<?xml version="1.0" encoding="UTF-8"?><rss version="2.0"
	xmlns:content="http://purl.org/rss/1.0/modules/content/"
	xmlns:wfw="http://wellformedweb.org/CommentAPI/"
	xmlns:dc="http://purl.org/dc/elements/1.1/"
	xmlns:atom="http://www.w3.org/2005/Atom"
	xmlns:sy="http://purl.org/rss/1.0/modules/syndication/"
	xmlns:slash="http://purl.org/rss/1.0/modules/slash/"
	>

<channel>
	<title>παρελθόν &#8211; Together</title>
	<atom:link href="https://togethermag.gr/tag/parelthon/feed/" rel="self" type="application/rss+xml" />
	<link>https://togethermag.gr/tag/parelthon/</link>
	<description>Free Press</description>
	<lastBuildDate>Tue, 22 Dec 2020 21:02:20 +0000</lastBuildDate>
	<language>el</language>
	<sy:updatePeriod>
	hourly	</sy:updatePeriod>
	<sy:updateFrequency>
	1	</sy:updateFrequency>
	<generator>https://wordpress.org/?v=6.4.7</generator>

<image>
	<url>https://togethermag.gr/wp-content/uploads/2018/11/ico.png</url>
	<title>παρελθόν &#8211; Together</title>
	<link>https://togethermag.gr/tag/parelthon/</link>
	<width>32</width>
	<height>32</height>
</image> 
	<item>
		<title>Σιάτιστα, αναμνήσεις Χριστουγέννων</title>
		<link>https://togethermag.gr/opinions/siatista-anamniseis-christougennon/</link>
		
		<dc:creator><![CDATA[Τάνια Ώττα]]></dc:creator>
		<pubDate>Tue, 22 Dec 2020 07:54:52 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[#opinions]]></category>
		<category><![CDATA[Κοινωνία]]></category>
		<category><![CDATA[Κόσμος]]></category>
		<category><![CDATA[nostalgia]]></category>
		<category><![CDATA[αγάπη]]></category>
		<category><![CDATA[αναμνήσεις]]></category>
		<category><![CDATA[γιορτές]]></category>
		<category><![CDATA[γυναίκα]]></category>
		<category><![CDATA[ιστορίες]]></category>
		<category><![CDATA[Κάλαντα]]></category>
		<category><![CDATA[Κλαδαριές]]></category>
		<category><![CDATA[κόλιαντα]]></category>
		<category><![CDATA[οικογένεια]]></category>
		<category><![CDATA[παρελθόν]]></category>
		<category><![CDATA[Πρωτοχρονιά]]></category>
		<category><![CDATA[Σιάτιστα]]></category>
		<category><![CDATA[χριστούγεννα]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://togethermag.gr/?p=24109</guid>

					<description><![CDATA[Όταν αναπολεί κάποιος στιγμές από την παιδική του ηλικία, σίγουρα το μυαλό του θα πάει στις γιορτές των Χριστουγέννων, σε στιγμές ευχάριστες αλλά και δύσκολες. Οι μέρες αυτές κουβαλούν αναμνήσεις όμορφες, σαν ένα βιβλίο με τις σελίδες του γεμάτες αγάπη, κάλαντα ή κόλιαντα, όπως λέγονται στη Σιάτιστα, κεράσματα, ανθρώπους και ιστορίες που πλημμυρίζουν  τα μάτια [&#8230;]]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p>Όταν αναπολεί κάποιος στιγμές από την παιδική του ηλικία, σίγουρα το μυαλό του θα πάει στις γιορτές των Χριστουγέννων, σε στιγμές ευχάριστες αλλά και δύσκολες. Οι μέρες αυτές κουβαλούν αναμνήσεις όμορφες, σαν ένα βιβλίο με τις σελίδες του γεμάτες αγάπη, κάλαντα ή κόλιαντα, όπως λέγονται στη Σιάτιστα, κεράσματα, ανθρώπους και ιστορίες που πλημμυρίζουν  τα μάτια με δάκρυα νοσταλγίας.</p>
<p>Τα Χριστούγεννα παλιά ξυπνούν αναμνήσεις , ζωντανεύουν θύμησες και κάνουν το τώρα να φαίνεται τόσο διαφορετικό. Παρ&#8217; &#8216;ολες τις αλλαγές που φέρνει ο χρόνος, η ιστορία ενός τόπου μένεις αναλλοίωτη και ζωντανεύει με την κάθε ευκαιρία. Ήθη και έθιμα που κρατούν ζωντανό το παρελθόν, φέρνουν αναμνήσεις στους μεγαλύτερους και χρέος να διατηρηθεί ζωντανή αυτή η παράδοση στους νεότερους.</p>
<figure id="attachment_24115" aria-describedby="caption-attachment-24115" style="width: 300px" class="wp-caption aligncenter"><img fetchpriority="high" decoding="async" class="size-medium wp-image-24115" src="https://togethermag.gr/wp-content/uploads/2020/12/11-300x225.jpg" alt="" width="300" height="225" srcset="https://togethermag.gr/wp-content/uploads/2020/12/11-300x225.jpg 300w, https://togethermag.gr/wp-content/uploads/2020/12/11-768x576.jpg 768w, https://togethermag.gr/wp-content/uploads/2020/12/11.jpg 800w" sizes="(max-width: 300px) 100vw, 300px" /><figcaption id="caption-attachment-24115" class="wp-caption-text">Φωτογραφία: (www.siatistanews.gr)</figcaption></figure>
<p>Τα Χριστούγεννα στη Σιάτιστα σημαίνουν παράδοση, έθιμα όπως οι Κλάδαριές, τα Κόλιαντα, παραδοσιακά γλυκά και φαγητά, γεύσεις και αρώματα που μοσχοβολούν σε κάθε σπίτι, σε κάθε γειτονιά, ήχους και φωνές με αγάπη γι&#8217; αυτόν τον τόπο που η παράδοση τον ξεχωρίζει.</p>
<p>Η Καλλιόπη Μπόντα,  η Σουζάννα Παπαναούμ &#8211; Σιάπαντα  και η Αικατερίνη Ζωγράφου, τρεις  κυρίες με δυναμισμό, εκπαιδευτικοί στο επάγγελμα,  που τους διακρίνει η αγάπη για τον τόπο τους, με πλούσια δράση και συγγραφικά έργα σχετικά με την ιστορία και την παράδοση της Σιάτιστας,   θυμούνται στιγμές από το παρελθόν και μας αφηγούνται αυτήν την ιστορία που έχει χαραχτεί τη μνήμη τους.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p><strong>Τα Κόλιαντα στη Σιάτιστα</strong></p>
<p>Είχαμε πάρει την απόφασή μας. Παρ’ όλες τις αντιρρήσεις των δικών μας, θα πηγαίναμε και φέτος να πούμε τα κόλιαντα. Ξεκινήσαμε στις 5 το πρωί. Πήγαμε σε όλα τα σπίτια της γειτονιάς, αλλά και σε σπίτια συγγενών μας σε άλλες γειτονιές. Αφού λέγαμε το τραγούδι που άρμοζε στην κάθε οικογένεια, μας έδιναν τα κόλιαντα, που ήταν κάστανα, καρύδια, φιρίκια, κολιαντίνες, μουστοκούλουρα. Οι πιο κοντινοί συγγενείς μάς έδιναν και σαλιάρια και βέβαια όλοι μας εύχονταν «και τα χρονάκια σας». Εκείνη τη χρονιά για πρώτη φορά πήγαμε για κόλιαντα και στον καθηγητή Καπνουκάγια. Του είπαμε το τραγούδι που άρμοζε σε κάθε μορφωμένο, «Γραμματικός εκάθονταν». Μας υποδέχτηκε χαμογελαστός, και πέρα από τα γνωστά κόλιαντα μας έδωσε και χρήματα. Καθώς φεύγαμε στρέφαμε το κεφάλι μας πίσω και ρίχναμε κλεφτές ματιές. Παρατηρήσαμε πως στέκονταν ακόμα στην πόρτα και μας κοίταζε. Κατά την επιστροφή μας μιλούσαμε συνέχεια γι’ αυτόν και τη συμπεριφορά του. Αναρωτιόμασταν μήπως κάναμε λάθος που πήγαμε. Όμως, φάνηκε πως αυτό του έδωσε χαρά. Το θέμα μάς απασχόλησε κάποιες ημέρες, μέχρι που ξεχάστηκε. Τις απόψεις του καθηγητή Καπνουκάγια για τα κόλιαντα τις έμαθα πολλά χρόνια αργότερα, όταν διάβασα το βιβλίο του Η ΜΗΤΕΡΑ ΜΟΥ όπου, μεταξύ άλλων, γράφει: Ο νεωτεριστής, αμέσως θα πει: Είναι εντροπή να στέλνωμεν τα παιδιά μας με το χειμερινό πρωινό χιονικό κρύο, να ζητούν «κόλιαντα». Την επαιτείαν θα επαναφέρωμεν; Αλλά, εάν ήξεραν πόσον υγιεινόν είναι δια τους μικρούς &#8211; το παρηκολούθησα και εκ πείρας το ξέρω- το πρωϊνό ξύπνημα και το υπό την τσουχτερή ψύχρα περπάτημα των μικρών με τους ομηλίκους των, δεν θα συνηγορούσαν εις την κατάργησιν του εθίμου. &#8230;Αυτό το πρωϊνό νυχτοπερπάτημα των μικρών είναι διδακτικώτατον κοινωνιολογίας μάθημα.</p>
<figure id="attachment_24116" aria-describedby="caption-attachment-24116" style="width: 300px" class="wp-caption aligncenter"><img decoding="async" class="wp-image-24116 size-medium" src="https://togethermag.gr/wp-content/uploads/2020/12/1103saliaria-300x196.jpg" alt="" width="300" height="196" srcset="https://togethermag.gr/wp-content/uploads/2020/12/1103saliaria-300x196.jpg 300w, https://togethermag.gr/wp-content/uploads/2020/12/1103saliaria.jpg 689w" sizes="(max-width: 300px) 100vw, 300px" /><figcaption id="caption-attachment-24116" class="wp-caption-text">Σιατιστινά Σαλιάρια</figcaption></figure>
<p>Όταν γυρίσει σπίτι, θα τον ερωτήσουν οι γονείς, οι αδελφοί, αι αδελφαί και ει τις άλλος, σε ποιό σπίτι πήγεν, τι τους έδωκαν, πως τους εδέχθησαν και τότε θα ιδούν, εάν ο μικρός διηγήται ελεύθερα, έχει λεκτικόν πλούτον, είναι φαντασιώδης, ή φιλαλήθης και εν τέλει, όταν μεγαλώσει θα έχει την ενεξίτηλον αυτήν ανάμνησιν της παιδικής του ζωής, ως χρονικόν αφετηρίας του βίου του όριον.</p>
<p style="text-align: right;"><strong>Καλλιόπη Μπόντα </strong></p>
<p><strong>Χριστούγεννα αλλιώς</strong></p>
<p>Αρχές της δεκαετίας του’50 οι απαιτήσεις της ζωής έφεραν την οικογένειά μου στα Σέρβια,   που τον Μάρτη του  1943 η ιταλική μεραρχία Penarolo είχε φροντίσει να τα μετατρέψει  σε «νεκρή ζώνη» ως τιμωρία για το κάψιμο της γέφυρας του Αλιάκμονα από αντιστασιακούς της περιοχής, γεγονός που την εμπόδισε να βοηθήσει τους Ιταλούς στη μάχη του  Φαρδύκαμπου.</p>
<p>Χριστούγεννα στα Σέρβια της δεκαετίας του ’50 στο  σπίτι  που νοικιάζαμε άκουγα τη Σιατιστινή μητέρα μου να λέει ιστορίες για  <strong><em>κόλιαντα,  ιτζιούκια, μουστουκούλουρα, τζιουμάκες </em></strong>κι ένας κόμπος στο λαιμό   δεν έλεγε να φύγει, γιατί είχα  <strong><em>τζιουμάκα</em></strong>, αλλά  δεν είχα συγγενική ή φιλική  πόρτα να χτυπήσω. .</p>
<p>Και τότε… η γειτόνισσά μου η Βάλια με  φώναξε να πάω μαζί της να πούμε τα «κάλαντα» στη θεία της την Πόπη.</p>
<p>Ακολούθησα μουδιασμένη, θα πήγαινα σε ένα «ξένο» σπίτι. Ένα  σπίτι κοντά στην Κεντρική Πλατεία. Πήγαμε και  χτυπήσαμε την πόρτα. Μια αρχοντική, γλυκιά μορφή μας άνοιξε. Μας χάρηκε και   μας δώρισε . Ναι, είχε δωράκι και για μένα, το «ξενάκι». Κοιτούσα έκπληκτη, δεν το περίμενα!   Η κυρία Πόπη με αγκάλιασε  τρυφερά λέγοντας: κι εσύ παιδί δικό μας είσαι.  ΤΟΤΕ ΕΝΟΙΩΣΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ!</p>
<p>Η φροντίδα και η καλοσύνη της Σερβιώτισας έφερε τη χαρά της Γέννησης στην καρδιά μου.</p>
<p><strong>                                                                                                                                             Αικατερίνη Ζωγράφου</strong></p>
<p><strong>                                                                                                                                                Πικέρμι 14-11-2020</strong></p>
<p><img decoding="async" class="size-medium wp-image-24118 aligncenter" src="https://togethermag.gr/wp-content/uploads/2020/12/20181223_2108290-300x169.jpg" alt="" width="300" height="169" srcset="https://togethermag.gr/wp-content/uploads/2020/12/20181223_2108290-300x169.jpg 300w, https://togethermag.gr/wp-content/uploads/2020/12/20181223_2108290-768x432.jpg 768w, https://togethermag.gr/wp-content/uploads/2020/12/20181223_2108290.jpg 900w" sizes="(max-width: 300px) 100vw, 300px" /></p>
<p><strong>Σιάτιστα – Κλαδαρ’ές</strong></p>
<p>Η πρώτη γιορταστική εκδήλωση του Δωδεκαημέρου στη Σιάτιστα, είναι το άναμμα της κλαδαριάς την 23<sup>η</sup> Δεκεμβρίου. Η προετοιμασία άρχιζε περίπου στα τέλη Νοεμβρίου. Τα παιδιά κάθε γειτονιάς σχημάτιζαν ομάδες και ξεχύνονταν στ’ αμπέλια όπου μάζευαν ξερά χόρτα και φρύγανα (στη Χώρα τα ονόμαζαν «λόζιο», στη Γεράνεια «φουρφούρια»). Τα φόρτωναν σε ζώα και μόλις έφταναν στη Σιάτιστα τα αποθήκευαν σε κάποια αχυρώνα την οποία φύλαγαν καλά, μήπως μια αντίπαλη ομάδα πάρει για λογαριασμό της κάποια ποσότητα. Την άνοιγαν μόνο στις 23 Δεκεμβρίου για το στήσιμο της κλαδαριάς, που γινόταν ως εξής:</p>
<p>Σ’ ευρύχωρο χώρο της γειτονιάς, όπως και στις πλατείες, άνοιγαν τρύπα βάθους περίπου μισού μέτρου. Εκεί μέσα στερέωναν ένα ίσιο χοντρό ξύλο βελανιδιάς, το λουμάκι, ύψους περίπου 4-5 μέτρων. Στην κορυφή του τοποθετούσαν μια φούντα με ξερά χόρτα και το υπόλοιπο το σκέπαζαν τυλίγοντας γύρω του λόζιο, ώστε το σχήμα της κλαδαριάς να θυμίζει μεγάλο έλατο.</p>
<p>Όταν ήταν πια έτοιμη, τα παιδιά τη φύλαγαν και πάλι σαν τα μάτια τους, μη τυχόν έρθει κάποιος από άλλη γειτονιά και την ανάψει πριν την ώρα της. Μόλις νύχτωνε, ερχόταν ο Δήμαρχος με τη συνοδεία τοπικών οργάνων στην κλαδαριά κεντρικού δρόμου, την άναβε και έκανε την έναρξη του χορού. Μεγάλοι και μικροί που στέκονταν γύρω, έσειαν ρυθμικά κουδούνια από ζώα (κυπριά &#8211;  κουδούνι μπρούτζινο που κρεμούν στον λαιμό των τράγων) γκαβανούζες -μεγάλο σφαιρικό κουδούνι, που κρεμούν στον λαιμό των κριαριών  κ.ά.) προξενώντας μεγάλο θόρυβο, που όχι μόνο δεν ενοχλούσε αλλά παρακινούσε τον κόσμο να πάρει μέρος στο γλέντι.</p>
<p>Οι φλόγες της κλαδαριάς σκόρπιζαν ολόγυρα μια γλυκιά ζεστασιά, απομακρύνοντας για λίγο το δριμύ ψύχος που συνήθως επικρατούσε. Αυτή η λάμψη συμβολίζει τη φωτιά που άναψαν οι βοσκοί, όταν ήρθαν να προσκυνήσουν το Θείο Βρέφος. Όλοι οι παρευρισκόμενοι, συνόδευαν τα όργανα με το τραγούδι:</p>
<p><em>«Πιδιά μ’ ήρθαν τα κόλιαντα κι όλοι να συναχτήτι                                                                           κι απ’ τουν Αηλιά στον Πρόδρουμου στα τρία τα πηγάδια                                                           ικεί θα γίν’ του σύνταγμα κι όλου του συναγώγι».</em></p>
<p>Στη συνέχεια, αφού ο Δήμαρχος με τα όργανα έφευγαν για να πάνε και σ’ άλλες κλαδαριές, οι γείτονες και τα παιδιά έμεναν γύρω από τη φωτιά, τραγουδώντας κι άλλα τραγούδια των καλάντων και χτυπώντας τα κουδούνια.</p>
<p><a href="#_ftnref1" name="_ftn1">[1]</a> κυπρί = κουδούνι μπρούτζινο που κρεμούν στον λαιμό των τράγων</p>
<p><a href="#_ftnref2" name="_ftn2">[2]</a> γκαβανούζα = μεγάλο σφαιρικό κουδούνι, που κρεμούν στον λαιμό των κριαριών</p>
<p style="text-align: right;"><strong>Σουζάννα Παπαναούμ &#8211; Σιάπαντα</strong></p>
<p>Η ομάδα του Together σας εύχεται</p>
<p>Καλές Γιορτές, Υγεία, Αγάπη και Ευημερία σε όλο τον κόσμο!</p>
<p>&nbsp;</p>
]]></content:encoded>
					
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Η ποδιά της μάνας</title>
		<link>https://togethermag.gr/opinions/i-podia-tis-manas/</link>
		
		<dc:creator><![CDATA[togetherteam]]></dc:creator>
		<pubDate>Wed, 01 Jan 2020 20:50:54 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[#opinions]]></category>
		<category><![CDATA[slider]]></category>
		<category><![CDATA[έθιμα]]></category>
		<category><![CDATA[η πόδια]]></category>
		<category><![CDATA[ήθη]]></category>
		<category><![CDATA[ιστορία]]></category>
		<category><![CDATA[Ιωάννα Κύρου]]></category>
		<category><![CDATA[κύρου]]></category>
		<category><![CDATA[λαογραφία]]></category>
		<category><![CDATA[παρελθόν]]></category>
		<category><![CDATA[ποδιά]]></category>
		<category><![CDATA[τόπος]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://togethermag.gr/?p=20174</guid>

					<description><![CDATA[&#160; Το πέτρινο σπίτι του έστεκε θεοσκότεινο. Αρχοντόσπιτο ,το θυμόταν στις δόξες του με γλέντια και χαρές. Η μάνα είχε την αυλή πεντακάθαρη ,γύρω γύρω περιποιημένα πολύχρωμα χαλάκια από λουλούδια και στη μέση έστεκε το πηγάδι πετροστολισμένο με μεράκι από τον συχωρεμένο τον παππού του . Συνήθως στο χωριό σε ένα σπίτι συνυπήρχαν δυο και [&#8230;]]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p>&nbsp;</p>
<p>Το πέτρινο σπίτι του έστεκε θεοσκότεινο. Αρχοντόσπιτο ,το θυμόταν στις δόξες του με γλέντια και χαρές. Η μάνα είχε την αυλή πεντακάθαρη ,γύρω γύρω περιποιημένα πολύχρωμα χαλάκια από λουλούδια και στη μέση έστεκε το πηγάδι πετροστολισμένο με μεράκι από τον συχωρεμένο τον παππού του . Συνήθως στο χωριό σε ένα σπίτι συνυπήρχαν δυο και τρεις οικογένειες που μοιράζονταν έναν κοινό χώρο ενώ εδώ κατοικούσε μόνο η οικογένεια του Γιωργή . Μέσα είχε ένα μεγάλο οντά με έναν πυρομάχο που δεξιά και αριστερά είχε μεντερλίκια στρωμένα με κόκκινες φλοκάτες τις οποίες στόλιζαν λευκά μαξιλάρια από τα προικιά της μάνας .<br />
Η κουζίνα τους όμως ήταν το καλύτερο σημείο του σπιτιού .Ήταν μέσα στο σπίτι , αντίθετα από τα σπίτια του χωριού που είχαν έξω το μαγειρειό και τον φούρνο, ήταν αρκετά ευρύχωρη και όταν η μάνα μαγείρευε ευωδίαζε παντού .Υπήρχε φωτιά και ζωή εκεί μέσα, ο Γιωργής την έβλεπε σαν ένα ανθρώπινο μελίσσι .Η μάνα να μαγειρεύει , οι δίδυμες παρακόρες να συμμαζεύουν και γυναίκες να μπαινοβγαίνουν , κυρίως οι φιλενάδες της μάνας που πετάγονταν για λίγο να πιουν καφέ και να πουν τα δικά τους ,η γειτόνισσα που ερχόταν να δανειστεί κάτι και ξεχνιόταν , οι ξαδέρφες της μάνας που είχαν τα σπιτικά τους παρακάτω και ερχόταν επίσκεψη, η παπαδιά , η γερόντισσα που έμενε μόνη και ερχόταν για παρέα και η μάνα της έδινε πάντα ζεστό φαγητό, η παρακόρη της Ευδοκίας, η φιλενάδα των δίδυμων που ερχόταν να τις πάρει για να φέρουν νερό από τον Λάκκο , μια γυναίκα από το διπλανό χωριό που της έφερνε αυγά και διάφορες άλλες που πάντα έβρισκαν από μια γελαστή κυρά Τασία ότι ζητούσαν : Ψίχα αρμόσμου για τον ξεπατωμένο που ήρθε ταιριασμένος τα χαράματα , λίγο σαφράνι για το τσίπουρο, αμπελόφυλλα για τα σαρμαδάκια , λίγα μυρωδικά , ένα ξεμάτιασμα και ότι άλλο είχαν ανάγκη. Η μάνα του Γιωργή ήταν και πρακτική νοσοκόμα και όλο και κάποιον γιατροπόρευε. Αρκετές φορές βέβαια γιατροπόρευε και αυτόν που ερχόταν σπίτι με χτυπήματα και καρούμπαλα.<br />
«Αχ! ένα παιδί και αυτό παλαβό» έλεγε τάχα θυμωμένη «που χτύπησες πάλι;»<br />
«Οι άλλοι έφταιγαν, μάνα και να δεις και πόσες έμασαν»<br />
«Του παλικαρά η μάνα κάθε μέρα κλαίει ,του χέστη γελάει» έλεγε αυτήν και προσπαθούσε να ισιάσει τα καρούμπαλα και να καθαρίσει τις γρατσουνιές.<br />
Η κουζίνα τους ήταν άβατο των γυναικών και μόνο όταν έμπαινε ο πατέρας για να φάει, μαγικά εξαφανίζονταν όλες. Έμπαινε και ο Γιωργής μα αυτός δεν λογαριαζόταν, ήταν το «πιδί» που εκεί σε μια γωνίτσα στην φλοκάτη κούρνιαζε τα χειμωνιάτικα μεσημέρια και νανουριζόταν με τις κουβέντες τους, τα τραγούδια τους , τις μυρουδιές των φαγητών και την ζεστασιά της ξυλόσομπας .<br />
Αυτά θυμήθηκε και αναστέναξε , πέρασε καλά σε αυτό το σπίτι , δεν ήθελε όμως να είναι εδώ, δεν ήθελε να ξαναμπεί. Εδώ έφεραν τον πατέρα του από το μέτωπο νεκρό και τον έβαλαν με την καλή του στρατιωτική στολή στο κυρίως δωμάτιο για να τον μοιρολογήσουν . Είχε φύγει γελαστός για τα σύνορα μαζί με άλλους άντρες όταν ξέσπασε ο πόλεμος .Μπήκε μέσα στο σιδερένιο τραίνο που φάνηκε στον Γιωργή, έτσι όπως έβγαζε καπνούς από τα ρουθούνια του, σαν το τέρας που σκότωσε ο Αη Γιώργης και έφυγε για να μην ξαναγυρίσει ζωντανός .Το σπίτι απόκτησε έναν ήρωα πολέμου που έπεσε υπερασπιζόμενος την πατρίδα του και έχασε έναν προστάτη .Η φτώχεια άρχισε να χτυπά την πόρτα τους .Ο πατέρας είχε καλό μισθό όσο ζούσε , ξεχώριζαν από τους άλλους κατοίκους που ήταν αγρότες και κτηνοτρόφοι, τώρα όμως δεν είχαν εισόδημα και η χώρα ήταν σε κατοχή.<br />
Το σπίτι ερήμωσε , η κυρά Τασία έστειλε τις παρακόρες να δουλέψουν σε άλλα σπίτια στην πόλη για να μην πεινάσουν μαζί τους , γιατί αυτοί είχαν αρχίσει να πεινούν και να κρυώνουν. Η μάνα άρχισε να βήχει , να χάνει το χρώμα της και να βαθουλώνουν τα μάτια της ώσπου ήρθαν και την πήραν για το Σανατόριο και ο Γιωργής έπρεπε να πάει στην αδερφή της μάνας του , την μέρα που έκλεινε τα εφτά, για να τον προσέχει .<br />
«Θα γερέψω και θα ΄ρθω να σε πάρω Γιωργή μου» του είπε αποχαιρετώντας τον και τον έστειλε να φάει ένα κομμάτι ψωμί στης αδερφής της που δεν είχε παιδιά .Η θεία Ελισάβετ ήταν καλή γυναίκα , ο άντρας της όμως ήταν αυστηρός και τον χτυπούσε με την παραμικρή αφορμή . «Είσαι ζωηρός ,θα στρώσεις μόνο με το ξύλο» του έλεγε και σήκωνε το χέρι του και χτυπούσε το αδυνατισμένο κορμάκι του Γιωργή που έτρεμε μόλις τον έβλεπε να έρχεται θυμωμένος .<br />
«Ο θειος σου δεν είναι κακός , είναι δυστυχισμένος, έχει παγώσει η καρδιά του» ,του είχε πει η μάνα του και ο Γιωργής σκεφτόταν ότι ο θείος του ήταν ο χειρότερος άνθρωπος που ήξερε, επειδή τον έκανε να νιώσει έντονα την πείνα, το ξύλο και την ορφάνια.<br />
Μπήκε μες το σπίτι του ,είχε τρία χρόνια να έρθει, προχώρησε και πήγε στην κουζίνα , πόσο άδεια και κρύα του φάνηκε τώρα, ανακάτεψε, βρήκε κάτι , το έβαλε κρυφά στον κόρφο του και έφυγε για τον αχυρώνα που ήταν τώρα το σπιτικό του επειδή ο θείος του δεν τον ήθελε μέσα στο δικό του. Κούρνιασε σε μια γωνιά και έβγαλε προσεκτικά αυτό που είχε κρυμμένο, ήταν η ποδιά της μάνας του. Την μύρισε, ευωδίαζε ζεστό ψωμί, μαγειρέματα, λόγια γλυκά, γιατροπορέματα , τραγούδια, αγκαλιά, αγάπη , μοσχοβολούσε μάνα. Τα δάκρυα πλημύρισαν τα μάτια του και δεν μπορούσαν να σταματήσουν, έκλαιγε έκλαιγε με λυγμούς , ένιωθε ο πιο δυστυχισμένος άνθρωπος στον κόσμο, φοβήθηκε μην παγώσει και η δική του καρδιά και γίνει κακός σαν το θείο του. Όχι αυτό δεν μπορούσε να γίνει, είχε ακόμη ζεστή καρδιά γιατί μεγάλωσε με πολύ αγάπη και η αγάπη είναι ικανή να λιώσει και τον μεγαλύτερο πάγο. Αγκάλιασε το γατάκι του που γουργούριζε σιμά του και κοιμήθηκε μετά από τόσο καιρό, γλυκά, πάνω στην ποδιά της μάνας του . Έξω ξημέρωναν Χριστούγεννα&#8230;<br />
Ξύπνησε από ένα θόρυβο στην πόρτα σαν κάποιος να προσπαθούσε να την ανοίξει και δεν μπορούσε. Θα ήταν ο θειος του που θα τον έστελνε για ξύλα μες το χιόνι, άρχισε να τρέμει από τον φόβο του και έβαλε το χέρι στο πρόσωπο του να το προστατέψει από τις ξυλιές .Μια αγαπημένη ,αγγελική μορφή όμως στεκόταν τώρα στην ανοιχτή πόρτα και του μίλησε με την γλυκιά φωνή της:<br />
«Γέρεψα, Γιωργή μου και ήρθα να σε πάρω». Έτρεξε μες την αγκαλιά της και την έσφιξε πολύ πολύ δυνατά ,πόσο ευτυχισμένος ένιωθε τώρα!<br />
«Μάνα , μάνα , μάνα» μόνο έλεγε χωρίς να βρίσκει άλλα λόγια ισάξια για να περιγράψει αυτό που ένιωθε.<br />
Για τον Γιωργή αυτά ήταν τα καλύτερα Χριστούγεννα της ζωής του.</p>
<p>Ιωάννα Κύρου</p>
]]></content:encoded>
					
		
		
			</item>
	</channel>
</rss>
