.</p>
<p>&nbsp;</p>
<h3>24. Violent Femmes – Violent Femmes (Slash, 13/04/1982)</h3>
<p><img decoding="async" src="https://www.avopolis.gr/images/3257/2023/easter-24-violent-femmes.jpg" alt="easter-24-violent-femmes" /></p>
<p>Άλλο ένα τρανό δείγμα μινιμαλιστικού rock, που τείνει προς τον πρωτογονισμό. Ηλεκτρακουστικές κιθάρες, που ενίοτε ακούγονται ξεκούρδιστες ή και ξεχαρβαλωμένες, διακριτικό μπάσο, ξυλόφωνο και τελείως ξερά τύμπανα, συνθέτουν τη ραχοκοκκαλιά του ήχου, πάνω από την οποία ακούγεται, όμοια με φωνή ψυχοπαθούς που απέδρασε από τη «Φωλειά του Κούκου», η φωνή του Gordon Gano – βασικού συνθέτη και στιχουργού (με ροπή στις φροϋδικές ερμηνείες της σξουαλικότητας) της μπάντας. Χάρη στην απλότητα και την αμεσότητά τους, τα τραγούδια των παντελώς άγνωστων τότε Violent Femmes ακούστηκαν πολύ και αγαπήθηκαν και με το παραπάνω: &#8220;Blister in the Sun”, &#8220;Kiss Off”, &#8220;Add It Up&#8221;, &#8220;Gone Daddy Gone&#8221;, “Prove My Love”…</p>
<p>&nbsp;</p>
<h3>25. R.E.M. – Murmur (I.R.S., 12/04/1983)</h3>
<p><img decoding="async" src="https://www.avopolis.gr/images/3257/2023/easter-25-rem.jpeg" alt="easter-25-rem" /></p>
<p>Το πρώτο album των REM συνδέεται άμεσα με την αναβίωση του αμερικανικού rock των 60s, που έλαβε χώρα στις αρχές της δεκαετίας του 1980. Πριν γίνουν σταρς, οι REM λογίζονταν στην ίδια «σχολή» με μπάντες σαν τους Long Ryders, τους Rain Parade, τους Green On Red ή τους Dream Syndicate∙ κάποιοι τους θεώρησαν ως τους διάδοχους των Byrds. Σ’ αυτό το πλαίσιο θα πρέπει να ειδωθεί το πρώτο τους album, το οποίο πάντως, όσο επηρεασμένο ήταν (στις αρμονίες) από τους Byrds, άλλο τόσο ήταν και παιδί της μετα-πανκ εποχής του. Αυτό μαρτυρούν μια σειρά από νευρώδη κομμάτια, όπως το &#8220;Radio Free Europe&#8221;, το &#8220;Perfect Circle&#8221; ή το &#8220;Sitting Still&#8221;. Γνωρίζω αρκετούς που το θεωρούν ως το καλύτερο album των REM μέχρι σήμερα. Δεν το ασπάζομαι (ψηφίζω “Automatic For The People”), είναι όμως σπουδαία δουλειά για μια μπάντα που κάνει τα πρώτα της βήματα.</p>
<p>&nbsp;</p>
<h3>26. Meat Puppets – II (SST, 13/04/1984)</h3>
<p><img decoding="async" src="https://www.avopolis.gr/images/3257/2023/easter-26-meat-puppets.jpeg" alt="easter-26-meat-puppets" /></p>
<p>Το noisecore του πρώτου δίσκου των αδερφών Kirkwood δίνει τη θέση του σε μια, εξίσου τραχιά, αλλά πιο σοφιστικέ μορφή τραγουδοποιίας, που δεν αποστρέφεται τον θόρυβο, ούτε όμως και τη μελωδία. Η country/folk επηρεάζει από εδώ και στο εξής ολοένα και περισσότερο αυτούς τους ιδιόμορφους μακρυμάλληδες punks από την Αριζόνα∙ εκδηλώνεται σε θαυμάσια κομμάτια όπως το &#8220;Aurora Borealis&#8221;, το &#8220;Split Myself in Two&#8221; και, βεβαίως, στις αυθεντικές εκτελέσεις του &#8220;Plateau&#8221; και του ανατριχιαστικού “Lake of Fire”, που έμελλε να γίνoυν ευρύτερα γνωστά χάρη στις διασκευές τους στο “Unplugged” των Nirvana.</p>
<p>&nbsp;</p>
<h3>27. Prince – Around The World In A Day (Paisley Park/Warner Bros, 22/04/1985)</h3>
<p><img decoding="async" src="https://www.avopolis.gr/images/3257/2023/easter-27-prince.jpg" alt="easter-27-prince" /></p>
<p>Μετά το <em>Purple Rain</em>, με το οποίο γνώρισε τη μεγαλύτερη έως τότε επιτυχία του, το επόμενο βήμα του ιδιοφυούς, μικροσκοπικού Πρίγκιπα της soul ήταν ο πειραματισμός με τα ψυχεδελικά 60s. To <em>Around The World In A Day</em> με τις εκλεπτυσμένες και περίτεχνες ενορχηστρώσεις του διεκδίκησε αναλογίες με το <em>Sgt. Pepper&#8217;s…</em>  και με το <em>Stand</em> των Sly &amp; the Family Stone, τις οποίες και υπερασπίστηκαν κομμάτια όπως το ομώνυμο, το &#8220;Paisley Park&#8221;, το “Pop Life” και το &#8220;Raspberry Beret&#8221;.</p>
<p>&nbsp;</p>
<h3>28. Public Enemy – Yo! Bum Rush the Show (Def Jam, 10/04/1987)</h3>
<h3><img decoding="async" src="https://www.avopolis.gr/images/3257/2023/easter-28-public-enemy.jpg" alt="easter-28-public-enemy" width="500" /></h3>
<h3>29. Public Enemy – It Takes A Nation Of Millions to Hold Us Back (Def Jam, 28/04/1988)</h3>
<p><img decoding="async" src="https://www.avopolis.gr/images/3257/2023/easter-29-public-enemy.jpg" alt="easter-29-public-enemy" /></p>
<p>Τα δύο πρώτα album των Public Enemy αποτέλεσαν την αρτίστικη κορύφωση ολόκληρου του κινήματος του hip-hop στη δεκαετία του 1980. Βροντερά breakbeat, εκλεκτικά samples, ατόφιο streetcore, θόρυβος του δρόμου, συνθέτουν την παντοδύναμη μουσική ραχοκοκκαλιά, πάνω στην οποία εκτοξεύουν τις πύρινες ρίμες τους ο Chuck D. και ο Flavor Flav. Οι Public Enemy γίνονται οι πιο ριζοσπαστικοποιημένοι εκφραστές της μαύρης συνείδησης, συνεχιστές και κρίκος σε μια αλυσίδα αγωνιστών, που εκτείνονται από τον Marcus Garvey στον Malcolm X και από εκεί στους Μαύρους Πάνθηρες και στον Louis Farrakhan. «Είμαστε το CNN του γκέτο», δήλωνε τότε ο Chuck D. Σ’ αυτή την περίπτωση, “Do Believe the Hype!”.</p>
<p>&nbsp;</p>
<h3>30. Pixies – Doolittle (4AD, 17/04/1989)</h3>
<p><img decoding="async" src="https://www.avopolis.gr/images/3257/2023/easter-30-pixies.jpg" alt="easter-30-pixies" /></p>
<p>«<em>&#8230;το Doolittle δεν ήταν απλά το προφανές magnum opus μιας επιδραστικής μπάντας, αλλά ένα από τα πιο πυκνογραμμένα δημιουργήματα στην ιστορία της ανεξάρτητης μουσικής σκηνής. Τόσο πυκνογραμμένο που λειτούργησε ως φάρος για ένα πολύ μεγαλύτερο εύρος ακροατών και μουσικών από αυτούς για τους οποίους (νόμιζε ότι) προοριζόταν. Είχε τη φόρμα, είχε τον στίχο, είχε τη μουσική, είχε την παραγωγή, είχε το attitude. Είχε τα σκαμπανεβάσματα που σε ξεσηκώνουν, την ενέργεια του punk, τις κραυγές, το μπάσο που σε ταρακουνάει, τον θόρυβο. Και είχε τις ποπ μελωδίες για να βρεθούν όλα αυτά σε ένα (απρόβλεπτο) πάρτι</em>». – <a href="https://www.avopolis.gr/articles/vivlio/78464-33-1-3-pixies-doolitle" target="_blank" rel="noopener noreferrer">Ben Sisario, “Pixies-Doolittle”</a> (εκδ. Οξύ, σειρά 33 1/3, μτφ. Γιάννης Καστανάρας)</p>
<p>&nbsp;</p>
<h3>31. Soul II Soul – Club Classics Vol. I (Virgin, 10/04/1989)</h3>
<p><img decoding="async" src="https://www.avopolis.gr/images/3257/2023/easter-31-soultosoul.jpg" alt="easter-31-soultosoul" /></p>
<p>Δεν ήταν ακριβώς nu soul-funk, δεν ήταν ακριβώς house, δεν ήταν ακριβώς hip hop, ήταν όλα αυτά μαζί, ανακατεμένα στο μίξερ του πολυμήχανου Jazzie B. Τα singles &#8220;Keep on Movin'&#8221; και &#8220;Back to Life (However Do You Want Me)&#8221; (με τη φωνή της Caron Wheeler) είχαν προετοιμάσει το έδαφος για ένα σπουδαίο album. To “Club Classics Vol. I” επιβεβαίωσε στο έπακρο τις προσδοκίες, φιλοξενώντας μαύρα διαμαντάκια όπως το &#8220;Holdin&#8217; On&#8221;, το &#8220;Feeling Free&#8221;, το &#8220;African Dance&#8221; και το &#8220;Jazzie&#8217;s Groove&#8221; – όπου ο Jazzie B. δίνει τα ρέστα του ως παραγωγός.</p>
<p>&nbsp;</p>
<h3>32. Nick Cave &amp; The Bad Seeds – The Good Son (Mute, 17/04/1990)</h3>
<p><img decoding="async" src="https://www.avopolis.gr/images/3257/2023/easter-32-nick-cave.jpg" alt="easter-32-nick-cave" /></p>
<p>Ακολουθώντας τα σκοτεινά, σχεδόν βιβλικά, “Your Funeral&#8230; My Trial” (1986) και “Tender Prey” (1988), το “The Good Son” ακούγεται συγκριτικά γαλήνιο και πρωτόγνωρα μελωδικό – απηχώντας ίσως τις αλλαγές που είχαν συμβεί στη ζωή του Cave, που βίωσε το έρωτα, παντρεύτηκε και έζησε για ένα φεγγάρι στη Βραζιλία (βλέπε κομμάτια όπως το &#8220;Foi Na Cruz&#8221;). Ο Cave ενορχηστρώνει στο πιάνο τραγούδια όπως το ομώνυμο, το &#8220;Sorrow&#8217;s Child&#8221; και το “Lament”, ενώ μας χαρίζει ένα αξέχαστο ντουέτο με τον Blixa Bargeld στο &#8220;The Weeping Song&#8221;, που στιχουργικά προσιδιάζει σε μελοποιημένη παραβολή από την Παλαιά Διαθήκη.</p>
<p>&nbsp;</p>
<h3>33. Massive Attack – Blue Lines (Wild Bunch/Virgin, 08/04/1991)</h3>
<p><img decoding="async" src="https://www.avopolis.gr/images/3257/2023/easter-33-massive-attack.jpg" alt="e" /></p>
<p>Fusion ηλεκτρονικής μουσικής, hip hop, dub, 70s soul και reggae, το <em>Blue Lines</em> ανήκει στη σπάνια κατηγορία των δίσκων που αποπνέουν το πνεύμα μιας ολόκληρης εποχής. Είναι σίγουρα album-αναφοράς για την club-culture, ωστόσο η λειτουργικότητά του δεν περιορίζεται σ’αυτή την τελευταία:εδώ έχουμε να κάνουμε με ένα album αντάξιο ενός <em>What’s Going On</em>, που προορίζεται, πέρα από το dancefloor, και για τις πιο απαιτητικές ακροάσεις για να αντιληφθεί κανείς τον μουσικό του πλούτο (που αντικατοπτρίζεται και στα εκλεκτικά samples: Pink Floyd, Public Image Ltd, Billy Cobham, Herbie Hancock, Isaac Hayes κ.ά). Από το “Safe from Harm” ως το &#8220;Daydreaming&#8221;, από το &#8220;Unfinished Sympathy&#8221; ως το “One Love” (με τον Horace Andy να τζαμαϊκανίζει τον ήχο) και τη sweet-soul διασκευή στο &#8220;Be Thankful for What You&#8217;ve Got&#8221; του William DeVaughn, το <em>Blue Lines </em>είναι ένα μεγάλο album.</p>
<p>&nbsp;</p>
<h3>34. Pavement – Slanted &amp; Enchanted (Matador, 20/04/1992)</h3>
<p><img decoding="async" src="https://www.avopolis.gr/images/3257/2023/easter-34-pavement.jpg" alt="easter-34-pavement" /></p>
<p>To πρώτο album των Pavement ακούγεται ακόμα και μετά από τόσα χρόνια ως η χρυσή τομή ανάμεσα στους Fall και τους Sonic Youth. Με τη lo-fi αισθητική να κυριαρχεί στον ήχο τους και με τον ευφυέστατο Steven Malkmus να σκαρφίζεται απίθανους (slacker) στίχους, οι Pavement σκοράρουν με το καλημέρα με κομμάτια όπως το &#8220;Summer Babe (Winter Version)&#8221;, το &#8220;Trigger Cut / Wounded-Kite at :17&#8221;, το &#8220;Loretta&#8217;s Scars&#8221;, το μελαγχολικό “Here” και το &#8220;Perfume-V&#8221;. Στο &#8220;Two States&#8221; ο Malkmus ακούγεται πιο Mark E. Smith κι απ΄ τον Mark E. Smith!</p>
<p>&nbsp;</p>
<h3>35. Beastie Boys – Check Your Head (Grand Royal/Capitol,  21/04/1992)</h3>
<p><img decoding="async" src="https://www.avopolis.gr/images/3257/2023/easter-35-beastie-boys.jpg" alt="easter-35-beastie-boys" /></p>
<p>Μετά το τσογλαναράδικο ντεμπούτο τους και το εκλεκτικο <em>Paul&#8217;s Boutique</em> («το <em>Smile</em> του hip-hop», όπως έχει γραφτεί), οι Beasties επεξεργάστηκαν εκ νέου τον συνδυασμό του rap και των breakbeat με τις δυνατές κιθάρες, και το αποτέλεσμα τούς δικαίωσε πανυγηρικά. Λίγο πιο εσωστρεφές και λιγότερο εμπορικό σε σχέση με το “Ill Communication”, το “ Check Your Head ” δεν περιέχει προφανή hits (με την εξαίρεση ίσως του “Jimmy James”) και χρειάζεται ίσως αρκετές ακροάσεις για να απελευθερώσει τα «μυστικά» που κρύβονται στις πολλαπλές στρώσεις του ήχου. Αυτά όμως ακριβώς τα album κατακτούν τη μακροβιότητα στο πλατό.</p>
<p>&nbsp;</p>
<h3>36. Tool – Undertow (Ζοο, 06/04/1993)</h3>
<p><img decoding="async" src="https://www.avopolis.gr/images/3257/2023/easter-36-tool.jpg" alt="e" /></p>
<p>Δεν είμαι φαν, όμως τους βγάζω το καπέλο για τις ιδέες τους στο στούντιο, για τους ρηξικελευθους πειραματισμούς τους με τις δυναμικές του ήχου και εν γένει για τον τρόπο με τον οποίο κατόρθωσαν και ανανέωσαν το heavy rock.</p>
<p>&nbsp;</p>
<h3>37. Johnny Cash – American Recordings (American, 26/04/1994)</h3>
<p><img decoding="async" src="https://www.avopolis.gr/images/3257/2023/easter-37-cash.jpg" alt="easter-37-cash" /></p>
<p>Τα εύσημα φυσικά για τη νεκρανάσταση του Johnny Cash, που είχε περιπέσει στις χαζοχαρούμενες τηλεοπτικές σειρές και μετά στα αζήτητα, ανήκουν στον παραγωγό Rick Rubin, που διείδε με οξυδέρκεια ότι, για να βγει από το καλλιτεχνικό τέλμα, ο Άνθρωπος με τα Μαύρα έπρεπε να τραγουδήσει εκ νέου το κατάλληλο υλικό, με τον παλιό καλό τρόπο. Αυτή ήταν η κεντρική ιδέα πίσω από τη σειρά American. Ο Rubin αφενός πρότεινε στον Cash το υλικό, αφετέρου ως παραγωγός απογύμνωσε τον ήχο από καθετί το περιττό, από καθετί το&#8230;πλουμιστό, ώστε να ακουστεί η φωνή του Cash καθαρή σαν τη βροντή. Υπάρχουν μεγάλες στιγμές σ’ αυτό το δίσκο: το &#8220;Why Me Lord&#8221; του Kris Kristofferson, το “Thirteen” του Glen Danzig, το &#8220;Bird on the Wire&#8221; του Leonard Cohen, το &#8220;Down There by the Train&#8221; του Tom Waits, τα οποία ο Cash οικιοποιείται, τα κάνει δικά του με τις συναγώνιστες ερμηνείες του. Μαζί τους μια σειρά από συνθέσεις του ίδιου του Cash (&#8220;Delia&#8217;s Gone&#8221;, &#8220;Let the Train Blow the Whistle&#8221;, &#8220;Redemption&#8221;, &#8220;Drive On&#8221;) συγκροτούν το πιο συγκλονιστικό ίσως comeback της rock ιστορίας.</p>
<p>&nbsp;</p>
<h3>38. Nick Cave – Let Love In (Mute, 18/04/1994)</h3>
<p><img decoding="async" src="https://www.avopolis.gr/images/3257/2023/easter-38-nick-cave.jpg" alt="easter-38-nick-cave" /></p>
<p>Όπως και το <em>The Good Son</em> που αναφέρθηκε πιο πάνω, έτσι και το <em>Let Love In</em> περιλαμβάνει μερικά από τα πιο ωραία κομμάτια του Cave, που εδώ συνδυάζουν τον λυρισμό με τον πιο αγνό θόρυβο: &#8220;Do You Love Me?&#8221;, &#8220;Loverman&#8221;, &#8220;Red Right Hand&#8221;, &#8220;Lay Me Low&#8221;, &#8220;Nobody&#8217;s Baby Now&#8221;. Συνθέσεις, ερμηνείες, παιξίματα κλάσης.</p>
<p>&nbsp;</p>
<h3>39. Yo La Tengo – I Can Hear the Heart Beating as One (Matador, 27/04/1997)</h3>
<p><img decoding="async" src="https://www.avopolis.gr/images/3257/2023/easter-39-ylt.jpg" alt="easter-39-ylt" /></p>
<p>Λιγότερο φασαριόζικο και πιο περίτεχνο σε σχέση με το album που διαδέχθηκε (το <em>Electr-O-Pura</em> του 1995), το  <em>I Can Hear the Heart Beating as One</em> ήταν η εώς τότε πιο επεξεργασμένη στο στούντιο και σοφιστικέ δουλειά των Yo La Tengo. Ο εστετισμός τους (με την καλή έννοια του όρου) φανερώνεται σε κομμάτια όπως το &#8220;Sugarcube&#8221; και το σχεδόν trip-hop &#8220;Autumn Sweater&#8221;. Αλλού πάλι, σε κομμάτια όπως το &#8220;Stockholm Syndrome&#8221; και τη διασκευή τους στο “Little Honda” των Beach Boys, κυριαρχεί η –με μέτρο- θορυβώδης κιθαριστική pop, ενω εντυπωσιάζουν οι βελβετικοί πειραματισμοί (&#8220;Center of Gravity”, &#8220;Spec Bebop&#8221;, &#8220;Moby Octopad&#8221;).</p>
<p>&nbsp;</p>
<h3>40. Tom Waits – Mule Variations (ANTI, 16/04/1999)</h3>
<p><img decoding="async" src="https://www.avopolis.gr/images/3257/2023/easter-40-tom-waits.jpg" alt="e" /></p>
<p>Τo <em>Mule Variations</em> ως σύνολο στέκεται άνετα στο ίδιο σκαλί με την πολυθρύλλητη Τριλογία του Tom Waits της δεκαετίας του ‘80 (<em>Swordfishtrombones</em>, <em>Rain Dogs</em>, <em>Frank’s Wild Years</em>). Τα τραγούδια, όλα τους γραμμένα από τον ίδιο και τη σύντροφό του, Kathleen Brennan, ενορχηστρώνονται με παράδοξο τρόπο και με τη χρήση αυτοσχέδιων οργάνων, ενώ ως ξεχωριστό όργανο, που παράγει περίεργους ήχους, χρησιμοποιεί και ο Waits τη φωνή του. Μεγάλος αφηγητής, σχεδόν δραματοποιεί με τη θεατρική ερμηνεία του κομμάτια όπως τα &#8220;Big in Japan, &#8220;Lowside of the Road&#8221;, &#8220;Hold On”, &#8220;Get Behind the Mule&#8221;, &#8220;Filipino Box Spring Hog&#8221; και &#8220;Come On Up to the House&#8221;, ενώ ο μουσικός πειραματισμός δύσκολα περιγράφεται με λόγια.</p>
<p>&nbsp;</p>
<h3>41. Black Rebel Motorcycle Club – Black Rebel Motorcycle Club (Virgin, 03/04/ 2001)</h3>
<p><img decoding="async" src="https://www.avopolis.gr/images/3257/2023/easter-41-brmc.jpg" alt="easter-41-brmc" /></p>
<p>Το μπάσταρδο παιδί των Verve, των Sonic Youth και, ιδίως, τωνJesus and Mary Chain. Οι B.R.M.C. προκάλεσαν μεγάλη αίσθηση με το πρώτο τους album και τον αιχμηρό psyche/garage ήχο τους. Το album ξεκινά με μια φοβερή τριάδα τραγουδιών (“Love Burns&#8221;, &#8220;Red Eyes and Tears&#8221;, &#8220;Whatever Happened to My Rock &#8216;n&#8217; Roll&#8221;) και απογειώνεται με το επτάλεπτο ψυχεδελικό &#8220;As Sure as the Sun&#8221;. Οι επόμενοι δίσκοι τους ήταν αξιοπρεπέστατοι, ποτέ όμως δεν κατάφεραν να ματσάρουν το ντεμπούτο τους.</p>
<p>&nbsp;</p>
<h3>42. Queens of the Stone Age – Songs for the Deaf (Interscope, 27/04/2002)</h3>
<p><img decoding="async" src="https://www.avopolis.gr/images/3257/2023/easter-42-qotsa.jpg" alt="easter-42-qotsa" /></p>
<p>Βγαλμένο από τα σπλάχνα των περίφημων Desert Sessions, αποπαίδι των τρομερών Kyuss, το τρίτο album των Q.O.T.S.A. (Josh Homme, Nick Oliveri, Dave Grohl, Mark Lanegan) είναι ένα χαρμάνι από hard rock, ψυχεδέλεια και punk, που αποπνέει τις «αναθυμιάσεις» της ερήμου. Τα &#8220;No One Knows&#8221; (με τη φωνή του Lanegan), &#8220;First It Giveth&#8221; και &#8220;Go with the Flow&#8221; είναι τα τρία τραγούδια που ξεχώρισαν, όμως η βελόνα του πικάπ ακουμπά πιο συχνά τ’ αυλάκια του &#8220;God Is in the Radio&#8221; για την ερμηνεία του Lanegan.</p>
<p>&nbsp;</p>
<h3>43. The White Stripes – Elephant (XL, 01/04/2003)</h3>
<p><img decoding="async" src="https://www.avopolis.gr/images/3257/2023/easter-43-thewhitestripes.jpg" alt="easter-43-thewhitestripes" /></p>
<p>Από την έναρξη (με το “Seven Nation Army”) ως το φινάλε (“Well It&#8217;s True That We Love One Another&#8221;, ήτοι το σκερτσόζικο ντουέτο του Jack και της Meg), εν μέσω κανονιοβολισμών στα &#8220;There&#8217;s No Home for You Here&#8221;, &#8220;Ball and Biscuit&#8221; και &#8220;The Hardest Button to Button&#8221;, αλλά και της αφιονισμένης εκτέλεσης του &#8220;I Just Don&#8217;t Know What to Do with Myself&#8221; των Burt Bacharach/Hal David(που κάποτε χρύσισε με την ερμηνεία της η Dusty Springfield), το <em>Elephant</em> είναι ένα album που προοριζόταν να γίνει κλασικό, στα χνάρια του <em>Never Mind</em> ή των 4 πρώτων album των Led Zeppelin, από την πρώτη μέρα κιόλας που κυκλοφόρησε. Προσωπικά, μου πάει περισσότερο ο ακατέργαστος, γκαραζιέρικος ήχος του <em>De Stijl</em> (2000) ή του <em>White Blood Cells</em> (2001), όμως το <em>Elephant</em> θα πρέπει να λογίζεται ως το αριστούργημά τους.</p>
<p>&nbsp;</p>
<h3>44. Portishead – Third (Island, 28/04/2007)</h3>
<p><img decoding="async" src="https://www.avopolis.gr/images/3257/2023/easter-44-portishead.jpg" alt="easter-44-portishead" /></p>
<p>Μεσολάβησαν έντεκα ολόκληρα χρόνια ανάμεσα στο δεύτερο και στο τρίτο album των Portishead. Σ’ αυτό το διάστημα, οι Beth Gibbons, Geoff Barrow και Adrian Utley δούλευαν ασταμάτητα πάνω σε ιδέες για τραγούδια, που τελικά αποκρυσταλλώθηκαν στο <em>Third</em>. Κατεξοχήν ακατάτακτο album, αναδεικνύει μια μπάντα που περιδιαβαίνει με άνεση από τα μονοπάτια του hip-hop σ’ αυτά του kraut-rock και απο εκεί στο techno. Μέχρι και σπέρματα από doo woop ανιχνεύονται στον δίσκο. Η αναμονή άξιζε και με το παραπάνω.</p>
<p>&nbsp;</p>
<h3>45. The Black Keys – Attack &amp; Release (Nonesuch, 01/04/2008)</h3>
<p><img decoding="async" src="https://www.avopolis.gr/images/3257/2023/easter-45-theblackkeys.jpg" alt="easter-45-theblackkeys" /></p>
<p>Το πέμπτο album των Black Keys ήταν συγχρόνως το πρώτο τους που ηχογραφήθηκε σε κανονικό, επαγγελματικό στούντιο, σε αντίθεση με τις homemade, προγενέστερες εγγραφές τους. Ο ήχος τους έχει λειανθεί λιγάκι, χωρίς όμως να υστερεί σε τραχύτητα ή να αποτάσσεται τις delta-blues καταβολές του. Τα &#8220;I Got Mine&#8221; και &#8220;Strange Times&#8221; αποτελούν τα highlights του δίσκου, ενώ ειδική μνεία αρμόζει στα &#8220;Lies&#8221; και &#8220;So He Won&#8217;t Break&#8221;, όπου τα κιθαριστικά μέρη ανήκουν στον γνωστό παίκτη της avant-garde και άλλοτε στενό συνεργάτη του Tom Waits, Marc Ribot.</p>
<p>&nbsp;</p>
<h3>46. Bill Callahan – Sometimes I Wish We Were An Eagle (Drag City, 14/04/2009)</h3>
<p><img decoding="async" src="https://www.avopolis.gr/images/3257/2023/easter-46-bill-callaghan.jpeg" alt="easter-46-bill-callaghan" width="500" /></p>
<p>Έχοντας στο ενεργητικό του μια πλούσια και εκλεκτική δισκογραφία, κρυμμένος πίσω από το παρανόμι Smog, o Callahan απο το “Woke on a Whaleheart” (2007) και μετά δισκογραφεί με το πραγματικό του όνομα. Ως τραγουδοποιός, είναι κάτι μεταξύ σε (ακουστικό) Neil Young και Lou Reed, που τα τραγούδια του αποτελούν ολόκληρες ιστορίες, συνήθως μελαγχολικές, με θέμα τον έρωτα ή την περιπλάνηση (θυμηθείτε το “Παρίσι-Τέξας”), τις οποίες και αφηγείται με χαρακτηριστική άνεση (η σχεδόν ψιθυριστή ερμηνεία του  προσιδιάζει ενίοτε σε spoken word). Ως κιθαρίστας είναι υποτιμημένος, δεν σολάρει, είναι όμως μάστορας στο riff.</p>
<p>&nbsp;</p>
<h3>47. PJ Harvey – The Hope Six Demolition Project (Island, 17/04/2016)</h3>
<p><img decoding="async" src="https://www.avopolis.gr/images/3257/2023/easter-47-pj.jpg" alt="easter-47-pj" /></p>
<p>H P.J. έγραψε τα τραγούδια του album (συν τα ποιήματα της συλλογής “Hollow of the Hand”) στη διάρκεια των ταξιδιών της στο Κόσοβο, στο Αφγανιστάν και στην Ουάσινγκτον (όπου παρακινήθηκε από ένα πρόγραμμα ανέγερσης εργατικών κατοικιών για τους ανέστιους, υπό την αιγίδα του Βατικανού). Συγκλονίστηκε από το θέμα των προσφύγων. Σε αυτούς αναφέρεται το <em>The Hope Six Demolition Project</em>, που είναι concept album που λειτουργεί (και με το παραπάνω) ως σύνολο. Την συνδράμουν, μεταξύ άλλων, παίζοντας διάφορα όργανα, ο John Parish, ο Flood και ο Mick Harvey.</p>
<p>&nbsp;</p>
<h3>48. Kendrick Lamar – DAMN (Interscope, 14/04/2017)</h3>
<p><img decoding="async" src="https://www.avopolis.gr/images/3257/2023/easter-48-kendrick.jpeg" alt="easter-48-kendrick" /></p>
<p>Πλούσιο σε ιδέες, γεμάτο ζόρικα beat και εφάνταστα samples, φιλοξενώντας ένα σωρό guests (James Blake, Steve Lacy, BadBadNotGood, The Alchemist, 9th Wonder, Rihanna), το τέταρτο album του Kendrick Lamar αποτελεί δείγμα μουσικής ωριμότητας και κοινωνικής συνειδητοποιησης.</p>
<p>&nbsp;</p>
<h3>49. Fontaines D.C. – Dogrel (Partisan Records, 14/04/2019)</h3>
<p><img decoding="async" src="https://www.avopolis.gr/images/3257/2023/easter-49-fontainesdc.jpeg" alt="easter-49-fontainesdc" /></p>
<p>Το ντεμπούτο album της συμμορίας από το Δουβλίνο, που κυκλοφόρησε αρχικά σε κασέτα. Οι Fontaines D.C. δείχνουν τα δόντια τους με το καλημέρα, παρουσιάζοντας 11 κομμάτια με αιχμηρές κιθάρες που σφύζουν από «ωμή ενέργεια», με στίχους-ύμνους στη νεανική εξεγερτικότητα και στη διαμαρτυρία απέναντι στον κοινωνικό αποκλεισμό. Μαζί με μπάντες σαν τους IDLES και τους Shame, το –post- punk που χρειαζόμαστε σήμερα.</p>
<p>&nbsp;</p>
<h3>50. Laura Marling – Song For Our Daughter (Chrysalis, 10/04/2020)</h3>
<p><img decoding="async" src="https://www.avopolis.gr/images/3257/2023/easter-50-laura-marling.jpg" alt="easter-50-laura-marling" /></p>
<p>Το έβδομο album της Laura Marling έχει συγκεκριμένο concept: απαρτίζεται από τα τραγούδια που η ίδια θα απήυθυνε στο υποθετικό παιδί της (η ίδια δηλώνει ότι πηγή έμπνευσης αποτέλεσε η ποιητικη συλλογή book “Letter to My Daughter“ της Maya Angelou). Μουσικά, το album είναι neo-folk, που όμως δεν αποστρέφεται τον ηλεκτρικό ήχο ή  τη χρήση electronics. Στα 33 της μόλις, η Βρετανή τραγουδοποιός δείχνει ότι κληρονομήσει τη φινέτσα της Joni Mitchell.</p>
</div>
<p>Avopolis.gr</p>
]]></content:encoded>
					
		
		
			</item>
		<item>
		<title>#Τοgether Music Picks!</title>
		<link>https://togethermag.gr/life-culture/mousiki/together-music-picks/</link>
		
		<dc:creator><![CDATA[Βικτώρια Γκουντώνη]]></dc:creator>
		<pubDate>Wed, 13 Jan 2021 14:03:34 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[Μουσική]]></category>
		<category><![CDATA[Fleet Foxes – Shore]]></category>
		<category><![CDATA[Future Islands – As Long As You Are]]></category>
		<category><![CDATA[Róisín Murphy - Róisín Machine]]></category>
		<category><![CDATA[slider]]></category>
		<category><![CDATA[The Callas – Είμαι Ένα Ξενοδοχείο]]></category>
		<category><![CDATA[together free press]]></category>
		<category><![CDATA[together mag]]></category>
		<category><![CDATA[together magazine]]></category>
		<category><![CDATA[Βικτώρια Γκουντώνη]]></category>
		<category><![CDATA[δίσκοι]]></category>
		<category><![CDATA[μουσικές κυκλοφορίες]]></category>
		<category><![CDATA[ΜΟΥΣΙΚΗ]]></category>
		<category><![CDATA[Τοgether Music Picks]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://togethermag.gr/?p=24456</guid>

					<description><![CDATA[Future Islands – As Long As You Are Η εισαγωγή στο νέο album των FutureIslands είναι σαν τις εισαγωγές σε βιβλία με μακροπερίοδο λόγο που σχεδόν δεν χρειάζονται τελεία, γιατί η αφήγηση ρέει. Το “Glada”, το πρώτο άκουσμα του “AsLongAsYouAre”, έχει τον στοχαστικό ρυθμό των FutureIslands, που χτίζεται με όμορφα synths και τη χαρακτηριστική – [&#8230;]]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p><strong>Future Islands – As Long As You Are</strong></p>
<p><img fetchpriority="high" decoding="async" class="alignnone  wp-image-24458" src="https://togethermag.gr/wp-content/uploads/2021/01/Future-Islands_As-Long-As-You-Are-300x300.jpg" alt="" width="583" height="583" srcset="https://togethermag.gr/wp-content/uploads/2021/01/Future-Islands_As-Long-As-You-Are-300x300.jpg 300w, https://togethermag.gr/wp-content/uploads/2021/01/Future-Islands_As-Long-As-You-Are-1024x1024.jpg 1024w, https://togethermag.gr/wp-content/uploads/2021/01/Future-Islands_As-Long-As-You-Are-150x150.jpg 150w, https://togethermag.gr/wp-content/uploads/2021/01/Future-Islands_As-Long-As-You-Are-768x768.jpg 768w, https://togethermag.gr/wp-content/uploads/2021/01/Future-Islands_As-Long-As-You-Are-1536x1536.jpg 1536w, https://togethermag.gr/wp-content/uploads/2021/01/Future-Islands_As-Long-As-You-Are.jpg 1600w" sizes="(max-width: 583px) 100vw, 583px" /></p>
<p>Η εισαγωγή στο νέο album των FutureIslands είναι σαν τις εισαγωγές σε βιβλία με μακροπερίοδο λόγο που σχεδόν δεν χρειάζονται τελεία, γιατί η αφήγηση ρέει. Το “Glada”, το πρώτο άκουσμα του “AsLongAsYouAre”, έχει τον στοχαστικό ρυθμό των FutureIslands, που χτίζεται με όμορφα synths και τη χαρακτηριστική – σχεδόν δραματική- φωνή του Samuel T. Herring. Με μια αρμονική και ατμοσφαιρική συνοχή τα τραγούδια υποδέχονται το ένα το άλλο και μοιάζουν να δημιουργούν ένα νήμα μουσικής, ένα κύμα σχεδόν που φουσκώνει και ηρεμεί μόνο και μόνο για να σε αγκαλιάσει ξανά από την αρχή. Στιχουργικά είναι ένα «υπαρξιακό» album, που θίγει μεγάλα ερωτήματα της ζωής, ωστόσο η ενορχήστρωσή του δημιουργεί την απόλυτη ισορροπία στοχασμού και απόλαυσης. Το νέο albumτων FutureIslandsσε μαγνητίζει με την «έκταση» που αντιπροσωπεύει ο ήχος του και σε γοητεύει με τους στίχους του. Στιςκαλύτερεςστιγμέςτουτα: “Glada”, “BorninaWar”, “For Sure” &amp; “Waking”.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p><strong>Róisín Murphy &#8211; Róisín Machine</strong></p>
<p><img decoding="async" class="alignnone  wp-image-24459" src="https://togethermag.gr/wp-content/uploads/2021/01/Roisin-Murphy_Roisin-Machine-300x300.jpg" alt="" width="583" height="583" srcset="https://togethermag.gr/wp-content/uploads/2021/01/Roisin-Murphy_Roisin-Machine-300x300.jpg 300w, https://togethermag.gr/wp-content/uploads/2021/01/Roisin-Murphy_Roisin-Machine-150x150.jpg 150w, https://togethermag.gr/wp-content/uploads/2021/01/Roisin-Murphy_Roisin-Machine.jpg 700w" sizes="(max-width: 583px) 100vw, 583px" /></p>
<p>Στοπέμπτοsoloalbumτης, ηRóisínMurphyαναμιγνύειτηνhouseκαιτηdiscoμε την επιθυμία και την αυτογνωσία. Πραγματική feelgoodμουσική που σε προσκαλεί σε έναν σχεδόν «ηδονιστικό» κόσμο όπου η απόλαυση και η φαντασία δημιουργούν έναν ουτοπικό πλαίσιο απόλυτα ελεύθερης αυτό-έκφρασης. Εθιστικά discogrooves, singalongφωνητικά και funkyμπάσα, δημιουργούν ένα soundtrack φτιαγμένο για dancefloor, ακόμα και αν αυτό βρίσκεται στο σπίτι σου. Ακόμα και όταν οι στίχοι είναι βαθύτεροι και περιγράφουν περισσότερο προσωπικές εμπειρίες της Murphy, το grooveείναι εκεί για να σε οδηγήσει στην επόμενη στιγμή χαράς και διασκέδασης. Από το σκοτάδι βγαίνει ξανά στο φως μέσα από τη λάμψη της discoκαι την αυτογνωσία μιας γυναίκας που πάντα καταφέρνει να μαγνητίζει με τις ερμηνείες της. Το “RóisínMachine” είναι ένα album,στο οποίο οφείλεις να παραδοθείς άνευ όρων. Στα highlights του album: &#8220;Simulation&#8221;, “Murphy’s Law”, “Incapable”.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p><strong>Fleet Foxes – Shore</strong></p>
<p><img decoding="async" class="alignnone  wp-image-24457" src="https://togethermag.gr/wp-content/uploads/2021/01/Fleet-Foxes-Shore-300x300.jpg" alt="" width="584" height="584" srcset="https://togethermag.gr/wp-content/uploads/2021/01/Fleet-Foxes-Shore-300x300.jpg 300w, https://togethermag.gr/wp-content/uploads/2021/01/Fleet-Foxes-Shore-150x150.jpg 150w, https://togethermag.gr/wp-content/uploads/2021/01/Fleet-Foxes-Shore.jpg 600w" sizes="(max-width: 584px) 100vw, 584px" /></p>
<p>3 χρόνια μετά την τελευταία τους κυκλοφορία, οι FleetFoxesεπιστρέφουν με το “Shore” ένα album, που ηχογραφήθηκε κατά τη διάρκεια της καραντίνας κάπου ανάμεσα στη Νέα Υόρκη, το Παρίσι και το LosAngeles. Το conceptτου νέου albumεμπνέεται από την έννοια της ακτής. Η ακτή είναι ένα μέρος που αντιπροσωπεύει την ασφάλεια, σε μια περίοδο που όλα μοιάζουν αβέβαια. Ορμώμενος από την περιπέτεια που προσφέρει το άγνωστο, αλλά και από την άνεση που προσφέρει ένα σταθερό έδαφος, ο RobinPecknoldβρήκε την έμπνευση για τη δημιουργία ενός album, που μεταφράζει ηχητικά αυτό το δίπολο εννοιών. Ο ίδιος καταφέρνει να μένει πιστός στον εαυτό του, εκφράζοντας όλα αυτά που τον απασχολούν, είτε είναι φωτεινά είτε σκοτεινά. Στιςκαλύτερεςστιγμέςτουalbum: “YoungMan’sGame”, “CanIBelieve You” &amp; “Sunblind”.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p><strong>The Callas – Είμαι Ένα Ξενοδοχείο</strong></p>
<p><img loading="lazy" decoding="async" class="alignnone  wp-image-24460" src="https://togethermag.gr/wp-content/uploads/2021/01/The-Callas_Είμαι-ένα-ξενοδοχείο-300x300.jpg" alt="" width="583" height="583" srcset="https://togethermag.gr/wp-content/uploads/2021/01/The-Callas_Είμαι-ένα-ξενοδοχείο-300x300.jpg 300w, https://togethermag.gr/wp-content/uploads/2021/01/The-Callas_Είμαι-ένα-ξενοδοχείο-1024x1024.jpg 1024w, https://togethermag.gr/wp-content/uploads/2021/01/The-Callas_Είμαι-ένα-ξενοδοχείο-150x150.jpg 150w, https://togethermag.gr/wp-content/uploads/2021/01/The-Callas_Είμαι-ένα-ξενοδοχείο-768x768.jpg 768w, https://togethermag.gr/wp-content/uploads/2021/01/The-Callas_Είμαι-ένα-ξενοδοχείο.jpg 1200w" sizes="(max-width: 583px) 100vw, 583px" /></p>
<p>Ακόμα και αν ηχογραφήθηκε σε μια παλιά αποθήκη, περιτριγυρισμένη από ελιές και πορτοκαλιές, το νέο album των The Callas από την αρχή μέχρι και το τέλος του είναι Αθήνα. Στο σύνολό του είναι μια ανάμειξη post punk με απροσδόκητα ανατολίτικα στοιχεία στους ήχους και τις συνθέσεις. Το συγκρότημα ασχολείται με τον ελληνικό στίχο τα τελευταία πέντε χρόνια, ωστόσο το «Είμαι Ένα Ξενοδοχείο» είναι ο πρώτος ελληνόφωνος δίσκος τους. Κυκλοφορεί σε LP και digitalalbum από την InnerEar.</p>
]]></content:encoded>
					
		
		
			</item>
		<item>
		<title>7 δίσκοι για αυτήν την εβδομάδα!</title>
		<link>https://togethermag.gr/life-culture/mousiki/7-diskoi-gia-aftin-tin-evdomada/</link>
		
		<dc:creator><![CDATA[togetherteam]]></dc:creator>
		<pubDate>Tue, 01 Dec 2020 11:31:50 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[Μουσική]]></category>
		<category><![CDATA[7 δίσκοι]]></category>
		<category><![CDATA[BAD BUNNY]]></category>
		<category><![CDATA[COPING MECHANISMS]]></category>
		<category><![CDATA[FLOHIO]]></category>
		<category><![CDATA[KILL ME]]></category>
		<category><![CDATA[MILEY CYRUS]]></category>
		<category><![CDATA[PLASTIC HEARTS]]></category>
		<category><![CDATA[PUMP EP]]></category>
		<category><![CDATA[slider]]></category>
		<category><![CDATA[STONES TARO]]></category>
		<category><![CDATA[SUNDARA KARMA]]></category>
		<category><![CDATA[TAYLA PARX]]></category>
		<category><![CDATA[together]]></category>
		<category><![CDATA[together free press]]></category>
		<category><![CDATA[togethermag]]></category>
		<category><![CDATA[δίσκοι]]></category>
		<category><![CDATA[ΜΟΥΣΙΚΗ]]></category>
		<category><![CDATA[μουσική λίσταα]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://togethermag.gr/?p=23804</guid>

					<description><![CDATA[Ποπ αναβίωση της μουσικής δεκαετίας του &#8217;80 (Lady Gaga&#8217;s Chromatica, Dua Lipa&#8217;s Future Nostalgia και Kylie Minogue&#8217;s Disco) και η βασίλισσα της καραντίνας Miley Cyrus κυκλοφόρησε το έβδομο στούντιο άλμπουμ της, Plastic Hearts. Ταυτόχρονα, ο Bad Bunny κυκλοφορεί το τρίτο του (!) δίσκο για το 2020, ο ράπερ του Νότιου Λονδίνου Flohio ρίχνει ένα  νέο [&#8230;]]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<div class="embed-content" data-embed-type="raw-html">
<p>Ποπ αναβίωση της μουσικής δεκαετίας του &#8217;80 (Lady Gaga&#8217;s Chromatica, Dua Lipa&#8217;s Future Nostalgia και Kylie Minogue&#8217;s Disco) και η βασίλισσα της καραντίνας Miley Cyrus κυκλοφόρησε το έβδομο στούντιο άλμπουμ της, Plastic Hearts.</p>
<div class="teads-adCall">
<p>Ταυτόχρονα, ο<span lang="el"> Bad Bunny κυκλοφορεί το τρίτο του (!) δίσκο για το 2020, ο ράπερ του Νότιου Λονδίνου Flohio ρίχνει ένα  νέο mixtape και το Coping Mechanisms της Tayla Parx είναι μια απόλαυση!</span></p>
<pre id="tw-target-text" class="tw-data-text tw-text-large XcVN5d tw-ta" dir="ltr" data-placeholder="Μετάφραση"></pre>
</div>
<h2 data-innertext="bad bunny, el último tour del mundo">BAD BUNNY, <em>EL ÚLTIMO TOUR DEL MUNDO</em></h2>
</div>
<div class="embed-content" data-embed-type="raw-html-embed"><iframe loading="lazy" src="https://open.spotify.com/embed/album/2d9BCZeAAhiZWPpbX9aPCW" width="100%" height="380" frameborder="0" data-gtm-yt-inspected-11244003_49="true" data-mce-fragment="1"></iframe></div>
<div class="embed-content" data-embed-type="raw-html">
<h2 data-innertext="black boboi, silk">BLACK BOBOI, <em>SILK</em></h2>
</div>
<div class="advert-container"></div>
<div class="embed-content" data-embed-type="raw-html-embed"><iframe loading="lazy" src="https://open.spotify.com/embed/album/33Zc6DviWdhw8yFGui98cU" width="100%" height="380" frameborder="0" data-gtm-yt-inspected-11244003_49="true" data-mce-fragment="1"></iframe></div>
<div class="embed-content" data-embed-type="raw-html">
<h2 data-innertext="flohio, no panic no pain">FLOHIO, <em>NO PANIC NO PAIN</em></h2>
</div>
<div class="embed-content" data-embed-type="raw-html-embed"><iframe loading="lazy" src="https://open.spotify.com/embed/album/7K0LNLvjx54vssCWX26PzR" width="100%" height="380" frameborder="0" data-gtm-yt-inspected-11244003_49="true" data-mce-fragment="1"></iframe></div>
<div class="embed-content" data-embed-type="raw-html">
<h2 data-innertext="miley cyrus, plastic hearts">MILEY CYRUS, <em>PLASTIC HEARTS</em></h2>
</div>
<div class="embed-content" data-embed-type="raw-html-embed"><iframe loading="lazy" src="https://open.spotify.com/embed/album/5BRhg6NSEZOj0BR6Iz56fR" width="100%" height="380" frameborder="0" data-gtm-yt-inspected-11244003_49="true" data-mce-fragment="1"></iframe></div>
<div class="embed-content" data-embed-type="raw-html">
<h2 data-innertext="stones taro, pump ep"><strong>STONES TARO, <em>PUMP EP</em></strong></h2>
</div>
<div class="embed-content" data-embed-type="raw-html-embed"><iframe loading="lazy" src="https://open.spotify.com/embed/album/55ztxVKm5jRwubQ6B0N0i0" width="100%" height="380" frameborder="0" data-gtm-yt-inspected-11244003_49="true" data-mce-fragment="1"></iframe></div>
<div class="embed-content" data-embed-type="raw-html">
<h2 data-innertext="sundara karma, kill me">SUNDARA KARMA, <em>KILL ME</em></h2>
</div>
<div class="embed-content" data-embed-type="raw-html-embed"><iframe loading="lazy" src="https://open.spotify.com/embed/album/1k1bwJhIShpa26YlblSqvt" width="100%" height="380" frameborder="0" data-gtm-yt-inspected-11244003_49="true" data-mce-fragment="1"></iframe></div>
<div class="embed-content" data-embed-type="raw-html">
<h2 data-innertext="tayla parx, coping mechanisms">TAYLA PARX, <em>COPING MECHANISMS</em></h2>
<article class="main-article" data-primary-article="true" data-article-id="51245">
<div class="article-main-content">
<div class="article-body-container">
<div class="article-body">
<div class="embed-content" data-embed-type="raw-html-embed"><iframe loading="lazy" src="https://open.spotify.com/embed/album/34DsY6z1WKrdPelGDmx8Uo" width="100%" height="380" frameborder="0" data-gtm-yt-inspected-11244003_49="true" data-mce-fragment="1"></iframe></div>
<div></div>
</div>
<aside class="article-body-aside hidden-phone hidden-tablet">
<div class="advert-container">
<div id="gpt-ad-952385372-dd_article_sidebar_1" class="advert" data-cb-ad-id="DD_Article_Sidebar_1" data-google-query-id="CLrUmbfVrO0CFYHIuwgdX-QFyg" data-ad-width="300" data-ad-height="600"></div>
</div>
</aside>
</div>
</div>
</article>
<div class="article-list-container standard-article-list-container" data-ajax-load="/article/ListJson?json=CJg6EQAOHwnsKWeX8m4EK5Jc86FN2knkajgThMmZTfdq36dVLEdj2MwAofeDAJ2Hc1-ac1aM2fZRHTqi75_UnLrSrUMj5vfAdurN_EUGhS3F7h9xsu_r3DZczuNsJDCsgKkAIWtHvTOg3oivU49mUhvrZjlJkLCAUelDtlb8bqW9pAVXqfBfQy_97fDKQk3bW6lN2Iv16-J312JGZkrl0wk9jFfB1WamLibl9Q0_LuLk2Hve8TFrInxgZr1yNR5x4rDaoKat8Bh3i-654iA3_NxOD1S7U39O8ybOlu3MR4U" data-delay-load-status="loaded"></div>
</div>
]]></content:encoded>
					
		
		
			</item>
		<item>
		<title>MUSIC Rewind: H μουσική αναδρομή του Together για το 2019!</title>
		<link>https://togethermag.gr/life-culture/mousiki/music-rewind-h-mousiki-anadromi-tou-together-gia-to-2019/</link>
		
		<dc:creator><![CDATA[Βικτώρια Γκουντώνη]]></dc:creator>
		<pubDate>Sat, 11 Jan 2020 11:21:39 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[Μουσική]]></category>
		<category><![CDATA[2019]]></category>
		<category><![CDATA[rewind]]></category>
		<category><![CDATA[together free press]]></category>
		<category><![CDATA[togethermag]]></category>
		<category><![CDATA[αναδρομή]]></category>
		<category><![CDATA[Βικτώρια Γκουντώνη. μουσική]]></category>
		<category><![CDATA[δίσκοι]]></category>
		<category><![CDATA[κοζάνη]]></category>
		<category><![CDATA[νές κυκλοφορίες]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://togethermag.gr/?p=20253</guid>

					<description><![CDATA[&#160; &#160; Nick Cave And The Bad Seeds – Ghosteen Η ζωή χαρακτηρίζεται από χωρισμούς κα διαχωρισμούς. Σκληρές γραμμές που χωρίζουν την μέρα και τη νύχτα, τις ανθρώπινες σχέσεις, τη ζωή και τον θάνατο. Η ζωή και ο θάνατος αποτελούν σημαντικά θέματα και βασικές πηγές έμπνευσης για τον Nick Cave και για ακόμα μια φορά [&#8230;]]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p>&nbsp;</p>
<p>&nbsp;</p>
<p><strong>Nick Cave And The Bad Seeds – Ghosteen</strong></p>
<p><img loading="lazy" decoding="async" class="alignnone  wp-image-20255" src="https://togethermag.gr/wp-content/uploads/2020/01/ghosteen_nick_cave.jpg" alt="" width="360" height="360" srcset="https://togethermag.gr/wp-content/uploads/2020/01/ghosteen_nick_cave.jpg 225w, https://togethermag.gr/wp-content/uploads/2020/01/ghosteen_nick_cave-150x150.jpg 150w" sizes="(max-width: 360px) 100vw, 360px" /></p>
<p>Η ζωή χαρακτηρίζεται από χωρισμούς κα διαχωρισμούς. Σκληρές γραμμές που χωρίζουν την μέρα και τη νύχτα, τις ανθρώπινες σχέσεις, τη ζωή και τον θάνατο. Η ζωή και ο θάνατος αποτελούν σημαντικά θέματα και βασικές πηγές έμπνευσης για τον Nick Cave και για ακόμα μια φορά δίνει σάρκα και οστά στις σκέψεις του. Τα synths που μοιάζουν να στροβιλίζονται μας υποδέχονται από τα πρώτα λεπτά του album, το οποίο ακολουθεί τον ατμοσφαιρικό μινιμαλισμό των τελευταίων κυκλοφοριών των Bad Seeds. Αυτή τη φορά η απλότητα είναι γοητευτική, σαγηνευτική, μελωδική, έχει υπόσταση και οντότητα και μέσα από αυτή ο Cave εξακολουθεί να εξερευνά τη θλίψη και την απώλεια. Κάθε του στίχος είναι σαν μια ποιητική σκηνή, ζωντανεύει, πάλλεται. Αν και η αίσθηση της απώλειας και του πένθους διατρέχει όλο το album, η αγάπη αποτελεί την κινητήριο δύναμη του Ghosteen. Είναι το μέσο που συνδέει τον Nick Cave με το πνεύμα του γιου του, είναι το μέσο που συνδέει τη ζωή με το θάνατο. Στις καλύτερες στιγμές του άλμπουμ: “Waiting for You”, “Galleon Ship”, “Ghosteen”, “Hollywood”, “Bright Horses”.</p>
<p><strong> </strong></p>
<p><strong>Sharon Van Etten-Remind Me Tomorrow</strong></p>
<p><img loading="lazy" decoding="async" class="alignnone  wp-image-20258" src="https://togethermag.gr/wp-content/uploads/2020/01/sharon-van-ettenremindmetomorrow-300x300.jpg" alt="" width="360" height="360" srcset="https://togethermag.gr/wp-content/uploads/2020/01/sharon-van-ettenremindmetomorrow-300x300.jpg 300w, https://togethermag.gr/wp-content/uploads/2020/01/sharon-van-ettenremindmetomorrow-150x150.jpg 150w, https://togethermag.gr/wp-content/uploads/2020/01/sharon-van-ettenremindmetomorrow-768x768.jpg 768w, https://togethermag.gr/wp-content/uploads/2020/01/sharon-van-ettenremindmetomorrow.jpg 900w" sizes="(max-width: 360px) 100vw, 360px" /></p>
<p>Πέντε χρόνια μετά το εξαιρετικό “Are We There” η Sharon Van Etten επιστρέφει με μια μεταδοτική αυτοπεποίθηση και μια αναζωογονητική αυθεντικότητα. Το “Remind Me Tomorrow” στιχουργικά και ηχητικά είναι το αποτύπωμα αυτών των «χαμένων χρόνων». Σε πρόσφατη συνέντευξή της δήλωσε πως «δεν ήθελε να κάνει κάτι διαφορετικό αλλά έπρεπε να κάνει κάτι διαφορετικό», καταφέρνοντας να περιγράψει το τελευταίο της πόνημα με μια φράση. Στο “Memorial Day” μοιάζει να τρέφεται από την απομόνωση, ενώ στο κορυφαίο “Jupiter 4” η φωνή της είναι ανατριχιαστική και οι ήχοι της σχεδόν απόκοσμοι. Το συναίσθημα όμως είναι εκεί, ακούγεται σε κάθε της λέξη. Στο “Seventeen” η Sharon Van Etten τραγουδάει για το παρελθόν, σε κάνει όμως να χάνεσαι στο παρόν. Το album στην ολότητά του είναι αριστουργηματικό. Καλοδουλεμένο και αυθεντικό, προσωπικό και προσιτό. Σαν τη Van Etten που από τη μια την ακούς στο αυτί σου και από την άλλη τέρμα στα ηχεία.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p><strong>Lana Del Rey – Norman Fucking Rockwell! </strong></p>
<p><img loading="lazy" decoding="async" class="alignnone  wp-image-20257" src="https://togethermag.gr/wp-content/uploads/2020/01/lana-del-rey-norman-fucking-rockwell-300x300.jpg" alt="" width="360" height="360" srcset="https://togethermag.gr/wp-content/uploads/2020/01/lana-del-rey-norman-fucking-rockwell-300x300.jpg 300w, https://togethermag.gr/wp-content/uploads/2020/01/lana-del-rey-norman-fucking-rockwell-150x150.jpg 150w, https://togethermag.gr/wp-content/uploads/2020/01/lana-del-rey-norman-fucking-rockwell.jpg 640w" sizes="(max-width: 360px) 100vw, 360px" /></p>
<p>H Lana Del Rey με το Norman Fucking Rockwell αποδεικνύει για ακόμα μια φορά πως συνειδητά είναι και θα είναι καλλιτέχνης που η μουσική του είναι ζωτικής σημασίας για την υπόστασή του. Παραμένει αληθινή στις «εμμονές της», τις αισθητικές, πολιτιστικές και προσωπικές εμμονές της, ξεπερνώντας κάθε μισογυνιστικό εμπόδιο που θα μπορούσε να εκτροχιάσει την καριέρα της. Καταφέρνει να ισορροπήσει ανάμεσα σε προσωπικούς ευσεβείς πόθους αγάπης και έρωτα και την δυστοπική κατάσταση του κόσμου. Αυτή νοσταλγία που διαφαίνεται στιχουργικά και ηχητικά, ενώ θα μπορούσε να είναι κακόγουστη, καταφέρνει να είναι χρήσιμη αλλά και ένα μέσα διεύρυνσης του μουσικού πεδίου της Lana Del Rey. Στις καλύτερες στιγμές του δίσκου συμπεριλαμβάνονται: το “Normal fucking Rockwell”, το “Mariners Apartment Complex”, το “The greatest” αλλά και το “Hope is a dangerous thing for a woman like me to have – but I have it”.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p><strong>Tyler, the Creator – IGOR</strong></p>
<p><img loading="lazy" decoding="async" class="alignnone  wp-image-20254" src="https://togethermag.gr/wp-content/uploads/2020/01/tyler-the-creator--300x300.jpg" alt="" width="360" height="360" srcset="https://togethermag.gr/wp-content/uploads/2020/01/tyler-the-creator--300x300.jpg 300w, https://togethermag.gr/wp-content/uploads/2020/01/tyler-the-creator--150x150.jpg 150w, https://togethermag.gr/wp-content/uploads/2020/01/tyler-the-creator--768x768.jpg 768w, https://togethermag.gr/wp-content/uploads/2020/01/tyler-the-creator-.jpg 970w" sizes="(max-width: 360px) 100vw, 360px" /></p>
<p>To έκτο album του Tyler, The Creator είναι βαθιά συναισθηματικό και αντιπροσωπεύει το μουσικό ραφινάρισμα ενός καλλιτέχνη που βάζει την ψυχή του σε αυτό που κάνει. Αυτή τη φορά όμως τα πράγματα είναι πιο απλά και πιο στιβαρά. Για να μεταφέρει αποτελεσματικά την αφήγηση του IGOR, o Tyler τόσο στην παραγωγή όσο και στη σύνθεση δούλεψε με πολύ μεγάλη ακρίβεια. Γι’ αυτό το κάθε τραγούδι του album περιβάλλει τον ακροατή με τον συναισθηματισμό του. Από το “Earfquake” και το “Running Out Of Time” στο “Thank You” και στο “Are We Still Friends” o Tyler πραγματικά τελειοποιεί την προσέγγιση και τις εκτελέσεις των τραγουδιών του. Δείχνει τον πιο ευάλωτο εαυτό του και αφήνει τις σκέψεις του να κατακλύσουν τον ακροατή. Στο “IGOR”, συμμετέχουν και άλλοι κορυφαίοι καλλιτέχνες όπως η Solange, o Jack White, o Kanye West, εμπλουτίζοντας με τον δικό τους τρόπο την ακουστική εμπειρία που προσφέρει. Είναι ένα album που ακούγεται από την αρχή μέχρι το τέλος, χωρίς στοπ.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p><strong>Kim Gordon – No Home Record</strong></p>
<p><img loading="lazy" decoding="async" class="alignnone  wp-image-20256" src="https://togethermag.gr/wp-content/uploads/2020/01/kim-gordon-no-home-record--300x300.jpg" alt="" width="360" height="360" srcset="https://togethermag.gr/wp-content/uploads/2020/01/kim-gordon-no-home-record--300x300.jpg 300w, https://togethermag.gr/wp-content/uploads/2020/01/kim-gordon-no-home-record--150x150.jpg 150w, https://togethermag.gr/wp-content/uploads/2020/01/kim-gordon-no-home-record--768x768.jpg 768w, https://togethermag.gr/wp-content/uploads/2020/01/kim-gordon-no-home-record-.jpg 807w" sizes="(max-width: 360px) 100vw, 360px" /></p>
<p>Το 2019 είναι η χρονιά που η θρυλική Kim Gordon κυκλοφορεί το πρώτο της solo album. Για 30 χρόνια ήταν στην κορυφή του cool με τους Sonic Youth, ενώ τα τελευταία 8 χρόνια μετά τη διάλυση των Sonic Youth και το τέλος στη σχέση της με τον Thurston Moore, η πολυτάλαντη Gordon επιστρέφει στο Los Angeles για να γράψει το πρώτο προσωπικό της album. Η μετακόμιση, οι μεταβατικές φάσεις της και η περίοδος προσαρμογής αποτέλεσαν το πρωτόλειο υλικό έμπνευσης για το album που λειτουργεί σαν μανιφέστο της εποχής. Η Kim Gordon δεν έχει να αποδείξει τίποτα, παρόλα αυτά με το No Home Record καταφέρνει να ξεπεράσει τον εαυτό της, εγκαινιάζοντας μια νέα περίοδο καλλιτεχνικής δημιουργίας. Με τον χαρακτηριστικό κιθαριστικό ήχο και την προθυμία να εκφράσει τον φόβο της εποχής μέσα από τις πειραματικές επιρροές της, οι στίχοι της υπογραμμίζουν ευθέως τους παραλογισμούς που μας ταλανίζουν. Το No Home Record επιφέρει την κάθαρση που τόσο χρειαζόμαστε. Αυτό το album ακούγεται στο repeat και στο τέρμα. Για να καταλάβεις περί τίνος πρόκειται άκουσε το “Air BnB”, το “Don’t Play It”, και το “Get Yr Life Back”.</p>
<p><strong> </strong></p>
<p><strong>When I Get Home – Solange</strong></p>
<p><img loading="lazy" decoding="async" class="alignnone  wp-image-20259" src="https://togethermag.gr/wp-content/uploads/2020/01/solange-when-i-get-home-300x300.jpg" alt="" width="360" height="360" srcset="https://togethermag.gr/wp-content/uploads/2020/01/solange-when-i-get-home-300x300.jpg 300w, https://togethermag.gr/wp-content/uploads/2020/01/solange-when-i-get-home-150x150.jpg 150w, https://togethermag.gr/wp-content/uploads/2020/01/solange-when-i-get-home-768x768.jpg 768w, https://togethermag.gr/wp-content/uploads/2020/01/solange-when-i-get-home.jpg 800w" sizes="(max-width: 360px) 100vw, 360px" /></p>
<p>Η ξαφνική κυκλοφορία του τέταρτου full length album της Solange με τίτλο “When I Get Home” μας αποδεικνύει πως η μίξη διαφορετικών ειδών και επιρροών είναι η μεγαλύτερη έμπνευση για την ίδια. Πρόκειται για ένα album που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί σαν μια προσωπική επιστολή στον αγαπημένο τόπο της, το Huston. Τα 19 κομμάτια του δίσκου περιλαμβάνουν samples από γνωστούς καλλιτέχνες του Huston και εναρμονίζουν jazz, drum and bass και rap επιρροές. Η φράση “Do nothing without intention” που ακούγεται στο ιντερλούδιο του album μοιάζει να περιγράφει τη συνολική φιλοσοφία του, καθώς η Solange περίτεχνα ενώνει σε ένα μωσαϊκό ήχων και συνθέσεων τη συμβολή των συνεργατών της (Tyler, The Creator, Cassie). Τραγούδια με έντονους ρυθμούς που ηχούν δυνατά, εμπνευσμένοι στίχοι και προσεγμένη παραγωγή, είναι μερικά από τα στοιχεία που συνθέτουν μια από τις πιο δυνατές κυκλοφορίες της. Η αγάπη της Solange για την πόλη της είναι παρούσα στο εξαιρετικό “Almeda” . Από εκεί μεταφερόμαστε στα riffs του “My Skin My Logo”, βυθιζόμαστε στο υπνωτικό “Stay Flo” και απολαμβάνουμε την αρμονική εναλλαγή και τη μίξη στοιχείων και ειδών που αποτελούν ένα πραγματικό φόρο τιμής στο Huston αλλά και ένα ταξίδι εσωτερικής ανακάλυψης.</p>
<p>&nbsp;</p>
]]></content:encoded>
					
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Στην playlist του Together!</title>
		<link>https://togethermag.gr/uncategorized/stin-playlist-tou-together-2/</link>
		
		<dc:creator><![CDATA[Βικτώρια Γκουντώνη]]></dc:creator>
		<pubDate>Tue, 06 Aug 2019 11:02:58 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[Χωρίς κατηγορία]]></category>
		<category><![CDATA[mucis]]></category>
		<category><![CDATA[slider]]></category>
		<category><![CDATA[together free press]]></category>
		<category><![CDATA[together mag]]></category>
		<category><![CDATA[together music]]></category>
		<category><![CDATA[ακούσαμε]]></category>
		<category><![CDATA[δίσκοι]]></category>
		<category><![CDATA[κυκλοφορίες]]></category>
		<category><![CDATA[ΜΟΥΣΙΚΗ]]></category>
		<category><![CDATA[νέες κυκλοφορίες]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://togethermag.gr/?p=19347</guid>

					<description><![CDATA[&#160; &#160; Mac DeΜarco &#8211; Here Comes The Cowboy &#160; O Mac DeΜarco τα τελευταία έξι χρόνια κατάφερε από pepperoni playboy να γίνει cowboy, μας έμαθε πως τελικά ακούγεται το jizz – jazz και πως η μουσική του θα έχει πάντα να μας πει κάτι. Φτάνοντας στην τέταρτη ολοκληρωμένη κυκλοφορία του, ο Mac DeΜarco συνεχίζει [&#8230;]]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p>&nbsp;</p>
<p>&nbsp;</p>
<p style="text-align: center;"><strong>Mac De</strong><strong>Μ</strong><strong>arco &#8211; Here Comes The Cowboy</strong></p>
<p>&nbsp;</p>
<p><img loading="lazy" decoding="async" class="wp-image-19351 aligncenter" src="https://togethermag.gr/wp-content/uploads/2019/08/Mac-DeMarco-Here-Comes-The-Cowboy--300x300.jpg" alt="" width="638" height="638" srcset="https://togethermag.gr/wp-content/uploads/2019/08/Mac-DeMarco-Here-Comes-The-Cowboy--300x300.jpg 300w, https://togethermag.gr/wp-content/uploads/2019/08/Mac-DeMarco-Here-Comes-The-Cowboy--150x150.jpg 150w, https://togethermag.gr/wp-content/uploads/2019/08/Mac-DeMarco-Here-Comes-The-Cowboy-.jpg 620w" sizes="(max-width: 638px) 100vw, 638px" /></p>
<p>O Mac DeΜarco τα τελευταία έξι χρόνια κατάφερε από pepperoni playboy να γίνει cowboy, μας έμαθε πως τελικά ακούγεται το jizz – jazz και πως η μουσική του θα έχει πάντα να μας πει κάτι. Φτάνοντας στην τέταρτη ολοκληρωμένη κυκλοφορία του, ο Mac DeΜarco συνεχίζει να παίρνει δημιουργικά ρίσκα, αποδεικνύοντας πως είναι ένας θαρραλέος καλλιτέχνης. Το “Here Comes The Cowboy” είναι ένα album στο οποίο ο DeMarco συνεχίζει να πατά στα ίδια γλυκά μονοπάτια μελαγχολίας, αν και οι στίχοι του πλέον δείχνουν μια διαφορετική ωριμότητα αλλά και έναν αναπόφευκτο κυνισμό. Η μουσική ευελιξία του διαφαίνεται σε όλη τη διάρκεια του δίσκου, αν και υπάρχουν μερικές στιγμές στασιμότητας. Το ιδιαίτερα συναρπαστικό μείγμα από μουσικές επιρροές φαίνεται πως για ακόμα μια φορά αποτελεί την κινητήριο δύναμη για το Mac DeMarco, ο οποίος πραγματικά ξεχωρίζει και εμπνέεται όταν έχει στη διάθεσή του ένα διευρυμένο φάσμα οργάνων και στυλ. Στα καλύτερες στιγμές του album συμπεριλαμβάνεται το “Nobody”, το “Choo Choo” και το “All Of Our</p>
<p>Yesterdays”.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>&nbsp;</p>
<p style="text-align: center;"><strong>Hatchie – Keepshake</strong></p>
<p>&nbsp;</p>
<p><img loading="lazy" decoding="async" class=" wp-image-19350 aligncenter" src="https://togethermag.gr/wp-content/uploads/2019/08/hatchie-keepshake-300x300.jpeg" alt="" width="665" height="665" srcset="https://togethermag.gr/wp-content/uploads/2019/08/hatchie-keepshake-300x300.jpeg 300w, https://togethermag.gr/wp-content/uploads/2019/08/hatchie-keepshake-150x150.jpeg 150w, https://togethermag.gr/wp-content/uploads/2019/08/hatchie-keepshake.jpeg 514w" sizes="(max-width: 665px) 100vw, 665px" /></p>
<p>&nbsp;</p>
<p>To “Keepshake” είναι το πρώτο ολοκληρωμένο album της Hatchie, η οποία τράβηξε την προσοχή όλων μας με το EP “Sugar &amp; Spice”. Ακροβατώντας ανάμεσα σε shoegaze και ονειρικούς ποπ ήχους η Hatchie με αυτό το album αποδεικνύει πως φτιάχνεται σωστά και δεξιοτεχνικά ένα ατμοσφαιρικό ξεκίνημα. Καθ’ όλη τη διάρκεια του album η μελωδική φωνή της Hatchie ή αλλιώς Harriette Pilbeam, ενώνει μαγικά όλα τα στοιχεία των τραγουδιών, δημιουργώντας μια υπνωτική διάθεση ταξιδιού μέσα από ήχους και λέξεις. Μια συνεχής αναζήτηση μέσα από την οποία η ίδια χαράζει τις δικές της ξεχωριστές γραμμές. Εμπνέει στον ακροατή την εμπιστοσύνη να την ακολουθήσει σε νέες κατευθύνσεις, όποιες και αν είναι αυτές. Απολαύστε το “Obsessed”, το “Without A Blush”, το “Unwanted Guest” και το When I Get Out”.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p><strong> </strong></p>
<p style="text-align: center;"><strong>Vampire Weekend – Father Of The Bride</strong></p>
<p>&nbsp;</p>
<p><img loading="lazy" decoding="async" class=" wp-image-19349 aligncenter" src="https://togethermag.gr/wp-content/uploads/2019/08/vampire-weekend-father-of-the-bride-287x300.png" alt="" width="690" height="722" /></p>
<p>&nbsp;</p>
<p>O Ezra Koenig και οι μουσικοί του επιστρέφουν με ένα ώριμο δίσκο για την αγάπη, τον πόθο και την απώλεια. Ο λόγος για το album “Father Of The Bride”, το οποίο βρίσκει τον Koenig σε μα φάση υπομονής και σοφίας. Έτσι και οι χαρακτήρες στα τραγούδια του αν και σε στιγμές έρχονται αντιμέτωποι με την ανησυχία και την αβεβαιότητα, βρίσκουν το χρόνο και τη δύναμη να «αναπνεύσουν». Θεματολογικά το album σχετίζεται τόσο με την πιθανότητα της κατάληξης όσο και μιας νέας αρχής, όπως συμβαίνει και στο εναρκτήριο “Hold You Now”. Οι Vampire Weekend σε αυτή την κυκλοφορία μοιάζουν πιο ώριμοι από ποτέ, καθώς έχουν βιώσει διαφορετικά και βαθύτερα την αγάπη, τις απώλειες, τις αλλαγές, τις εξελίξεις. Ακόμα και αν το Father Of The Bride δεν έχει τον ίδιο παρορμητισμό και αυθορμητισμό που είχαν οι πρώτες κυκλοφορίες του συγκροτήματος, είναι ένας δίσκος που σηματοδοτεί μια νέα αρχή, μια διαφορετική φάση, ένα άλλο κεφάλαιο, ένα τολμηρό επίτευγμα. Ξεχωρίζουν τα “Harmony Hall”, “This Life”, “Unbearably White” και “Stranger”.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>&nbsp;</p>
<p style="text-align: center;"><strong>Tyler, the Creator – IGOR</strong></p>
<p>&nbsp;</p>
<p><img loading="lazy" decoding="async" class=" wp-image-19348 aligncenter" src="https://togethermag.gr/wp-content/uploads/2019/08/Tyler-the-Creator-IGOR-300x300.jpg" alt="" width="698" height="698" srcset="https://togethermag.gr/wp-content/uploads/2019/08/Tyler-the-Creator-IGOR-300x300.jpg 300w, https://togethermag.gr/wp-content/uploads/2019/08/Tyler-the-Creator-IGOR-150x150.jpg 150w, https://togethermag.gr/wp-content/uploads/2019/08/Tyler-the-Creator-IGOR.jpg 320w" sizes="(max-width: 698px) 100vw, 698px" /></p>
<p>To έκτο album του Tyler, The Creator είναι βαθιά συναισθηματικό και αντιπροσωπεύει το μουσικό ραφινάρισμα ενός καλλιτέχνη που βάζει την ψυχή του σε αυτό που κάνει. Αυτή τη φορά όμως τα πράγματα είναι πιο απλά και πιο στιβαρά. Για να μεταφέρει αποτελεσματικά την αφήγηση του IGOR, o Tyler τόσο στην παραγωγή όσο και στη σύνθεση δούλεψε με πολύ μεγάλη ακρίβεια. Γι’ αυτό το κάθε τραγούδι του album περιβάλλει τον ακροατή με τον συναισθηματισμό του. Από το “Earfquake” και το “Running Out Of Time” στο “Thank You” και στο “Are We Still Friends” o Tyler πραγματικά τελειοποιεί την προσέγγιση και τις εκτελέσεις των τραγουδιών του. Δείχνει τον πιο ευάλωτο εαυτό του και αφήνει τις σκέψεις του να κατακλύσουν τον ακροατή. Στο “IGOR”, συμμετέχουν και άλλοι κορυφαίοι καλλιτέχνες όπως η Solange, o Jack White, o Kanye West, εμπλουτίζοντας με τον δικό τους τρόπο την ακουστική εμπειρία που προσφέρει. Είναι ένα album που ακούγεται από την αρχή μέχρι το τέλος, χωρίς στοπ.</p>
<p>&nbsp;</p>
]]></content:encoded>
					
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Πατήστε το play! Οι προτάσεις είναι 4 &#124;&#124;</title>
		<link>https://togethermag.gr/newsfeed/patiste-play-diksoi/</link>
		
		<dc:creator><![CDATA[Κέλλυ Γρηγοριάδου]]></dc:creator>
		<pubDate>Thu, 06 Sep 2018 21:00:00 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[News Feed]]></category>
		<category><![CDATA[Κόσμος]]></category>
		<category><![CDATA[Μουσική]]></category>
		<category><![CDATA[Florence]]></category>
		<category><![CDATA[Jay Z]]></category>
		<category><![CDATA[kiklofories]]></category>
		<category><![CDATA[δίσκοι]]></category>
		<category><![CDATA[ΜΟΥΣΙΚΗ]]></category>
		<category><![CDATA[μουσικοί]]></category>
		<category><![CDATA[προτείνουμε]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://togethermag.gr/uncategorized/patiste-play-diksoi/</guid>

					<description><![CDATA[“High As Hope”- Florence And The Machine Από το “Lungs” στο “Ceremonials” και από το “How Big How Blue How Beautiful” στο “High As Hope”, οι Florence And The Machine γράφουν μουσικές που γεμίζουν την καρδιά σου και μένουν για καιρό στα αυτιά σου. Η παραδοχή ενός οδυνηρού χωρισμού ενέπνευσε έναν ολόκληρο δίσκο, ενώ τέσσερα [&#8230;]]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p><strong>“High As Hope”- Florence And The Machine </strong></p>
<p>Από το “Lungs” στο “Ceremonials” και από το “How Big How Blue How Beautiful” στο “High As Hope”, οι <strong>Florence And The Machine</strong> γράφουν μουσικές που γεμίζουν την καρδιά σου και μένουν για καιρό στα αυτιά σου. Η παραδοχή ενός οδυνηρού χωρισμού ενέπνευσε έναν ολόκληρο δίσκο, ενώ τέσσερα χρόνια μετά η κοκκινομάλλα με την μεγάλη φωνή επιστρέφει για να γιορτάσει με ένα επικό άλμπουμ την αποδοχή του εαυτού, την αυτοπεποίθηση, την καινούρια αρχή. Ένα άλμπουμ γεμάτο μυστικά, τα οποία η Florence είναι διατεθειμένη να τραγουδήσει και να ομολογήσει, και ήχους που σαρώνουν τα πάντα γύρω τους και σε κάνουν να χαθείς μέσα σε αυτούς. Ειλικρινείς στίχοι, ευάλωτες ερμηνείες απαλλαγμένες από πολλαπλές μεταφορές, τραγούδια που αντιπροσωπεύουν καλλιτεχνική γενναιότητα. Το <strong>“</strong><strong>High </strong><strong>As </strong><strong>Hope”</strong> είναι ένα άλμπουμ που η Florence ευχαριστήθηκε πραγματικά τη σύνθεσή του, καθώς είναι το πρώτο που έκανε νηφάλια και χαρούμενη συναισθηματικά. Το “<strong>Hunger</strong>” είναι ένα κομμάτι, με τον πρώτο στίχο να μιλά για τον αγώνα της Welch με διατροφικές διαταραχές στα 17 της , με ρυθμικά drums και δυναμικά φωνητικά που θυμίζουν τον προηγούμενο δίσκο της. Οι τόνοι πέφτουν στο “<strong>Big </strong><strong>God</strong>”, μια μπαλάντα με στοιχεία blues, στίχους που μιλούν για αναπάντητα μηνύματα και ένα σαξόφωνο που δίνει άλλη συναισθηματική βαρύτητα στο κομμάτι. Στο “<strong>Patricia</strong>” αποτείνεται φόρος τιμής στην Patti Smith, ενώ στο “<strong>100 </strong><strong>Years</strong>” o ήχος έχει ένα  θριαμβευτικό γνώρισμα. Το “<strong>High </strong><strong>As </strong><strong>Hope</strong>” είναι ένα βαθιά προσωπικό άλμπουμ που γοητεύει.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p><img loading="lazy" decoding="async" class=" wp-image-9126 aligncenter" src="https://togethermag.gr/wp-content/uploads/2019/02/Florence-and-the-Machine.jpg" alt="" width="735" height="735" /></p>
<p>&nbsp;</p>
<p><strong> “7” – </strong><strong>Beach </strong><strong>House</strong></p>
<p>Οι <strong>Beach </strong><strong>House</strong>, ή αλλιώς το δίδυμο των Victoria Legrand και του Alex Scally, εδώ και μια δεκαετία έχει συνθέσει τον ήχο των πιο όμορφων dream pop ονείρων. Ο ήχος του μπορεί να μοιάζει ήπιος αλλά είναι χρωματισμένος με τις πιο ονειρικές μελωδίες, σαν αυτές που θες να ακούσεις μόνος σου στο σκοτάδι. Το 2015 κυκλοφόρησαν το εξαιρετικό <strong>“</strong><strong>Depression </strong><strong>Cherry” </strong>ανεβάζοντας τον πήχη σε ύψη που θεωρητικά δύσκολα θα μπορούσαν να ξεπεραστούν. Και μετά ήρθε το <strong>“7”</strong>. Η εισαγωγή στο άλμπουμ γίνεται με το έντονα ψυχεδελικά ποπ <strong>“</strong><strong>Dark </strong><strong>Spring ”</strong>, αλλά η συνέχεια που έπεται μουσικά παίρνει ένα ηπιότερο ρυθμό, χωρίς να χάνει το συναρπαστικό στοιχείο. Ένα άλμπουμ που ακούγεται προσωπικό και συνάμα τεράστιο, φωτεινό μέσα στο σκοτάδι του, πρωτότυπο και συγχρόνως γνώριμο. Στο <strong>“7”</strong> οι <strong>Beach </strong><strong>House</strong> άλλαξαν συνεργάτες, δούλεψαν μαζί με τον παραγωγό των Panda Bear και MGMT και τον Peter Kember, πρώην μέλος των Spacemen 3, και αυτό φάνηκε στον ήχο τους. Έγραψαν συναρπαστικά τραγούδια που είναι πραγματικά μεγάλα και ακροβατούν ανάμεσα στο shoegazing και τα glossy synths. To <strong>“</strong><strong>Lemon </strong><strong>Glow”</strong>, το <strong>“</strong><strong>Dive”</strong>, το <strong>“</strong><strong>Drunk </strong><strong>in </strong><strong>LA”,</strong> είναι μερικά από τα τραγούδια που θα αποκτήσουν γρήγορα το status του κλασικού για τους <strong>Beach </strong><strong>House</strong>, ενώ το άλμπουμ στην ολότητά του θα σε συναρπάσει, θα σε τυλίξει μέσα του θα σε κάνει να ονειρευτείς.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p><img loading="lazy" decoding="async" class="wp-image-9127 aligncenter" src="https://togethermag.gr/wp-content/uploads/2019/02/beach-house.jpg" alt="" width="854" height="854" /></p>
<p>&nbsp;</p>
<p><strong>“God’s Favorite Customer” &#8211; Father John Misty </strong></p>
<p>To 2015 o Father John Misty κυκλοφόρησε το “<strong>I </strong><strong>Love </strong><strong>You </strong><strong>Honeybear</strong>” μια ωδή στην αγάπη, τον πόθο και το «εγώ», με ακόλουθό του το <strong>“</strong><strong>Pure </strong><strong>Comedy”</strong> ένα άλμπουμ στο οποίο στοχάστηκε πάνω στη φιλόδοξη διερεύνηση της ανθρώπινης κατάστασης. Η πιο πρόσφατη κυκλοφορία του τιτλοφορείται <strong>“</strong><strong>God’</strong><strong>s </strong><strong>Favorite </strong><strong>Customer”</strong> και φαίνεται θεματικά να συνδυάζει τα προηγούμενα δύο άλμπουμ μέσα από μια απλή μουσικά προσέγγιση. Μια προσέγγιση που θυμίζει την επιστροφή στους βασικούς ήχους και ρυθμούς. Ο χαρακτηριστικός soft rock ήχος είναι ακόμα παρών σε όλα τα τραγούδια, αλλά ο ακροατής τον αισθάνεται πιο σκοτεινό, περισσότερο εσωτερικό. Μαθαίνουμε πως τα πράγματα δεν είναι σωστά. Αέναα ανήσυχο, ο «αγαπημένος πελάτης του Θεού» είναι ένα άλμπουμ που μιλάει για δωμάτια ξενοδοχείου και ρεσεψιόν, εισέρχεται και βγαίνει από ένα μεταβατικό περιβάλλον, ένα περιβάλλον που συχνά δεν έχει αγάπη ή άνεση. Στιχουργικά, ο <strong>Father </strong><strong>John </strong><strong>Misty</strong> μιλά για μια ανεκπλήρωτη σφοδρή επιθυμία που καταρρέει στην απομόνωση του εαυτού. Το μυαλό του φαίνεται να περνάει από θέμα σε θέμα, ωστόσο μένει πάντα κολλημένο σε αυτό που έχει χαθεί. Η διάθεση του άλμπουμ δεν περιορίζεται στη σοβαρότητα τέτοιων θεμάτων. Το ιδιαίτερο χιούμορ του <strong>Father </strong><strong>John </strong><strong>Misty</strong> είναι εκεί, η ιδιοφυία του διατρέχει κάθε στίχο και ήχο, ενώ η φωνή του παραμένει πάντα προσωπική και διεισδυτική . Εν κατακλείδι, μαθαίνουμε πως ο πόνος περνά, αλλά η ατομικότητα παραμένει κάτι που αγαπάμε αλλά και φοβόμαστε. Ένα άλμπουμ γεμάτο με ερωτήσεις που δεν βρίσκουν απάντηση. Ο <strong>Father </strong><strong>John </strong><strong>Misty</strong> στην πιο ειλικρινή και βαθιά εκδοχή του.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p><img loading="lazy" decoding="async" class="alignnone wp-image-9129" src="https://togethermag.gr/wp-content/uploads/2019/02/father-john-misty-300x300.jpg" alt="" width="812" height="812" /></p>
<p>&nbsp;</p>
<p><strong>“Everything Is Love” – Beyoncé / JAY-Z</strong></p>
<p>Το πιο ισχυρό ζευγάρι της μουσικής, οι <strong>Carters</strong>, κυκλοφόρησαν προς έκπληξη όλων ένα κοινό άλμπουμ που τιτλοφορείται <strong>“</strong><strong>Everything </strong><strong>Is </strong><strong>Love”</strong> και κλείνουν με αυτό την τριλογία των albums τους, που αναφέρονται στο γάμο και τη σχέση τους. Στιχουργικά είναι ηπιότερο από τα προηγούμενα ατομικά τους, ωστόσο έχει τη δική του δυναμική και ιδιαίτερη αισθητική. Πρόκειται για μια εξύμνηση και απόδειξη της ανθεκτικότητας της αγάπης μέσα από τον αυτό-προβληματισμό, την ειλικρίνεια, τον συμβιβασμό και την υπερηφάνεια της μαύρη υπερβολής. Το <strong>“</strong><strong>Everything </strong><strong>Is </strong><strong>Love”</strong> επικεντρώνεται στο status των συμβόλων του, μιλάει για το πλούτο, τα χρήματα και την κατάκτηση αυτών σε τραγούδια όπως το “<strong>Family </strong><strong>Feud</strong>” και “<strong>Legacy</strong>”, ενώ το επικό “<strong>APESHIT</strong>” πραγματεύεται τη βίαιη αποικιακή ιστορία που απεικονίζεται ως υψηλή τέχνη μέσα στο μουσείο του Λούβρου.  Μέσα από το σύνθετα όμορφο άλμπουμ οι Carters βρίσκουν τη δική τους αλήθεια και τελικά τη δική τους εξιλέωση!</p>
<p><strong> </strong></p>
<p><img loading="lazy" decoding="async" class=" wp-image-9128 aligncenter" src="https://togethermag.gr/wp-content/uploads/2019/02/everything-is-love-300x300.jpg" alt="" width="691" height="691" /></p>
]]></content:encoded>
					
		
		
			</item>
		<item>
		<title>O Γιώργος Θεοδωρίδης  στο Together! Give it a spin!</title>
		<link>https://togethermag.gr/newsfeed/give-it-a-spin-o-giwrgos-theodwridis-mount-ten-sto-together/</link>
		
		<dc:creator><![CDATA[Κέλλυ Γρηγοριάδου]]></dc:creator>
		<pubDate>Mon, 14 May 2018 21:00:00 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[News Feed]]></category>
		<category><![CDATA[Μουσική]]></category>
		<category><![CDATA[Πρόσωπα]]></category>
		<category><![CDATA[beatmaker]]></category>
		<category><![CDATA[dj]]></category>
		<category><![CDATA[Mount Ten]]></category>
		<category><![CDATA[music]]></category>
		<category><![CDATA[δίσκοι]]></category>
		<category><![CDATA[ΜΟΥΣΙΚΗ]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://togethermag.gr/uncategorized/give-it-a-spin-o-giwrgos-theodwridis-mount-ten-sto-together/</guid>

					<description><![CDATA[Επιμέλεια: Βικτώρια Γκουντώνη  Ο Γιώργος Θεοδωρίδης, ή αλλιώς Mount Ten, είναι πολυπράγμων. Παίζει μουσικές, γράφει κομμάτια, συλλέγει δίσκους. Μερικές φορές γυρνάει στην ιδιότητα του Dj, άλλες πάλι στην ιδιότητα του παραγωγού και άλλες στην ιδιότητα του beat maker. Τα set του είναι πολυσυλλεκτικά, όπως και το γούστο του στη μουσική. Επικοινωνιακός, ευδιάθετος και χιουμορίστας, ο [&#8230;]]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p><strong><em>Επιμέλεια: Βικτώρια Γκουντώνη </em></strong></p>
<p>Ο <strong>Γιώργος Θεοδωρίδης, </strong>ή αλλιώς<strong> Mount Ten</strong>, είναι πολυπράγμων. Παίζει μουσικές, γράφει κομμάτια, συλλέγει δίσκους. Μερικές φορές γυρνάει στην ιδιότητα του Dj, άλλες πάλι στην ιδιότητα του παραγωγού και άλλες στην ιδιότητα του beat maker. Τα set του είναι πολυσυλλεκτικά, όπως και το γούστο του στη μουσική. Επικοινωνιακός, ευδιάθετος και χιουμορίστας, ο Mount Ten είναι ο Dj που θα ήθελες να πετύχεις εκείνο το βράδυ που θα βγεις να διασκεδάσεις.</p>
<p><em><strong>Μας επισκέφτηκε στο γραφείο του Together, ήπιαμε καφέ και συζητήσαμε για μουσική,  δίσκους,  ξέφρενα βράδια, για αγαπημένες και μη συνήθειες και μελλοντικά σχέδια. </strong></em></p>
<hr />
<h3><em><strong>Ποια λέξη χρησιμοποιείς περισσότερο;</strong></em></h3>
<p>Νομίζω το “Μπρο” είναι μία λέξη που χρησιμοποιώ αρκετά συχνά με την παρέα μου, τόσο που κάποιες φορές καταντάει και ενοχλητικό, αλλά την τιμητική της έχει και μία άλλη λέξη που αρχίζει από “Μ” μιας και βρισκόμαστε στην Ελλάδα… (χαχα)</p>
<h3><em><strong>Ποια είναι η αγαπημένη σου συνήθεια και ποια συνήθεια θα ήθελες να αποβάλλεις από την καθημερινότητα σου;</strong></em></h3>
<p>Δεν υπάρχει τίποτα πιο ωραίο από το να  σηκώνεσαι το πρωί να έχεις όλη την μέρα ελεύθερη για να πας να ψωνήσεις δίσκους και στο τέλος της μέρας να γυρνάς σπίτι με μία σακούλα γεμάτη, να ανοίγεις πικ απ, ηχεία και να βάζεις να τους ακούσεις χαλαρά πλέον στον χώρο σου με μία κούπα ζεστό καφέ. Είναι δύο συνήθειες που η μία συνεχίζει την άλλη και δημιουργούν μία τέλεια εμπειρία. Ακόμα και μετά από τόσο καιρό που μαζεύω δίσκους, κάθε φορά που μπαίνω σε ένα δισκάδικο με πιάνει αυτή η ανάγκη να θέλω να δω και να ψάξω όλους τους δίσκους που υπάρχουν εκεί μέσα. Αυτή τη συνήθεια δεν θα την άλλαζα ποτέ.</p>
<p>Όσον αφορά το δεύτερο μέλος της ερώτησης, νομίζω η συνήθεια που θα ήθελα να αποβάλλω είναι η αναβλητικότητα. Είναι κάτι που όσο περνάει ο καιρός και μεγαλώνω βλέπω ότι μειώνεται, αλλά σίγουρα δεν το έχω αποβάλλει τελείως από πάνω μου.</p>
<p><img loading="lazy" decoding="async" class="wp-image-7449 aligncenter" src="https://togethermag.gr/wp-content/uploads/2019/02/ayto-300x200.jpg" alt="" width="719" height="479" /></p>
<h5></h5>
<h3><em><strong>Πρώτο τραγούδι που σε έκανε να δεις τη μουσική αλλιώς;</strong></em></h3>
<p>Για το συγκεκριμένο θέμα σίγουρα δεν μπορώ να πω πως ήταν μόνο ένα κομμάτι, αλλά σίγουρα ένα σημαντικό κομμάτι για την εξέλιξή μου και πριν καν ασχοληθώ με το κομμάτι djing και μουσικής παραγωγής, ήταν το 2003 από τον δίσκο των <strong>Linkin Park “Live in Texas”</strong> το κομμάτι <strong>“Points of Authority”, </strong> όπου ο δίσκος είχε και όλη την συναυλία μαγνητοσκοπημένη και σε ένα μέρος του κομματιού έδειχνε τον Dj να κάνει κάποια scratch. Εκείνη την στιγμή μία καινούρια ανάγκη για μουσική γεννήθηκε μέσα μου. Ωραίο το πιάνο και τα ντράμς, αλλά πως γίνεται να βγάλεις τέτοιους ήχους με 2 πικ απ και 2 δίσκους, ήχους που όχι απλώς συνοδεύουν το κομμάτι αλλά του δίνουν τελείως διαφορετικό χαρακτήρα.</p>
<p>Στη συνέχεια αφού άρχισα να ασχολούμαι πιο ενεργά με το κομμάτι μουσική παραγωγή και djing ένα κομμάτι που με άλλαξε αρκετά στο πως γράφω μουσική περισσότερο ήταν το <strong>“Lonely and Cold”</strong> του <strong>Apollo Brown</strong> από τον δίσκο <strong>“Thrity Eight”</strong>.</p>
<p>Το πιο εντυπωσιακό όμως είναι πως ακόμα και τώρα βρίσκω κομμάτια που θα με κάνουν να δω την μουσική αλλιώς. Αυτό νομίζω πως αυτό είναι και το νόημα, να βρίσκεις και να ακούς πράγματα τα οποία θα σε κάνουν να βλέπεις την μουσική κάθε φορά και με άλλο μάτι.</p>
<h3><em><strong>Που έχεις περάσει τα πιο ξέφρενα βράδια της ζωής σου;</strong></em></h3>
<p>Σαν θαμώνας σε μαγαζί νομίζω το μαγαζί που έχει στιγματίσει την νυχτερινή μου ζωή ήταν το παλιό Art-House που ήταν στο πρώτο όροφου εκείνου του υπέροχου νεοκλασικού στη Bογατσικού. Πιο συγκεκριμένα, ήταν ένα βράδυ του 2008 που είχε έρθει ο Bonobo πριν κάνει αυτό το τεράστιο μπαμ που έχει κάνει τώρα και είχε κάνει ένα vinyl dj set, με ένα vibe που πραγματικά δεν θα το ξεχάσω ποτέ, ή τουλάχιστον εύχομαι να μην το ξεχάσω ποτέ.</p>
<p>Σαν μουσικός/dj ήταν ένα live (2017) πέρυσι στην Θεσσαλονίκη, όπου στο τέλος έκλεισα την βραδιά με ένα dj set. Ξεκίνησα σχετικά χαλαρά και έπαιξα 1-2 κομμάτια αναγνωριστικά για να δω σε τι διάθεση ήταν ο κόσμος. Αφού κατάλαβα ότι είχαν όρεξη να γλεντήσουν, έκανα το καλύτερο που μπορούσα και πραγματικά ο κόσμος μου το ανταπέδωσε με τα τόσο θετικά vibes του.</p>
<p>Μετά από αυτό το βράδυ χρειάστηκαν 4 μέρες ρεπό και 1 φυσιοθεραπεία για να ανακάμψω πλήρως αλλά πραγματικά άξιζε αυτά και ακόμα περισσότερα!!!</p>
<p><img loading="lazy" decoding="async" class="wp-image-7442 aligncenter" src="https://togethermag.gr/wp-content/uploads/2019/02/διόρθωση-3-200x300.jpg" alt="" width="380" height="570" /></p>
<h3></h3>
<h3><em><strong>Ποια είναι η πιο αγαπημένη σου φεστιβαλική εμπειρία;</strong></em></h3>
<p>Μία πολύ ωραία εμπειρία που μου έχει μείνει ήταν στο Grooveport Festival. Έκανα βόλτα με έναν φίλο, έξω από τα stage του Block 33 και πετυχαίνουμε τον Barry Ashworth από τους Dub Pistols λίγο πριν βγει για να παίξει. Με τα πολλά και τα λίγα έχουμε καταλήξει μετά από καμιά ώρα να αράζουμε τρεις μας έξω από το stage να πίνουμε μπύρες και ο <strong>“Uncle Barry”</strong> όπως του αρέσει να τον λένε, να μας λέει ιστορίες για τις συναυλίες που έχουν κάνει με το συγκρότημα, τα δισκάδικα που είχε στην Αγγλία, μέχρι που στο τέλος έψαχναν να τον βρουν για να ανέβει να παίξει στην σκηνή. Πολύ ενδιαφέρον βράδυ!</p>
<h3><em><strong>Αναλογικό ή ψηφιακό;</strong></em></h3>
<p>Αρχικά θέλω να πω πως αυτό το θέμα είναι καθαρά υποκειμενικό και πως δεν υπάρχουν σωστά και λάθος πράγματα.<br />
Δεύτερον,  θέλω να επισημάνω πως υπάρχει μία σύγχυση / λάθος ερμηνεία του όρου αναλογικό. Αρκετός κόσμος συγχέει το αναλογικό με το “hardware” και αυτό είναι λάθος. Ένα sampler της AKAI για παράδειγμα όπως είναι το MPC χρησιμοποιεί και αυτό το δικό του λογισμικό/software για να δουλέψει και να μπορέσει ο καλλιτέχνης να παράξει μουσική. Το ότι του δίνει έναν πιο χαρακτηριστικό και πολλές φορές πιο ζεστό ήχο και ότι δεν είναι πρόγραμμα στον υπολογιστή, δεν το κάνει αυτόματα αναλογικό.</p>
<p>Κλείνοντας αυτή τη μεγαλούτσικη παρένθεση, εμένα τα δικά μου γούστα γέρνουν πιο πολύ προς τον αναλογικό ήχο και στον ήχο που παράγεται από χειροπιαστά μηχανήματα/hardware και όχι από ένα ηλεκτρονικό υπολογιστή μόνο.Πάντα θα δοκιμάζω τις νέες τεχνολογίες γιατί πρέπει να υπάρχει εξέλιξη σε αυτό που κάνουμε, αλλά όπως έχω πει και παλιότερα η διαφορά μεταξύ αναλογικού και ψηφιακού είναι σε συχνότητες που δεν τις ακούς, αλλά τις αισθάνεσαι περισσότερο.</p>
<h4><img loading="lazy" decoding="async" class="wp-image-7443 aligncenter" src="https://togethermag.gr/wp-content/uploads/2019/02/διόρθωση-4-300x200.jpg" alt="" width="716" height="477" /></h4>
<h3></h3>
<h3><strong><em>Πάνω σε τι δουλεύεις αυτή την περίοδο;</em></strong></h3>
<p>Αυτή την περίοδο είμαι σε μία μεταβατική φάση των Dj Set μου, όπου προσπαθώ να επαναπροσδιορίσω την μουσική που θέλω να παίζω στα μπαρ, γι&#8217; αυτό και προσπαθώ να διευρύνω τους ορίζοντές μου σε μουσικά είδη που δεν είχα και πολύ επαφή στο παρελθόν.</p>
<p>Ταυτόχρονα δουλεύω και τον επόμενο δίσκο μου, ο οποίος λόγω φόρτου εργασίας με τα Dj set έχει μείνει λίγο πίσω, αλλά πιστεύω πως θα σας φανεί αρκετά ενδιαφέρον, μιας και πέραν της μουσικής που θα έχει αρκετά soul και funk στοιχεία, θα έχει και συμμετοχές από κάποιους φίλους μουσικούς, από Αθήνα αλλά και από Θεσσαλονίκη που θα του προσθέσουν έξτρα χαρακτήρα.</p>
<h3><strong><em>Τι ακούς για να εμπνευστείς, τι ακούς για να ξεκουραστείς και τι ακούς όταν θέλεις να φτιάξεις τη διάθεσή σου;</em></strong></h3>
<p>Το φάσμα της μουσικής που μπορεί να με εμπνεύσει νομίζω πως δεν έχει αρχή και τέλος. ‘Εμπνευση μπορεί να είναι το beat ενός παραγωγού που έκανε κάτι διαφορετικό με την σύνθεση των ντραμς του και έτσι να μου κεντρίσει το ενδιαφέρον, μπορεί να είναι και μια όμορφη τρομπέτα από έναν Ταϊλανδέζικο δίσκου του &#8217;70, έως τους ήχους που βγάζει μια φάλαινα κάτω από τον βυθό και θα με κάνει να θέλω να το χρησιμοποιήσω σε κομμάτι μου. (True Story)…</p>
<p>Tώρα όσον αφορά στο θέμα της ξεκούρασης, 99% μιλάμε για μία μουσική που δεν θα είναι πολύ έντονη. Ένας ωραίος jazz, trip hop,electronica, δίσκος σίγουρα είναι από τις πρώτες μου επιλογές μετά από μία δύσκολη μέρα.</p>
<p>Η διάθεσή μου συνήθως φτιάχνει όταν βρίσκω ένα κομμάτι με πολύ ενδιαφέρον groove και με μελωδία που συμπληρώνει τον ρυθμό και σου δίνει αυτή την αίσθηση ότι ακόμα και αν δεν έχω την διάθεση, ακούγοντας αυτό το κομμάτι θέλω να κουνήσω λίγο τους ώμους και το κεφάλι μου.<br />
Τελευταία αυτό το βρίσκω πολύ σε neo soul &#8211; neo funk μουσικές.</p>
<h3><em><strong>Πως θα περιέγραφες τη σχέση σου με τη μουσική;</strong></em></h3>
<p>Η σχέση που έχω με την μουσική είναι καθαρά ζωτικής σημασίας και πλέον είναι αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινότητάς μου. Δεν μπορώ να φανταστώ τον εαυτό να μην ακούσει μουσική για μία μέρα και πραγματικά δυσκολεύομαι να θυμηθώ κάποια μέρα που να έχει περάσει χωρίς να ακούσω μουσική, δεν λέω ότι δεν υπήρξε ποτέ, αλλά αυτή η μνήμη δεν βρίσκεται μαζί μου πλέον.</p>
<p><img loading="lazy" decoding="async" class=" wp-image-7444 aligncenter" src="https://togethermag.gr/wp-content/uploads/2019/02/διόρθωση-2-200x300.jpg" alt="" width="381" height="572" /></p>
<h5></h5>
<h3><em><strong>Ποιος είναι ο κατά Moun Τen δίσκος που όλοι πρέπει να ακούσουμε έστω για μια φορά στη ζωή μας;</strong></em></h3>
<p>Ο 15χρονος έφηβος εαυτός μου φωνάζει από μέσα μου το <strong>Sacrament</strong> των <strong>Lamb of God</strong>. Ίσως μία από τις πιο αγαπημένες μου μπάντες γενικότερα σε ότι αφορά την μουσική αλλά και ειδικότερα σε ότι αφορά το Metal. Πάντα έχουν κάτι ενδιαφέρον να παρουσιάσουν και ενώ πειραματίζονται συνεχώς ο ήχος τους παραμένει πάντα ίδιος… Δεν ξέρω πως το καταφέρνουν αλλά είναι μαγεία. Το Sacrament ήταν το απόγειο της καριέρας τους, μιας και κατάφεραν να εντάξουν μέσα στο πολύ Heavy Metal ύφος, άλλες μουσικές όπως τα blues, η soul, ενώ το ρυθμικό κομμάτι είναι ξεκάθαρα ο όρος της “groovas”και τα φωνητικά/στίχοι αν και σκληρά τα βρίσκω τουλάχιστον ανατριχιαστικά και ποιητικά (με την καλή έννοια πάντα).</p>
<p>Από την άλλη μεριά ο μεγαλύτερος και ωριμότερος  εαυτός που βρίσκεται στο 2018, προτείνει το <strong>Dark side of the moon</strong> των <strong>Pink Floyd</strong>. Για μένα ίσως ο πιο ισορροπημένος δίσκος τους με ενορχήστρωση που ίσως θα πρέπει να διδάσκεται στα σχολεία και ρυθμικά που δεν μπορούν να σε αφήσουν ακίνητο για πάνω από 2-3 δευτερόλεπτα. Τώρα γι&#8217; αυτούς που είναι λίγο περισσότερο του ηλεκτρονικού ήχου, νομίζω πως το <strong>North Borders</strong> του <strong>Bonobo</strong> είναι μία εξαιρετική επιλογή μιας και κατά την γνώμη μου αυτός είναι ο καλύτερος του δίσκος.</p>
<h3><em><strong>Τέλος, που μπορούμε να σε βρούμε αυτή την περίοδο και ποια είναι τα μελλοντικά σου σχέδια;</strong></em></h3>
<p>Αυτή την περίοδο θα με βρείτε στον Γορίλα στο Στέρεο και στο WonderWall να επιλέγω μουσικές κάθε εβδομάδα, καθώς και σε ένα αγαπημένο μου beach bar στην Χαλκιδική το  Boat House όπου έχω προγραμματίσει κάποια dj set μέσα στο καλοκαίρι. Τώρα όσον αφορά τα φεστιβάλ, θα με βρείτε στο φετινό “Veroias Open Air” την Κυριακή 3 Ιουνίου και τέλος θα είμαι και σε ένα από τα stages του ολοκαίνουριου Soundwave Festival στις 29 Ιουνίου.</p>
<p><img loading="lazy" decoding="async" class="wp-image-7445 aligncenter" src="https://togethermag.gr/wp-content/uploads/2019/02/διόρθωση-5-300x200.jpg" alt="" width="653" height="435" /></p>
<p>&nbsp;</p>
<h3><strong>INFO:</strong></h3>
<p>FACEBOOK :https://www.facebook.com/mounttenofficial/</p>
<p>INSTAGRAM: <a href="https://www.instagram.com/mount_ten/">https://www.instagram.com/mount_ten/</a><a href="https://www.instagram.com/mount_ten/"><br />
</a></p>
<p>SOUNDCLOUD : <a href="https://soundcloud.com/mountten">https://soundcloud.com/mountten<br />
</a></p>
<p>BANDCAMP : <a href="https://mountten.bandcamp.com/">https://mountten.bandcamp.com/</a></p>
<p>&nbsp;</p>
]]></content:encoded>
					
		
		
			</item>
		<item>
		<title>3+1 albums που περιμένουμε να ακούσουμε σαν τρελοί τον Μάιο!</title>
		<link>https://togethermag.gr/newsfeed/31-albums-pou-perimenoume-na-akousoume-ton-maio/</link>
		
		<dc:creator><![CDATA[Κέλλυ Γρηγοριάδου]]></dc:creator>
		<pubDate>Wed, 02 May 2018 21:00:00 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[News Feed]]></category>
		<category><![CDATA[Μουσική]]></category>
		<category><![CDATA[albums]]></category>
		<category><![CDATA[arctic monkeys]]></category>
		<category><![CDATA[beach house]]></category>
		<category><![CDATA[courtney barnett]]></category>
		<category><![CDATA[leon bridges]]></category>
		<category><![CDATA[δίσκοι]]></category>
		<category><![CDATA[ΜΟΥΣΙΚΗ]]></category>
		<category><![CDATA[νέες κυκλοφορίες]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://togethermag.gr/uncategorized/31-albums-pou-perimenoume-na-akousoume-ton-maio/</guid>

					<description><![CDATA[Arctic Monkeys &#8211; &#8220;Tranquility Base Hotel &#38; Casino&#8221; (11 Μάιου) Οι Arctic Monkeys έδωσαν την τελευταία του συναυλία στο Reading &#38; Leeds Festival το 2014, υποστηρίζοντας τότε πως ήταν η κατάλληλη στιγμή να αποτραβιχτούν για ένα διάστημα από τα μουσικά δρώμενα. Μια τετραετία αργότερα, βρισκόμαστε σε κατάσταση αναμονής για τον καινούριο δίσκο που θα αποτελέσει [&#8230;]]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p><strong>Arctic Monkeys &#8211; &#8220;Tranquility Base Hotel &amp; Casino&#8221; (11 Μάιου</strong><strong>) </strong></p>
<p><img loading="lazy" decoding="async" class="wp-image-7057 aligncenter" src="https://togethermag.gr/wp-content/uploads/2019/02/arctic-monkeys-300x157.png" alt="" width="875" height="458" /></p>
<p>Οι Arctic Monkeys έδωσαν την τελευταία του συναυλία στο Reading &amp; Leeds Festival το 2014, υποστηρίζοντας τότε πως ήταν η κατάλληλη στιγμή να αποτραβιχτούν για ένα διάστημα από τα μουσικά δρώμενα. Μια τετραετία αργότερα, βρισκόμαστε σε κατάσταση αναμονής για τον καινούριο δίσκο που θα αποτελέσει το follow up του &#8220;ΑΜ&#8221;, του δίσκου που πούλησε τα περισσότερα αντίτυπα της δεκαετίας.</p>
<p><em>Τι γνωρίζουμε μέχρι τώρα για το &#8220;Tranquility Base Hotel &amp; Casino&#8221;: </em></p>
<p>Οι Arctic Monkeys θα είναι και πάλι στο δρόμο στα πλαίσια της παγκόσμιας περιοδείας τους. Σταθμός αυτής θα είναι και η Ελλάδα και συγκεκριμένα το ROCKWAVE FESTIVAL (6 Ιουλίου). Παράλληλα έχει κυκλοφορήσει το tracklist του δίσκου, ενώ ο παραγωγός με τον οποίο συνεργάστηκαν οι Arctic Monkeys για το &#8220;Tranquility Base Hotel &amp; Casino&#8221;  είναι ο James Ford.</p>
<p><em>Δείτε το teaser που κυκλοφόρησε για το επικείμενο album, το οποίο περιλαμβάνει μια ρετρό συλλογή εικόνων εμπνευσμένων από το &#8220;Tomorrow&#8217;s World&#8221; και ένα κιθαριστικό riff που ίσως αποδίδει την αίσθηση του νέου δίσκου. </em></p>
<div class="jeg_video_container jeg_video_content"><iframe loading="lazy" width="500" height="281" src="https://www.youtube.com/embed/6uGQ_ypTw08?feature=oembed" frameborder="0" allow="accelerometer; autoplay; encrypted-media; gyroscope; picture-in-picture" allowfullscreen></iframe></div>
<p>&nbsp;</p>
<p><strong>Beach House &#8211; “7” (11 Μαΐου)</strong></p>
<p>&nbsp;</p>
<p><img loading="lazy" decoding="async" class="wp-image-7066 aligncenter" src="https://togethermag.gr/wp-content/uploads/2019/02/beach-house-7-cover-crop-1480x832-300x169.jpg" alt="" width="870" height="490" /></p>
<p>Οι <strong>Beach House</strong> εδώ και ένα μήνα κυκλοφορούν αριστουργηματικά single από τον επικείμενο δίσκο τους.  Έχουν εμπλουτίσει τον χαρακτηριστικό ηλεκτρονικό shoe gaze ήχο τους με περισσότερο «νεύρο» και ρυθμό, δημιουργώντας εθιστικούς ήχους που θέλοντας και μη τους ακούς στο repeat.</p>
<div class="jeg_video_container jeg_video_content"><iframe loading="lazy" width="500" height="281" src="https://www.youtube.com/embed/2-eBDrE25ec?feature=oembed" frameborder="0" allow="accelerometer; autoplay; encrypted-media; gyroscope; picture-in-picture" allowfullscreen></iframe></div>
<p>&nbsp;</p>
<div class="jeg_video_container jeg_video_content"><iframe loading="lazy" width="500" height="281" src="https://www.youtube.com/embed/sRBEc4GP7cY?feature=oembed" frameborder="0" allow="accelerometer; autoplay; encrypted-media; gyroscope; picture-in-picture" allowfullscreen></iframe></div>
<p>&nbsp;</p>
<p><strong>Leon Bridges – &#8220;Good Thing&#8221; ( 4 Μαΐου</strong><strong>)</strong></p>
<p><img loading="lazy" decoding="async" class="wp-image-7061 aligncenter" src="https://togethermag.gr/wp-content/uploads/2019/02/leon-bridges-300x300.jpg" alt="" width="625" height="625" /></p>
<p>O πολυβραβευμένος πρώτος δίσκος του Leon Bridges, “ Coming Home” τον τοποθέτησε στις υψηλότερες θέσεις των ραδιοφωνικών charts. Η δεύτερη κυκλοφορία του, η οποία τιτλοφορείται “Good Thing” έρχεται να μας θυμίσει για άλλη μια φορά τον χαρακτηριστικό soul ήχο του Bridges που τόσο αγαπήσαμε. Προπομπός του δίσκου είναι το <strong>“Bad Bad News”.</strong></p>
<p><em>Ακούστε το εδώ:</em></p>
<div class="jeg_video_container jeg_video_content"><iframe loading="lazy" width="500" height="281" src="https://www.youtube.com/embed/cztfyj1dVgk?feature=oembed" frameborder="0" allow="accelerometer; autoplay; encrypted-media; gyroscope; picture-in-picture" allowfullscreen></iframe></div>
<p><strong> </strong></p>
<p>&nbsp;</p>
<p><strong>Courtney Barnett – “Tell me how you really feel” (18 Μαΐου</strong><strong>)</strong></p>
<p><img loading="lazy" decoding="async" class="wp-image-7064 aligncenter" src="https://togethermag.gr/wp-content/uploads/2019/02/barnett-300x300.jpg" alt="" width="621" height="621" /></p>
<p>&nbsp;</p>
<p>H Courtney Barnett το 2015 κυκλοφόρησε το εξαιρετικό πρώτο της άλμπουμ, το οποίο λάτρεψαν οι κριτικοί αλλά και το κοινό. Στη συνέχεια συνεργάστηκε με τον Kurt Vile στο “Lotta Sea Lice” κυκλοφορώντας άλλον ένα συναρπαστικό δίσκο. Ο δεύτερος προσωπικός της δίσκος, ακούει στο όνομα <strong>“Tell Me How you really Feel”</strong> και αντιπροσωπεύει μια περισσότερο εξωστρεφή τουλάχιστον μουσικά Barnett. Στο νέο της τραγούδι <strong>“Nameless, Faceless”</strong> μιλάει για τα ιντερνετικά τρολς υπό τους ήχους μιας garage μουσικής προσέγγισης.</p>
<p>&nbsp;</p>
<div class="jeg_video_container jeg_video_content"><iframe loading="lazy" width="500" height="281" src="https://www.youtube.com/embed/HZZSYDhx0FI?feature=oembed" frameborder="0" allow="accelerometer; autoplay; encrypted-media; gyroscope; picture-in-picture" allowfullscreen></iframe></div>
<p>&nbsp;</p>
<p>&nbsp;</p>
]]></content:encoded>
					
		
		
			</item>
	</channel>
</rss>
