<?xml version="1.0" encoding="UTF-8"?><rss version="2.0"
	xmlns:content="http://purl.org/rss/1.0/modules/content/"
	xmlns:wfw="http://wellformedweb.org/CommentAPI/"
	xmlns:dc="http://purl.org/dc/elements/1.1/"
	xmlns:atom="http://www.w3.org/2005/Atom"
	xmlns:sy="http://purl.org/rss/1.0/modules/syndication/"
	xmlns:slash="http://purl.org/rss/1.0/modules/slash/"
	>

<channel>
	<title>Πρώτος Παγκοσμιος Πόλεμος &#8211; Together</title>
	<atom:link href="https://togethermag.gr/tag/protos-pagkosmios-polemos/feed/" rel="self" type="application/rss+xml" />
	<link>https://togethermag.gr/tag/protos-pagkosmios-polemos/</link>
	<description>Free Press</description>
	<lastBuildDate>Mon, 06 Jul 2020 18:20:11 +0000</lastBuildDate>
	<language>el</language>
	<sy:updatePeriod>
	hourly	</sy:updatePeriod>
	<sy:updateFrequency>
	1	</sy:updateFrequency>
	<generator>https://wordpress.org/?v=6.4.7</generator>

<image>
	<url>https://togethermag.gr/wp-content/uploads/2018/11/ico.png</url>
	<title>Πρώτος Παγκοσμιος Πόλεμος &#8211; Together</title>
	<link>https://togethermag.gr/tag/protos-pagkosmios-polemos/</link>
	<width>32</width>
	<height>32</height>
</image> 
	<item>
		<title>Η οδύσσεια ενός στρατιώτη στο Μακεδονικό Μέτωπο</title>
		<link>https://togethermag.gr/id/i-odysseia-enos-stratioti-sto-makedoniko-metopo/</link>
		
		<dc:creator><![CDATA[togetherteam]]></dc:creator>
		<pubDate>Sat, 04 Jul 2020 17:09:29 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[ID]]></category>
		<category><![CDATA[slider]]></category>
		<category><![CDATA[αρχειακό υλικό]]></category>
		<category><![CDATA[γράμματα]]></category>
		<category><![CDATA[ιστορία]]></category>
		<category><![CDATA[Μακεδονικό μέτωπο]]></category>
		<category><![CDATA[Πάνος Κεφαλάς]]></category>
		<category><![CDATA[Πρώτος Παγκοσμιος Πόλεμος]]></category>
		<category><![CDATA[Στρατιώτης]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://togethermag.gr/?p=21952</guid>

					<description><![CDATA[Γράφει ο Κεφαλάς Πάνος, Υποψήφιος Διδάκτορας Ιστορίας του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου του ΠΤΔΕ του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας &#160; &#160; Εικόνα εξωφύλλου &#8211; Salonika 1916-1917/Προς τη νίκη! &#160; Οι καρτ ποστάλ (επιστολικά δελτάρια) στις αρχές του 20ου αιώνα συνιστούσαν, μαζί με τα γράμματα, σημαντικότατο τρόπο επικοινωνίας δι&#8217; αλληλογραφίας. Υπήρξαν ιδιαιτέρως στενά συνδεδεμένες με τον Α&#8217; Παγκόσμιο [&#8230;]]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<blockquote>
<p class="jeg_post_subtitle"><strong>Γράφει ο Κεφαλάς Πάνος, Υποψήφιος Διδάκτορας Ιστορίας του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου του ΠΤΔΕ του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας</strong></p>
</blockquote>
<p>&nbsp;</p>
<p>&nbsp;</p>
<p><b>Εικόνα εξωφύλλου </b><span style="font-weight: 400;">&#8211; Salonika 1916-1917/Προς τη νίκη!</span></p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Οι <strong>καρτ ποστάλ (επιστολικά δελτάρια)</strong> στις αρχές του 20ου αιώνα συνιστούσαν, μαζί με τα γράμματα, σημαντικότατο τρόπο επικοινωνίας δι&#8217; αλληλογραφίας. Υπήρξαν ιδιαιτέρως στενά συνδεδεμένες με τον Α&#8217; Παγκόσμιο Πόλεμο, καλύπτοντας την ανάγκη της επικοινωνίας και της συναισθηματικής εκτόνωσης των ευρύτερων λαϊκών στρωμάτων. Εκατομμύρια εικονογραφημένα ταχυδρομικά δελτάρια διακινήθηκαν τη περίοδο 1914-1918, με τεράστια ποικιλία θεμάτων. Τα θέματα τους ήταν συνήθως σατιρικά, συναισθηματικά, πατριωτικά, χιουμοριστικά ή ειρωνικά (<strong>εικόνα 1</strong>). Επίσης υπήρξαν κάρτες με προπαγανδιστικό περιεχόμενο. Στο διάστημα 1900 – 1922 κυκλοφόρησαν καρτ &#8211; ποστάλ σε σειρές ή μεμονωμένες εκτυπώσεις, χρωμολιθόγραφα ή σταμπαριστά ή με χρήση φωτογραφικού κλισέ, δημιουργήματα ονομαστών εικονογράφων, ζωγράφων, γραφιστών και φυσικά φωτογράφων. Με τον τρόπο αυτό ο στρατιώτης με λίγα λόγια και μια εικόνα έδινε στον παραλήπτη όχι μόνο τη στρατιωτική πλευρά του πολέμου, αλλά επίσης όψεις από μέρη και ανθρώπους που παρασύρθηκαν μες στη δίνη του.</p>
<p>Ο Alexandre Berraud γεννήθηκε στο Bouclans, στην περιοχή Doubs, στην ανατολική Γαλλία στις 27 Ιανουαρίου 1884. Το ξέσπασμα του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου το 1914 τον βρήκε να υπηρετεί στο 35<sup>ο</sup> Σύνταγμα Πεζικού (το Νοέμβριο του 1916 μετατέθηκε στο 260<sup>ο</sup> Σύνταγμα Πεζικού/260e RI ως soldat de 2e classe/στρατιώτης 2<sup>ης</sup> τάξης). Στις 7 Οκτωβρίου 1915, το 260<sup>ο</sup> Σύνταγμα,  με διοικητή τον αντισυνταγματάρχη Boigues κινητοποιήθηκε ως τμήμα του Στρατού της Ανατολής στο Μακεδονικό Μέτωπο και οι στρατιώτες του επιβιβάστηκαν σιδηροδρομικώς και μεταφέρθηκαν κοντά στη Λυών. Στις 15 του ίδιου μήνα, μεταφέρθηκαν σιδηροδρομικώς στο Ναύσταθμο της Τουλόν, ανατολικά της Μασσαλίας, όπου έφυγαν με το πολεμικό πλοίο Lutétia<a href="#_ftn1" name="_ftnref1">[1]</a>, για την πόλη της Θεσσαλονίκης, στην οποία έφθασαν στις 21 Οκτωβρίου<a href="#_ftn2" name="_ftnref2">[2]</a>.</p>
<p>Από την πόλη της Θεσσαλονίκης θα ξεκινήσει η εκτενής αλληλογραφία με τη σύζυγο του, στην οποία ταχυδρομεί στρατιωτικές καρτ-ποστάλ. Στο χρονικό διάστημα Νοεμβρίου 1915 &#8211; Νοεμβρίου 1916, ο Berraud ταχυδρόμησε 87 καρτ-ποστάλ, από διάφορες περιοχές του Μακεδονικού Μετώπου. Σε όλες εντοπίζονται στο μπροστινό μέρος σκίτσα, τα οποία ο Berraud εκτέλεσε με πενάκι και μαύρο μελάνι και χρωματιστά μολύβια και διατηρούνται σε άριστη κατάσταση. Τα σκίτσα θα αποτελέσουν έναν τρόπο να καταπολεμήσει την πλήξη του πολέμου.</p>
<p>Τα σκίτσα και τα κείμενα του συνδέονται στενά. Του αρέσουν ιδιαίτερα τα τοπία, τα ζώα αλλά και οι τοπικοί πληθυσμοί που συναντάει. Με λιτό καλλιεργημένο λόγο περιγράφει την καθημερινή ζωή του Στρατού της Ανατολής. Ιδιαίτερα τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει: έλλειψη φαγητού, δυσκολία απόκτησης νερού, κόπωση, ακραία ζέστη, ασθένειες, μακρινές πορείες, αλλά και τα γέλια που μοιράζεται με τους συντρόφους του ή τις πολλές στιγμές αναμονής εξαιτίας της στασιμότητας του μετώπου. Η έλλειψη πληροφοριών σχετικά με την πορεία του πολέμου στη Γαλλία, αλλά και η υπενθύμιση των εχθρών αναφέρονται τακτικά<a href="#_ftn3" name="_ftnref3">[3]</a>. Στις καρτ ποστάλ του μιλά συχνά για τη σημασία αυτής της ταχυδρομικής ανταλλαγής με τη σύζυγό του, η οποία κρατάει υψηλό το ηθικό του: «<em>Ο ήλος είναι όμορφος και ζεσταθήκαμε με το που ήρθαμε. Από εδώ το πανόραμα είναι υπέροχο. Μπορούμε να δούμε όλη τη Θεσσαλονίκη, τον κόλπο, το λιμάνι με πολεμικά πλοία. Θα ζωγραφίσω όμορφα σχέδια όταν έχω χρόνο. (…) Από σήμερα το πρωί, κοιτάζω το λιμάνι και βλέπω το απέραντο γαλάζιο 3000 χιλιόμετρα μεταξύ μας, που μας χωρίζει</em>».</p>
<p>Ο Berraud στις καρτ-ποστάλ του είναι πολύ ακριβής στις ενδείξεις των περιοχών του Μακεδονικού Μετώπου όπου βρίσκεται, έτσι ώστε η σύζυγός του, την οποία αποκαλεί &#8220;My dearling &#8211; αγαπημένη μου&#8221;, να γνωρίζει τις τελευταίες κινήσεις του και μέσα από τα σκίτσα του να βλέπει τις ομορφιές των τοπίων που διασχίζει: «<em>Έχω περισσότερη υπομονή, για να σας σχεδιάσω μια εικόνα από καιρό σε καιρό, έτσι ώστε να μπορείτε να μοιραστείτε το ταξίδι μαζί μου</em>». Εκείνη, με ταχυδρομικά δέματα τον προμηθεύει με υλικό, που ζητάει, ώστε να μπορεί να σχεδιάζει: «<em>Στο δέμα βάλτε ένα σκούρο πράσινο μολύβι όπως το χρώμα των σχεδίων μου</em>».</p>
<p>Η αλληλογραφία του Berraud διακόπηκε στις 25 Νοεμβρίου 1916. Η τελευταία του καρτ-ποστάλ ταχυδρομήθηκε από το Monastir (Μοναστήρι – σημερινά Μπίτολα)<a href="#_ftn4" name="_ftnref4">[4]</a>. Τρεις εβδομάδες αργότερα, στις 13 Δεκεμβρίου 1916 καταγράφεται νεκρός «Tué à l&#8217;ennemi – σκοτωμένος από τον εχθρό»<a href="#_ftn5" name="_ftnref5">[5]</a>, για τη Γαλλία, στον «cote 1248 &#8211; Ύψωμα 1248», για τις μάχες που πραγματοποιήθηκαν γύρω από το Monastir<a href="#_ftn6" name="_ftnref6">[6]</a> (<strong>εικόνα 2</strong>). Τον Μάιο του ίδιου έτους, είχε ζητήσει από την γυναίκα του: «<em>Κράτησε όλες αυτές τις κάρτες, ώστε να μπορώ να σου κάνω ένα ωραίο άλμπουμ του ταξιδιού μου. Να προσέχεις πώς τις πιάνεις με τα δάχτυλα σου, ώστε τα χρώματα να διατηρηθούν</em>».</p>
<p>Το σετ των 87 καρτ ποστάλ, διατηρημένο, παραδόθηκε από τη σύζυγο του στο Musée de l&#8217;Armée (Μουσείο Στρατού της Γαλλίας) το 1921, στη μνήμη του συζύγου της. «<em>Οι καλλιτεχνικές και ακριβείς αυτές καρτ ποστάλ, αποτελούν ένα πολύτιμο τεκμήριο για την ιστορία της εκστρατείας των συμμαχικών δυνάμεων στο Μακεδονικό Μέτωπο</em>», έγραψε ο στρατηγός Maleterre, διευθυντής του Musée de l&#8217;Armée, στις 2 Σεπτεμβρίου 1921, σε εκτίμηση της δωρεάς της κυρίας Berraud.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p><img fetchpriority="high" decoding="async" class=" wp-image-21955 aligncenter" src="https://togethermag.gr/wp-content/uploads/2020/07/pic_20200704_200055-300x300.jpg" alt="" width="443" height="443" srcset="https://togethermag.gr/wp-content/uploads/2020/07/pic_20200704_200055-300x300.jpg 300w, https://togethermag.gr/wp-content/uploads/2020/07/pic_20200704_200055-150x150.jpg 150w, https://togethermag.gr/wp-content/uploads/2020/07/pic_20200704_200055-768x768.jpg 768w, https://togethermag.gr/wp-content/uploads/2020/07/pic_20200704_200055.jpg 936w" sizes="(max-width: 443px) 100vw, 443px" /></p>
<p><strong>Εικόνα 2 &#8211; </strong>Τα στοιχεία θανάτου του στρατιώτη Berraud &#8211; Alexandre François-Joseph, όπως υπάρχουν καταχωρημένα στη Βάση Δεδομένων των Νεκρών της Γαλλίας για τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p><img decoding="async" class=" wp-image-21957 aligncenter" src="https://togethermag.gr/wp-content/uploads/2020/07/16-536980_1-300x96.jpg" alt="" width="484" height="155" srcset="https://togethermag.gr/wp-content/uploads/2020/07/16-536980_1-300x96.jpg 300w, https://togethermag.gr/wp-content/uploads/2020/07/16-536980_1-1024x329.jpg 1024w, https://togethermag.gr/wp-content/uploads/2020/07/16-536980_1-768x247.jpg 768w, https://togethermag.gr/wp-content/uploads/2020/07/16-536980_1-1536x494.jpg 1536w, https://togethermag.gr/wp-content/uploads/2020/07/16-536980_1.jpg 1654w" sizes="(max-width: 484px) 100vw, 484px" /></p>
<p><strong>Εικόνα</strong><strong> 3 &#8211; Photo </strong>(C) Paris &#8211; Musée de l&#8217;Armée, Dist. RMN-Grand Palais / Pascal Segrette</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Ο Alexandre Berraud στη διάρκεια των επιχειρήσεων στο Μακεδονικό Μέτωπο βρέθηκε στην πόλη της Κοζάνης<a href="#_ftn7" name="_ftnref7">[7]</a> με την νούμερο <strong>71 </strong>καρτ ποστάλ της συλλογής (<strong>εικόνα 3</strong>). Η καρτ ποστάλ διαστάσεων 0.132 (Ύψος σε m) και 0,092 (Πλάτος σε m.) φέρει στο εμπρός μέρος σκίτσο από το ρολόι της Κοζάνης και στα γαλλικά χειρόγραφο κείμενο με πενάκι και καφέ μελάνι από τον ίδιο: «8 Sept. 1916. Grande Tour à Kosiani<a href="#_ftn8" name="_ftnref8">[8]</a>. Grèce/ AB- 8 Σεπτεμβρίου 1916. Η υπέροχη περιήγηση στην Κόζιανη. Ελλάδα/ΑΒ» (<strong>εικόνα 4</strong>). Στο πίσω μέρος υπάρχει στα γαλλικά χειρόγραφο κείμενο με πενάκι και μαύρο μελάνι το οποίο έχει γραφτεί από τον στρατιώτη στον ελεύθερο χώρο που υπάρχει στην κάρτα τριγύρω από το τυπωμένο κείμενο με μπλε χρώμα και κεφαλαία γράμματα, στη γαλλική γλώσσα: «CARTE EN FRANCHISE/ CORRESPONDANCE/ des ARMEES de la REPUBLIQUE/EXPEDITEUR/Adresse: Stendfhal» (<strong>εικόνα 5</strong>).</p>
<p>Το κείμενο του μπορεί να χαρακτηριστεί «πλούσιο», καταλαμβάνοντας όλο τον ελεύθερο χώρο στο πίσω μέρος της καρτ ποστάλ. Μελετώντας τις ημερομηνίες και το κείμενο, παρατηρούμε ότι η ολοκλήρωση και αποστολή αυτής δεν έγινε την ίδια ημέρα αλλά σε πάροδο χρόνου, όπως σχεδόν άλλωστε γινόταν εκείνη την περίοδο από πολλούς στρατιώτες, οι οποίοι έγραφαν σταδιακά τα γράμματα τους. Το σκίτσο με το «περίφημο» ρολόι της Κοζάνης έγινε στις 8 Σεπτεμβρίου 1916, ενώ το κείμενο του ολοκληρώθηκε στις 15 του ίδιου μήνα (η ημερομηνία αναφέρεται στο κείμενο).</p>
<p>Στην πόλη της Κοζάνης ο Berraud δεν βρέθηκε με το 260<sup>ο</sup> Σύνταγμα του για κάποια επιχείρηση ή εντολή από την διοίκηση, αλλά όπως ο ίδιος ομολογεί ως «κοπάνα», που έκανε μαζί με έναν Δεκανέα χωρίς να πάρει άδεια, η οποία κόστισε  στον ίδιο 12 μέρες φυλακή και στον Δεκανέα την επαναφορά του σε απλού στρατιώτη, αλλά δεν το μετάνιωσε γιατί δεν θα είχε δει αλλιώς την πόλη και την περίφημη θέα του ρολογιού: «<em>Ιδού η περίφημη άποψη, που μου στοιχίζει 12 ημέρες φυλακής, επειδή πήγα / στην Κόζιανη χωρίς /άδεια. Δεν το μετανιώνω γιατί / δεν θα είχα δει την πόλη</em>». Στην καρτ ποστάλ αυτή δεν κάνει καμία άλλη αναφορά για την πόλη. Η πόλη της Κοζάνης αναφέρεται ακόμα μία φορά στην καρτ ποστάλ νούμερο 72, την οποία έστειλε στην γυναίκα του στις 9 Σεπτεμβρίου 1916, την επομένη δηλαδή, από το Karadzalar. Σε αυτή αναφέρει ότι «<em>Χθες επισκέφτηκα την πόλη της Κοζάνης πολύ / όμορφη ελληνική πόλη 1500 κατοίκων. Το σχέδιο που θα λάβετε πιθανότατα θα μου κοστίσει 15 ημέρες στη φυλακή. / Απαγορεύεται η επίσκεψη στις πόλεις, υπάρχει μόνο χώρος για τους αξιωματικούς, καταλαβαίνετε. / Οι άνδρες είναι καλοί μόνο στο να σκοτώνονται και να ζουν σαν τα θηρία &#8230;Αλλά δεν με νοιάζει για τη φυλακή τους, ο πόλεμος δεν θα είναι πια για αυτό &#8230; &#8211; Φεύγουμε στη βροχή / από ένα φρικτό μονοπάτι, φορτωμένοι σαν γαϊδούρια. Βρέχει όλη μέρα. Διασχίζουμε / την Κοζάνη τη νύχτα. Έκανα καλά να πάω χθες εκεί</em>». Από το κείμενο αυτό καταλαβαίνουμε ότι οι δύο αυτές καρτ ποστάλ γράφονταν – συμπληρώνονταν παράλληλα ενώ ο στρατιώτης έκανε με το Σύνταγμα του πορείες από την μία πόλη στην άλλη και τις ταχυδρόμησε μαζί, ίσως και με κάποιες άλλες από την πόλη της Καστοριάς την οποία επισκέφτηκε στις 15 του ίδιου μήνα και στην οποία ολοκλήρωσε την καρτ ποστάλ της Κοζάνης (η αλληλογραφία της περιόδου δεν ήταν τακτική και εξαρτιόταν από τις θέσεις, την συγκοινωνία, την ταχυδρόμηση πολλών γραμμάτων μαζί κτλ.).</p>
<p>Από το υπόλοιπο κείμενο της <strong>καρτ ποστάλ νούμερο 71</strong>, αυτά που χρίζουν αναφορά επικεντρώνονται σε δύο βασικούς άξονες: εξαντλητικές πορείες κάτω από δυσμενείς καιρικές συνθήκες και πείνα!!. Ο Berraud δηλώνει την απογοήτευση και την κούραση του από τις ατελείωτες πορείες σε αρκετά σημεία: «<em>Τις 5 τελευταίες ημέρες / κάναμε 120 χιλιόμετρα σε άθλιους δρόμους, μονοπάτια /βραχώδη… διασχίζοντας 4 φορές τη Vistrica, (τον ποταμό Αλιάκμονα<a href="#_ftn9" name="_ftnref9"><strong>[9]</strong></a>), με νερό ίσαμε την κοιλιά, το βράδυ κοιμόμαστε / έτσι, έχοντας διασχίσει το νερό, ιδρωμένοι και πάλι καλά όταν δεν μας βρέχει από πάνω&#8230; είναι απαίσιο το μαρτύριο που υφιστάμεθα. Ποτέ δεν/ θα πιστεύαμε πως άνδρες έχουν μια τέτοια αντοχή. Τα πόδια είναι / ματωμένα, οι ώμοι κομμένοι&#8230;εκατό φορές να είχαμε πεθάνει. Δεν ξέρω τι / ήρθαμε να κάνουμε εδώ</em>», «<em>Όλες τις ημέρες κάνουμε 30 χιλιόμετρα μέσω χαραδρών, ποταμών, βράχων. Από τη Βέροια, έχουμε 206 χιλιόμετρα στα πόδια μας και από τη Δοϊράνη 70 παραπάνω. Είμαι /  τελείως εξουθενωμένος, κενός&#8230; <strong>Θα ήταν καλύτερα να αρρωστήσω για να με αποσύρουν και να ξεκουραστώ</strong>. / Είναι άτυχος κανείς που είναι σκληροτράχηλος όπως ένα άλογο. Δεν θα μπορέσω να ξεκουραστώ σε ολόκληρη ην εκστρατεία</em>».</p>
<p>Η πείνα και η έλλειψη φαγητού, τούτο το μαρτύριο, είναι οδυνηρό όπως γράφει ο Berraud: «<em>Οι γέφυρες έχουν ανατιναχθεί, η τροφοδοσία δεν έχει φτάσει εδώ και 6 ημέρες&#8230;Ιδού 4 ημέρες που δεν έχουμε ούτε ψωμί ούτε αλάτι….Τρώμε ψητό καλαμπόκι αλλά δεν είναι τροφή. Τις 1τες (= πρώτες) ημέρες υπήρχαν σταφύλια αλλά τώρα τίποτε εκτός από καλαμπόκι. Χθες ψήσαμε χωρίς λίπος ούτε αλάτι, με κρεμμύδια. Έφαγα 8 καλαμπόκια ψημένα στη χόβολη. <strong>Είναι δυστυχώς οδυνηρό να έρθει κανείς να πεθάνει της πείνας</strong>…Χθες υποστήκαμε το τρομερότερο μαρτύριο από όσα γνωρίζω, διασχίζοντας την Καστοριά τη νύχτα, δεν / φάγαμε τίποτε εδώ και <strong>30 ώρες</strong>. Και να περνάς μπροστά στους φούρνους που ευωδίαζαν ψωμί / που ψηνόταν. Τι μαρτύριο του Ταντάλου!</em>».</p>
<p>Φυσικά, κλείνει το κείμενο του με νότα αισιοδοξίας και εφησυχασμού αναφέροντας στην γυναίκα του, την οποία αποκαλεί Μιμή (γενικό γυναικείο χαϊδευτικό), ότι «<em>Η υγεία (μου) είναι καλή. Μη χολοσκάς για μένα. Τα γράμματα είναι σπάνια. Μακρόσυρτο / μεγάλο χάδι</em>».</p>
<p>Είναι πολύ μεγάλο βάρος να πολεμάς κάπου μακριά και να μην ξέρεις για τι πολεμάς και η μόνη παρηγοριά σου να είναι η στιγμή που θα ξεκλέψεις χρόνο για να γράψεις ό,τι νιώθεις στο πρόσωπο το οποίο κατακλύζει το μυαλό σου και σου δίνει την δύναμη να ανταπεξέλθεις σε κάθε δυσκολία ώστε να επιστρέψεις κοντά του. Αν μπορούσα να μπω στην θέση του Berraud, και να πολεμώ σαν κι αυτόν ή σαν όλους τους στρατιώτες τότε, νομίζω ότι τα λόγια τα οποία θα έγραφα θα ήταν ένα αγαπημένο μου απόσπασμα από <em>Το βιβλίο του Πολέμου</em> του Μυριβήλη: «<em>Να βρέχει και να ‘σαι μέσα σ’ ένα σπιτάκι. Να τρίζουν τα κούτσουρα της ελιάς στο παραγώνι. Να βλέπεις τη βροχή πίσω από τα τζάμια. Και κοντά σου να ‘ναι η αγάπη. Κι ένα βάζο φρέσκα λουλούδια. Κι ένα βιβλίο. Τι είναι αυτό; Τα μάγουλα μου είναι ογρά. Από τη βροχή;….Ες αύριον, λοιπόν και ως τότε γειά σου. Αγαπημένη, γειά σου!</em>».</p>
<p>&nbsp;</p>
<p><img decoding="async" class=" wp-image-21956 aligncenter" src="https://togethermag.gr/wp-content/uploads/2020/07/ark__66008_1403-70C1_v0001-200x300.jpg" alt="" width="351" height="527" srcset="https://togethermag.gr/wp-content/uploads/2020/07/ark__66008_1403-70C1_v0001-200x300.jpg 200w, https://togethermag.gr/wp-content/uploads/2020/07/ark__66008_1403-70C1_v0001-683x1024.jpg 683w, https://togethermag.gr/wp-content/uploads/2020/07/ark__66008_1403-70C1_v0001-768x1151.jpg 768w, https://togethermag.gr/wp-content/uploads/2020/07/ark__66008_1403-70C1_v0001-1025x1536.jpg 1025w, https://togethermag.gr/wp-content/uploads/2020/07/ark__66008_1403-70C1_v0001.jpg 1180w" sizes="(max-width: 351px) 100vw, 351px" /></p>
<p><strong>Εικόνα</strong><strong> 4 &#8211;</strong> Photographie RMN 16-536980</p>
<p>Photo (C) Paris &#8211; Musée de l&#8217;Armée, Dist. RMN-Grand Palais / Pascal Segrette</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>&nbsp;</p>
<p><img loading="lazy" decoding="async" class=" wp-image-21958 aligncenter" src="https://togethermag.gr/wp-content/uploads/2020/07/1593881931051_ark__66008_1403-70C1_v0002-300x200.jpg" alt="" width="515" height="343" srcset="https://togethermag.gr/wp-content/uploads/2020/07/1593881931051_ark__66008_1403-70C1_v0002-300x200.jpg 300w, https://togethermag.gr/wp-content/uploads/2020/07/1593881931051_ark__66008_1403-70C1_v0002-1024x683.jpg 1024w, https://togethermag.gr/wp-content/uploads/2020/07/1593881931051_ark__66008_1403-70C1_v0002-768x513.jpg 768w, https://togethermag.gr/wp-content/uploads/2020/07/1593881931051_ark__66008_1403-70C1_v0002-1536x1025.jpg 1536w, https://togethermag.gr/wp-content/uploads/2020/07/1593881931051_ark__66008_1403-70C1_v0002.jpg 1840w" sizes="(max-width: 515px) 100vw, 515px" /></p>
<p><strong>Εικόνα</strong><strong> 5 &#8211; </strong>Photographie RMN 16-536981</p>
<p>Photo (C) Paris &#8211; Musée de l&#8217;Armée, Dist. RMN-Grand Palais / Pascal Segrette</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>&nbsp;</p>
<p><a href="#_ftnref1" name="_ftn1">[1]</a> Το πολεμικό πλοίο Lutétia τον Οκτώβριο του 1915 κινητοποιήθηκε, για την μεταφορά στρατιωτών από την Τουλόν στη Θεσσαλονίκη, βάρους 14.000 τόνων.</p>
<p><a href="#_ftnref2" name="_ftn2">[2]</a> Πληροφορίες από το: Historique du 260<sup>e</sup> Régiment d&#8217;Infanterie Numérisation de Jean-François Burais, descendant de Justin Burais, mitrailleur au 260<sup>e</sup> R.I. numérisation P. Chagnoux – 2008.</p>
<p><a href="#_ftnref3" name="_ftn3">[3]</a>Για τον έλεγχο του ταχυδρομείου από έρευνες ιστορικών σε αρχειακό υλικό, αλλά ειδικότερα από μαρτυρίες στρατιωτών, τεκμηριώνεται ότι σε όλους τους στρατούς, αργά ή γρήγορα εισήχθη ταχυδρομικός έλεγχος και λογοκρισία, για την αποφυγή μετάδοσης στρατιωτικών μυστικών, τον έλεγχο του ηθικού των στρατιωτών και τον εντοπισμό τυχόν «ανατρεπτικών ιδεών.  Ανατρεπτικές σκέψεις στα γράμματα διαγράφονταν &#8211; «caviardés» &#8211; από τους λογοκριτές &#8211; με μελάνι και μολύβι – και πολλές φορές σημαντικός αριθμός λέξεων δεν μεταδίδονταν καθόλου. Για τη λογοκρισία των ταχυδρομικών γραμμάτων/κάρτ ποστάλ στο Μακεδονικό Μέτωπο, οι μαρτυρίες του Μυριβήλη στο <em>Βιβλίο του Πολέμου</em> είναι παραστατικές: «<em>Από το χαράκωμα δεν επιτρέπονται γράμματα. Μοναχά αυτά τα τυπωμένα γαλάζια χαρτονάκια με τον εύζωνο. </em><em>T</em><em>αχυδρομικός τομεύς 906: είμαι καλά, σε χαιρετώ. Κι αυτά (τα γράμματα) θα περνάνε πρώτα από τα χίλια δύο τσιμπλιάρικα ματογυάλια της λογοκρισίας, ώσπου να φτάσουνε στ’ αγαπημένα μου τα δικά σου ματάκια (….) Τα γράμματα αυτά ρίχνουνται στο κουτί του λόχου αδιάκοπα. Και αδιάκοπα τα σκίζει η λογοκρισία (….) Τα πρώτα γράμματα σου που πήρα είχανε μέσα ένα σωρό σβησίματα, ψαλιδίσματα και συμβουλές της λογοκρισίας</em>». Από το Μυριβήλης, Σ. (1924). <em>Η ζωή εν τάφω, Το βιβλίο του πολέμου</em>, Αθήνα: βιβλιοπωλείο Εστίας Ι.Δ. Κολλάρου &amp; Σίας Α.Ε.</p>
<p><a href="#_ftnref4" name="_ftn4">[4]</a> Τον Νοέμβριο του 1916, οι συμμαχικές δυνάμεις επιχείρησαν να καταλάβουν το Μοναστήρι. Η προσπάθεια αυτή ενισχύθηκε και με γαλλικές δυνάμεις γιατί ο Στρατηγός Σαράιγ ήθελε να καταλάβει την πεδιάδα του Μοναστηρίου και να αποκόψει τις εχθρικές συγκοινωνίες (η 57<sup>η</sup> Μεραρχία Πεζικού συμμετείχε στις μάχες, τμήμα της οποίας ήταν και το 260<sup>ο</sup> Σύνταγμα Πεζικού). Από τη γαλλοσερβική επίθεση που ακολούθησε καταλήφθηκαν διαδοχικά το Νεγκοτίν, το Μοναστήρι και τα γύρω υψώματα. Παρά την κατάληψη και τη διατήρηση του υψώματος 1248 η επίθεση κατά του όρους Τσερέβενα Στένα αποκρούστηκε από τον εχθρό, που είχε ενισχυθεί σημαντικά. Ο κακός ανεφοδιασμός και ο χειμώνας, ανάγκασε του Συμμάχους από 3 Δεκεμβρίου να αναστείλουν τις επιθέσεις και να οργανωθούν αμυντικά στα εδάφη που είχαν ήδη καταλάβει. Πληροφορίες από το Γενικό Επιτελείο Στρατού. Δ/νση Ιστορίας Στρατού (1993). <em>Επίτομη ιστορία της συμμετοχής του ελληνικού στρατού στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο 1914-1918</em>. Αθήνα.</p>
<p><a href="#_ftnref5" name="_ftn5">[5]</a> Tué à l&#8217;ennemi ou mort au combat (στα αγγλικά Killed In Action, συντομογραφία KIA ή K.I.A.), είναι ένας όρος που χρησιμοποιείται σε διοικητικά έγγραφα για να περιγράψει τις απώλειες που υπέστησαν σε μάχη και προκλήθηκαν από εχθρικές δυνάμεις. Στη Γαλλία, η έκφραση αυτή εντοπίζεται στις κάρτες που συντάχθηκαν μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο από τη διοίκηση βετεράνων και σήμερα τηρείται από τη Διεύθυνση Μνήμης, Κληρονομιάς και Αρχείων του Υπουργείου Ένοπλων Δυνάμεων της Γαλλίας. Για να καταχωρηθεί ένας στρατιώτης νεκρός, δύο μάρτυρες πρέπει να επιστρέψουν από την επίθεση για να το πιστοποιήσουν, διαφορετικά δηλώνεται ότι «εξαφανίστηκε».</p>
<p><a href="#_ftnref6" name="_ftn6">[6]</a> Στα επίσημα αρχεία του 260<sup>ου </sup>Συντάγματος Πεζικού καταγράφεται: «<em>Στα τέλη Δεκεμβρίου, το 260<sup>ο</sup> Σύνταγμα ήταν στα ύψη μπροστά στο μέτωπο και προσπαθούσε να σκάψει χαρακώματα και δίκτυα για να καταφέρουν να ενωθούν τα μπροστά τμήματα με το Μοναστήρι. Ο εχθρός (οι Βούλγαροι) σε απόσταση 100 μέτρων πυροβολούσαν. Οπότε οι εργασίες γινόντουσαν τη νύχτα ως την αυγή, ενώ κατά τη διάρκεια της ημέρας οι στρατιώτες παρέμεναν στα χαρακώματα. Αποτέλεσμα ήταν το προσωπικό να λαμβάνει μόνο ένα γεύμα περίπου τα μεσάνυχτα και μόνο όταν ο μάγειρας δεν σκοτωνόταν στη διαδρομή. Τις πρώτες ημέρες του Δεκεμβρίου, χιόνισε, είχε αρκετό κρύο και ο πυρετός της ελονοσίας θέριζε όσους δεν μπορούσαν να μειώσουν ούτε την κόπωση ούτε τη στέρηση του φαγητού. Σύντομα το σύνταγμα μειώθηκε αρκετά σε αριθμό, αλλά έπρεπε πάση θυσία να κρατήσουν τις γραμμές. Τέλη Δεκεμβρίου χάρη στην υπεράνθρωπη εργασία των στρατιωτών υπήρξε πρόοδος, και μπορούσαν να επιστρέψουν κάποια τμήματα λίγες μέρες πίσω στο Μοναστήρι. Οι άντρες που φτάνουν εκεί είναι εξαντλημένοι, τρέμουν από πυρετό, καλυμμένοι με λάσπη και ψείρες, αλλά δεν είναι σε θέση να πλύνουν ή να αλλάξουν σεντόνια, για περισσότερο από 2 μήνες και η πόλη υφίσταται καθημερινό συχνό βομβαρδισμό</em>». Πληροφορίες από το Historique du 260ème régiment d&#8217;infanterie. France. 1914-1918. (BDIC_OPCE_013339).</p>
<p><a href="#_ftnref7" name="_ftn7">[7]</a> Στα επίσημα αρχεία του 260<sup>ου</sup> Συντάγματος Πεζικού καταγράφεται: «<em>Η 57η Μεραρχία μεταφέρεται σιδηροδρομικώς από το Narès στη Βέροια. Στη συνέχεια μεταφέρεται με πορεία στην Κοζάνη. Αυτή η μακρά και επίπονη πορεία κάτω από τον καυτό ήλιο προκαλεί μεγάλη κόπωση. Οι επιπτώσεις της ελονοσίας γίνονται αισθητές και προκαλούν πολλές εκκενώσεις στην 260<sup>η</sup></em>». Πληροφορίες από το Historique du 260ème régiment d&#8217;infanterie. France. 1914-1918. (BDIC_OPCE_013339).</p>
<p><a href="#_ftnref8" name="_ftn8">[8]</a> Ο Alexandre Berraud γράφει την Κοζάνη – Kosiani (Κόζιανη) γιατί προφανώς έτσι θα την άκουσε από τον ντόπιο πληθυσμό ή από άλλους αξιωματικούς (πρόκειται για ιδιωματική προφορά) και ήταν αρκετά ειλικρινής να μην αθηναΐζει.</p>
<p><a href="#_ftnref9" name="_ftn9">[9]</a>  Οι Τούρκοι τον έλεγαν Iντζέ-καρά (ψηλός και μαύρος) και οι Σλάβοι Μπίστριτσα (γοργοπόταμος). Ο Berraud τον γράφει la Vistrica.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>&nbsp;</p>
<p><span style="font-weight: 400;"><strong>Ευχαριστώ, για την πολύτιμη βοήθεια τους Σταύρο Ε. Καμαρούδη, Γλωσσολόγος. Αναπλ. Καθηγητής ΠΤΔΕ – Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας, Φλώρινα και την Ιsabelle Tambrun – Kamaroudis (Iζαμπέλ Ταμπρέν-Καμαρούδη), Καθηγήτρια Γαλλικής και Ελληνικής φιλολογίας</strong>.</span></p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Στο επόμενο τεύχος του Together free press ετοιμάζεται άρθρο με τις καρτ ποσταλ του Berraud – Alexandre François-Joseph από τη Φλώρινα &#8211; Μοναστήρι.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>&nbsp;</p>
]]></content:encoded>
					
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Μικρή, αγαπημένη μου γυναίκα</title>
		<link>https://togethermag.gr/id/mikri-agapimeni-mou-gynaika/</link>
		
		<dc:creator><![CDATA[togetherteam]]></dc:creator>
		<pubDate>Mon, 03 Feb 2020 12:18:39 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[ID]]></category>
		<category><![CDATA[slider]]></category>
		<category><![CDATA[γράμματα]]></category>
		<category><![CDATA[Κεφαλάς Πάνος]]></category>
		<category><![CDATA[Πρώτος Παγκοσμιος Πόλεμος]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://togethermag.gr/?p=20562</guid>

					<description><![CDATA[&#160; Κείμενο: Κεφαλάς Πάνος, Υποψ. Διδάκτορας Ιστορίας του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου του ΠΤΔΕ του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας.  &#160; Lucien Martin, Seine, 1er Bureau 3031. Χριστούγεννα, 18/12/1916 &#160; &#160; Πρωινή αναφορά. Ίσως, η τελευταία μου για φέτος. Στέκω σε μία σειρά, βουτηγμένος στη λάσπη, στα ρήγματα που έσκαψαν οι οβίδες της νύχτας. Έχω γίνει τρωκτικό. Τρωκτικά [&#8230;]]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p>&nbsp;</p>
<p><strong>Κείμενο: Κεφαλάς Πάνος, Υποψ. Διδάκτορας Ιστορίας του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου του ΠΤΔΕ του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας. </strong></p>
<p>&nbsp;</p>
<p><strong>Lucien Martin,</strong></p>
<p><strong>Seine, 1<sup>er</sup> Bureau 3031.</strong></p>
<p><strong>Χριστούγεννα, 18/12/1916</strong></p>
<p>&nbsp;</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Πρωινή αναφορά.</p>
<p>Ίσως, η τελευταία μου για φέτος.</p>
<p>Στέκω σε μία σειρά, βουτηγμένος στη λάσπη, στα ρήγματα που έσκαψαν οι οβίδες της νύχτας. Έχω γίνει τρωκτικό. Τρωκτικά μας φωνάζει άλλωστε όλους ο διοικητής ή Ρεμπύ<a href="#_ftn1" name="_ftnref1">[1]</a> ή Ντυμολλέ<a href="#_ftn2" name="_ftnref2">[2]</a>. Στα μάτια του δεν μπορεί να μας ξεχωρίσει έτσι που γινόμαστε σαν ένα παχύρευστο μείγμα. Βρωμάμε τόσο, που ακόμα και τα ποντίκια μας αποφεύγουν.</p>
<p>Προσπαθώ με τις σκέψεις μου να ξεφύγω από τη λάσπη και την αδιάκοπη βροχή. Σκέφτομαι εσένα. Την κόρη μου. Τα περσινά Χριστούγεννα μαζί σας.</p>
<p>Μα το νερό έχει μνήμη και καθώς με λούζει από την κορυφή μέχρι τα νύχια, η μνήμη ζωντανεύει και μαζί της και η λάσπη που με καλύπτει. Άλλωστε η λάσπη από χώμα και νερό δεν αποτελείται; Και η λάσπη των χαρακωμάτων έχει και μπόλικο αίμα. Το αίμα αυτών που χάνονται σε κάθε salto mortale, σε κάθε οβίδα από τον μεταλλικό ουρανό, σε κάθε σφαίρα, υπέρ της πατρίδας, υπέρ της ελευθερίας, γράφοντας αυτή την χαριτωμένη ιστορία σκόνης.</p>
<p>Τα στρώματα λάσπης επάνω μου, ένα νέο σώμα. Ποτισμένο από την απολιθωμένη σιωπή της νύχτας. Μα η σιωπή δεν είναι ψέμα.</p>
<p>Πρωινή αναφορά.</p>
<p>Και σήμερα η σιωπή είναι ένα ψέμα.</p>
<p>Ο διοικητής Μπαμπουέν<a href="#_ftn3" name="_ftnref3">[3]</a> φωνάζει δυνατά έξι ονόματα: Adam René, Baraquin Marcel Narcisse, Battu Maurice Louis, Besançon Pierre Louis, Besvel Maurice Alexandre, Barrié . Celestin Léon Clovis.</p>
<p>Χαμηλώνω το βλέμμα. Επιτρέπω τη σιωπή να με καλύψει. Καρφώνω τη ματιά μου στο χέρι του διοικητή στο σπαθί του, από το οποίο ξεχωρίζει η επίχρυση με φιλντισένια λαβή, αποδίδοντας τον ανάλογο σεβασμό για τη στάση και τη στολή του.</p>
<p>Η γενναιότητα δεν του φτάνει. Η υποταγή και η υπακοή έχουν περισσότερη αξία. Όπως και τα σοβαρά και διαυγή βλέμματα. Στρατιώτες μαύροι ή λευκοί, που λένε πάντα «ναι».</p>
<p>Ο διοικητής ανακοινώνει: «Στις 27 Νοεμβρίου, γύρω στις 5 π.μ. τα ξημερώματα, μετά από μία επίθεση δύο ωρών από οβίδες που έκαναν τη νύχτα μέρα μετατρέποντας την περιοχή σε κόλαση, αυτοί οι έξι στρατιώτες κι ενώ βρισκόντουσαν σε μία τάφρο της πρώτης γραμμής, εγκατέλειψαν τη θέση τους σε μία προσπάθεια να ξεφύγουν όταν μερικοί Γερμαναράδες μπήκαν στην τάφρο τους».</p>
<p>«Προδότες! Δειλοί! Προδώσατε τη Γαλλία».</p>
<p>Τα λόγια του διοικητή συντονίζονται με τους παλμούς της καρδιάς μου, αντηχούν στα αυτιά μου, σαν το βουητό των οβίδων.</p>
<p>Πρέπει να παραδώσουν τα πορτοφόλια τους, για να σταλούν στις οικογένειες τους. Έχουν το δικαίωμα να στείλουν κι ένα τελευταίο γράμμα. Για τους προδότες δεν θα υπάρξει πολεμική σύνταξη.</p>
<p>Αύριο η λάσπη ποτισμένη από το αίμα τους θα καλύπτει τα σώματα μας και θα είναι η σκόνη κάτω από τα πόδια μας. Και επειδή το νερό έχει μνήμη, η εκτέλεση τους για παραδειγματισμό δεν θα φωνάζει «πέθανε για τη Γαλλία». Αντί να προσπαθήσουν να ξεφύγουν, αν τώρα ήταν κρατούμενοι των Γερμανών, θα ζούσαν.</p>
<p>Στάθηκα και θαύμαζα παρά τη σκοτεινιά μου, παρά την ταραχή μου, τον τρόπο που έχει το ακίνητο νερό ή αυτό που κυλάει αργά, να ανασηκώνεται, σαν διψασμένο αγρίμι, προς το νερό που τρέχει επάνω στα λασπωμένα αγάλματα, που γινόμαστε εμπρός στο άκουσμα του θανάτου.</p>
<p>Εύχομαι να είναι οι έξι τελευταίοι από τους 136 που τουφεκίστηκαν φέτος, για παραδειγματισμό. Ένα νούμερο με ψηφία που η ζωή θα ζοριστεί πολύ να τα σβήσει. Άραγε θα μπορέσουν κάποτε να τους ξεχάσουν;</p>
<p>Η βροχή συνεχίζει να ποτίζει τη λάσπη μετατρέποντας τα χαρακώματα σε απέραντο δυσκίνητο βούρκο και εμένα σε μία δύστροπη παχύρευστη μάζα, με πελιδνό πρόσωπο. Η γη και οι νεκροί!</p>
<p>Μετατρέπω το σώμα μου σε τρωκτικό ξανά, χωμένος κάπου στη Φαμπιόλα<a href="#_ftn4" name="_ftnref4">[4]</a>, στην κοιλιά της γης. Μέσα στην τρύπα μου, ζώ σαν τους άλλους, πίνω, τρώω σαν τους άλλους. Μερικές φορές τραγουδάω σαν τους άλλους. Εδώ μπορώ να καπνίσω με άνεση την πίπα μου, γιατί δεν κάνει να καπνίζεις στον πόλεμο, σε εντοπίζουν. Μυρίζω το τελευταίο αρωματισμένο γράμμα σου (13/12/1916) και ανοίγω με ανυπομονησία το χριστουγεννιάτικο δέμα που δικαιούμαι από τον κ. Πουανκαρέ<a href="#_ftn5" name="_ftnref5">[5]</a>, επειδή πολεμάω για την πατρίδα και έλαβα το στρατιωτικό παράσημο του «Ήρωα της Πρώτης Τάξεως»<a href="#_ftn6" name="_ftnref6">[6]</a>.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p><img loading="lazy" decoding="async" class="alignnone  wp-image-20563" src="https://togethermag.gr/wp-content/uploads/2020/02/2-300x234.jpg" alt="" width="686" height="535" srcset="https://togethermag.gr/wp-content/uploads/2020/02/2-300x234.jpg 300w, https://togethermag.gr/wp-content/uploads/2020/02/2-768x600.jpg 768w, https://togethermag.gr/wp-content/uploads/2020/02/2.jpg 960w" sizes="(max-width: 686px) 100vw, 686px" /></p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Ξετυλίγω το σχοινί, σχίζω με μανία το χαρτί περιτυλίγματος. Σε κάθε μανιώδη συμπεριφορά των χεριών μου, το άγγιγμα σου μου λείπει με βαναυσότητα.</p>
<p>Τα φετινά χριστουγεννιάτικα δώρα είναι λιτά. Ένα μικρό μολύβι, ένα τετράδιο στο μωβ εξώφυλλο του οποίου απεικονίζεται η Ζάν ντ’ Άρκ με περικεφαλαία, δυο πακέτα τσιγάρα Craven, λίγος καπνός και μια καινούργια πίπα. Θεωρώ ότι οι στρατηγοί μας ζήλεψαν τα δώρα που είχε δώσει η πριγκίπισσα Μαρία το 1914 στους Τόμυδες<a href="#_ftn7" name="_ftnref7">[7]</a>. Αλλά μαζί έλαβα και ένα ιδιόχειρο σημείωμα να περάσω από τα μαγειρεία το μεσημέρι να λάβω και άλλα καλούδια:</p>
<p>Δύο ουγγιές τσάι.  Δύο ουγγιές μαρμελάδα. 8 ουγγιές ζάχαρη. 4 ουγγιές βούτυρο. 4 ουγγιές μαργαρίνη. 2 ουγγιές λαρδί. 1 ουγγιά κασέρι σε σχήμα κύβου. 4 ουγγιές μπέικον και 3 φέτες ζαμπόν. Για αρνί ή μοσχάρι ούτε λόγος. Θα παλέψω να ανταλλάξω καμία λίβρα με τα τσιγάρα μου. Λογικά κάπου θα κρύβουν και τα αυγά και τα κρεμμύδια.</p>
<p>Μου λείπει το ξύλινο τραπέζι του σπιτιού μας. Η σκιά σου στο βάθος να μαγειρεύεις για τις γιορτές, με τα μακριά, κατάξανθα μαλλιά σου δεμένα στο αγαπημένο σου κόκκινο φιλέ. Ανασαίνω δυνατά για να μυρίσω τη μυρωδιά του Cassoulet<a href="#_ftn8" name="_ftnref8">[8]</a> και την αλμύρα του Choucroute<a href="#_ftn9" name="_ftnref9">[9]</a>. Γιορτές! Πόσο μου λείπουν οι φωνές της οικογένειας, οι στεναγμοί, τα χέρια, τα χαμόγελα, ένα μεγάλο ούφ! Είναι παράξενο πως ο θάνατος οξύνει τις αισθήσεις.</p>
<p>Αυτό που ονομάζουμε πόλεμος, είναι η εξορία, με μια καρτ ποστάλ από την πατρίδα πότε πότε, ένα λεπτό βιολετί χαρτί, σαν και αυτά που πουλάνε στα καπνοπωλεία ή μια δωδεκάδα κιτρινισμένες φωτογραφίες από τον καλό καιρό, όλο και περισσότερες και φωτεινές, πολύ φωτεινές, καθώς εκμηδενιζόμαστε.</p>
<p>Αναπολώ τις στιγμές, όπου από το παράθυρο του σπιτιού μας, στη γωνιά του μπουλβάρ<a href="#_ftn10" name="_ftnref10">[10]</a> Ρασπάιγ, στην οδό Ρεν, χάζευα το εργοτάξιο του καινούργιου σιδηροδρομικού σταθμού· Στο βάθος τους λόφους  του Σαίν-Κλού, να τους φωτίζει  το μοβ χρώμα του παρισινού ουρανού. Μου αρέσει να ανεβαίνω στα τρένα, αλλά επιλέγω επιμελώς αυτά που παραμένουν στο σταθμό.</p>
<p>Αναπολώ τις στιγμές, όπου παρέα με ένα πούρο Voltigeur<a href="#_ftn11" name="_ftnref11">[11]</a> και μερικές εφημερίδες πεταμένες εμπρός μου, όπως η Paris -Soir, η Action, η Echo de Paris, καθισμένος στα τραπεζάκια του Βιέλ ή του Καφέ ντε λα Παι, να πίνω το βερμούτ Crucifix, χάζευα τις σκιές των ανθρώπων να χορεύουν, ενώ κατευθύνονταν  προς το σταθμό, για να προλάβουν το τρένο, σαν κοπάδι ψαριών που ανεβαίνει ανάποδα το ρεύμα.</p>
<p>Αναπολώ τις κρυφές στιγμές, καθώς με έπιανες από το μπράτσο και κατηφορίζαμε την οδό Καμπάν – Πρεμιέρ και κοιτούσαμε τις αζαλέες στο μπουλβάρ Μονπαρνάς. Τις στιγμές που ξεχνιόσουν και ακουμπούσες το κεφάλι σου στον ώμο μου και εγώ περνούσα τα χέρια στη μέση σου. Πόσες φορές δεν ευχήθηκα να μέναμε για πάντα έτσι, αγνοί και θλιμμένοι.</p>
<p>Λυπάμαι που έπρεπε να σε αφήσω. Σήμερα πρέπει να μάθεις γιατί. Ο πατέρας μου, πριν τον πόλεμο μου είχε πει: «όταν πεθάνω, θα πρέπει να είσαι σε θέση να αναλάβεις από τη μία μέρα στην άλλη όλες τις παραγγελίες του εργοστασίου. Θα γίνεις το αφεντικό του εργοστασίου μου και θα διατάζεις τους εργάτες μου. Όταν θα έχουν πεθάνει και αυτοί, θα έρθουν άλλοι ¨τρομεροί εργάτες¨<a href="#_ftn12" name="_ftnref12">[12]</a>, τα παιδιά τους και θα πρέπει να ξέρεις πως να τους κάνεις να σε υπακούσουν και να σε αγαπούν. Το πιστόνι κινεί τις μηχανές. Το πιστόνι κινεί τα βαγόνια. Πρέπει να γίνεις πιστόνι<a href="#_ftn13" name="_ftnref13">[13]</a>».</p>
<p>Μα δεν ήθελα ποτέ να συνεχίσω το έργο του πατέρα μου. Δεν είμαι αρχηγός και ούτε είχα τη φιλοδοξία να γίνω. Ο κόσμος είναι απέραντος και θέλω να τον γυρίσω όλο. Ο πόλεμος ήταν μια ευκαιρία να φύγω μακριά από την κληρονομιά μου στην οδό Ραινουάρ<a href="#_ftn14" name="_ftnref14">[14]</a>. Ήθελα να γίνω ο υπέρτατος στρατιώτης, που δεν θα συγκινούσε τις μετριοπαθείς ψυχές τους. Είμαι το «Πνεύμα της Άρνησης»<a href="#_ftn15" name="_ftnref15">[15]</a>.</p>
<p>Κοιμήθηκα έξι χρόνια και μετά, μία ωραία πρωία, βγήκα από το κουκούλι μου. Εγώ είμαι φτιαγμένος για δράση, φώναξα! Στους ήχους της Μασσαλιώτιδας σε πήρα από το χέρι και πήγαμε στην εκκλησία του Νεϊγύ<a href="#_ftn16" name="_ftnref16">[16]</a>: «θα παντρευτώ νέος». Μπορεί για τον πατέρα μου να ήσουν μια νεαρή επαρχιωτοπούλα, αλλά για εμένα ήσουν ένα φωτεινό κορίτσι με λουλουδένια μάτια. Έγινες η Γκριζελίδη<a href="#_ftn17" name="_ftnref17">[17]</a> μου.</p>
<p>Σε άφησα να περιμένεις στα μετόπισθεν. Έγινα άγριος μετά από σκέψη. Μη μου πει κανείς ότι δεν χρειάζονται τρελούς και άγριους στο πεδίο της μάχης. Η τρέλα σε βοηθάει να ξεχνάς την αλήθεια της σφαίρας και την μύτη μιας Ροζαλίας<a href="#_ftn18" name="_ftnref18">[18]</a>. Είναι αδελφή της γενναιότητας, σε ένα πεδίο μάχης αυλακωμένο, φτιαγμένο με συρματοπλέγματα για σαρκοφάγα. Χρειάζεται να είμαστε τρελοί και άγριοι γιατί οι Γερμανοί φοβούνται τις ματσέτες μας. Στον πόλεμο αν έχεις πρόβλημα με έναν δικό σου τρελό στρατιώτη, φροντίζεις να τον σκοτώσουν οι εχθροί. Είναι πιο πρακτικό ή όπως λέει ο διοικητής μας «δεν αρκεί μόνο να πεθάνουν, πρέπει να πεθάνουν εγκαίρως».  Οπότε τον αναγκάζεις να υπακούει στη σφυρίχτρα του θανάτου: «Γλιστράτε θνητοί, μη στηρίζεστε. Επιχειρήστε κάθε salto mortale. Οι Γερμανοί είναι κατώτερα όντα που έχουν την τύχη να είναι γείτονες μας. Θα τους δώσουμε τα φώτα μας».</p>
<p>Χριστούγεννα στην πρώτη γραμμή.</p>
<p>Τελευταίο γράμμα για φέτος. Με μία ομάδα σκαπανέων, κόψαμε ένα μεγάλο έλατο. Ανοίξαμε όλοι τα πακέτα μας και το στολίσαμε με σαλάμια, λουκάνικα και άλλα καλούδια. Ο διοικητής μας πρόσφερε ένα βαρέλι Barrica<a href="#_ftn19" name="_ftnref19">[19]</a> και οι περισσότεροι έχουν μεθύσει. Ξαπλωμένος  σου γράφω και κοιτάω το νυχτερινό, βαθύ μπλε ουρανό από τον οποίο περνάνε λαμπερές ουρές από τις τελευταίες για σήμερα τροχιοδεικτικές βολίδες.</p>
<p>Τραγουδάμε τον πυροβολητή του Μετς και το De profuntis morpionibus<a href="#_ftn20" name="_ftnref20">[20]</a>, σε βραδυκίνητα, λαρυγγικά γαλλικά, με ένα τόνο χαμηλότερο από πριν, γιατί είμαστε σε πόλεμο. Είμαστε τόσο φάλτσοι, σαν τους δίσκους του φωνογράφου που αναγγέλλουν στους σιδηροδρομικούς σταθμούς τις αναχωρήσεις των τρένων.</p>
<p>Στέκουμε γύρω από τη φωτιά. Φτιάχνουμε τα μουστάκια μας με κερί, γιατί «Γάλλος χωρίς μουστάκι, είναι σαν αυγό χωρίς αλάτι» και περιμένουμε την πρώτη οβίδα που θα σκάσει μέσα στην ησυχία της αυγής και θα μας ταράξει τα σωθικά. Παίζουμε μια ατελείωτη κωμωδία με εκατό διαφορετικά σκετς. Γίναμε ήρωες που τώρα απέκτησαν πεπρωμένα. Η Γαλλία μας πρόσφερε το θέατρο και εμείς παίζουμε θέατρο για τη Γαλλία.</p>
<p>Μέσα στο θέατρο της αυγής, κάπου εκεί στο βάθος, σπάζοντας τη σιωπή, θα ακουστεί το μπαμ! Από την εκτέλεση των έξι.</p>
<p>Η σιωπή δεν είναι ψέμα.</p>
<p>Ξημερώματα. Στέκω στη σειρά για το salto mortale. Είμαι έτοιμος να κάνω μερικά βήματα στο ένδοξο φως ενός πρωινού της Γαλλίας.</p>
<p><em>Η τελευταία μου σκέψη, σε εσένα, μέχρι το τέλος.</em></p>
<p><em> </em></p>
<p><img loading="lazy" decoding="async" class=" wp-image-20564 aligncenter" src="https://togethermag.gr/wp-content/uploads/2020/02/3-225x300.jpg" alt="" width="417" height="556" srcset="https://togethermag.gr/wp-content/uploads/2020/02/3-225x300.jpg 225w, https://togethermag.gr/wp-content/uploads/2020/02/3-768x1024.jpg 768w, https://togethermag.gr/wp-content/uploads/2020/02/3.jpg 1511w" sizes="(max-width: 417px) 100vw, 417px" /></p>
<p>&nbsp;</p>
<p>&nbsp;</p>
<p><a href="#_ftnref1" name="_ftn1">[1]</a> Από το γαλλικό rebut – απομεινάρι, απόβλητο.</p>
<p><a href="#_ftnref2" name="_ftn2">[2]</a> Ο Ντυμολλέ προέρχεται από γαλλικό τραγούδι και συμβολίζει σατιρικά το Γάλλο μικροαστό.</p>
<p><a href="#_ftnref3" name="_ftn3">[3]</a> Babouin: μπαμπουίνος. Ονοματοπαίγνιο που επιτείνει την ειρωνεία.</p>
<p><a href="#_ftnref4" name="_ftn4">[4]</a> Ή εκκλησία των κατακομβών, από το Fabiola ou l’ Eglise des Catacombes: διδακτικό μυθιστόρημα του καρδινάλιου Wiseman.</p>
<p><a href="#_ftnref5" name="_ftn5">[5]</a> Raymond Poincaré (1860-1934): πρόεδρος της Γαλλικής Δημοκρατίας από το 1913 έως το 1920, καθ’ όλη τη διάρκεια δηλαδή του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου.</p>
<p><a href="#_ftnref6" name="_ftn6">[6]</a> Ορολογία από τη Φάρμα των ζώων, μυθιστορήματος του Τζορτζ Όργουελ., 1945.</p>
<p><a href="#_ftnref7" name="_ftn7">[7]</a> Aργκό για τον κοινό στρατιώτη στο βρετανικό στρατό. Καθιερώθηκε κατά τον δέκατο ένατο αιώνα, αλλά συνδέεται ιδιαίτερα με τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο.</p>
<p><a href="#_ftnref8" name="_ftn8">[8]</a> Φαγητό με ξερά φασόλια, αλλαντικά και πάπια.</p>
<p><a href="#_ftnref9" name="_ftn9">[9]</a> Φαγητό με ξινολάχανο και αλλαντικά.</p>
<p><a href="#_ftnref10" name="_ftn10">[10]</a> Τα μεγάλα βουλεβάρτα ή μπουλβάρ (les grands boulevards), στο Παρίσι, είναι τα πολυσύχναστα βουλεβάρτα που εκτείνονται από τη Μαντλέν ως τη Βαστίλλη.</p>
<p><a href="#_ftnref11" name="_ftn11">[11]</a> Μάρκα γαλλικού πούρου.</p>
<p><a href="#_ftnref12" name="_ftn12">[12]</a> Από την επιστολή του Γάλλου ποιητή Αρθούρος Ρεμπώ &#8211; H επιστολή του οραματιστή, στον Paul Demeny, 15 Μαΐου 1871.</p>
<p><a href="#_ftnref13" name="_ftn13">[13]</a> Στη γαλλική σχολική αργό, ο μαθητής που ετοιμάζεται για εισαγωγικές εξετάσεις.</p>
<p><a href="#_ftnref14" name="_ftn14">[14]</a> Η Οδός Raynouard, στο 16<sup>ο</sup> διαμέρισμα του Πασύ, είναι ταυτόσημη των καλών συνοικιών.</p>
<p><a href="#_ftnref15" name="_ftn15">[15]</a> Γκαίτε (1733-1832), Φάουστ. Απάντηση που δίνει ο Μεφιστοφελής στον Φάουστ, όταν αυτός τον ρωτάει ποιος είναι: Ich bin der Geist, der stets verneint!</p>
<p><a href="#_ftnref16" name="_ftn16">[16]</a> Neuilly: αριστοκρατικό προάστιο του Παρισιού.</p>
<p><a href="#_ftnref17" name="_ftn17">[17]</a> Grisélidis: ηρωίδα συγκινητικού θρύλου, υπόδειγμα συζυγικής αρετής, από το ομότιτλο διήγημα του Βοκκάκιου, στο Δεκαήμερο.</p>
<p><a href="#_ftnref18" name="_ftn18">[18]</a> Ροζαλία αποκαλούσαν την ξιφολόγχη μοντέλο του 1886.</p>
<p><a href="#_ftnref19" name="_ftn19">[19]</a> Ένα μικρό βαρέλι κρασί, 15 γαλόνια περίπου.</p>
<p><a href="#_ftnref20" name="_ftn20">[20]</a> Άσεμνα τραγούδια.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>&nbsp;</p>
<hr />
<div>Κατά τη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, τα γράμματα ήταν η κύρια μορφή επικοινωνίας μεταξύ των στρατιωτών και των αγαπημένων τους, που απάλυναν τον πόνο του χωρισμού, διατηρώντας έτσι υψηλό το ηθικό των στρατιωτών και των πολιτών στα μετόπισθεν.</div>
<div>Οι στρατιώτες έγραφαν γράμματα στις ελεύθερες ώρες τους, μερικές φορές από τα χαρακώματα της πρώτης γραμμής, πριν από μεγάλες μάχες ή σε πιο ήρεμο περιβάλλον, πίσω από τις γραμμές. Και έγραφαν μανιωδώς εξαιτίας της στασιμότητας του πολέμου, ακόμη και μέσα στη λάσπη ή κάτω από αντίξοες συνθήκες. Η Βρετανική Ταχυδρομική Υπηρεσία, για παράδειγμα, παρέδωσε περίπου 2 δισεκατομμύρια επιστολές κατά τη διάρκεια του πολέμου, ενώ στη Γαλλία αποστέλλονταν 5 με 7 εκατομμύρια γράμματα την εβδομάδα.</div>
<div>Η άσκηση στρατιωτικής λογοκρισίας επιστρατεύτηκε από τις εμπόλεμες χώρες, αναγκαστικά, ώστε σε περίπτωση κλοπής των γραμμάτων από τον εχθρό να εμποδίζουν την όποια υποκλοπή πληροφοριών και μυστικών, ή της ίδιας της πραγματικότητας του πολέμου, που μπορούσε να διαρρεύσει στα μετόπισθεν και να επηρεάσει είτε το ηθικό των στρατιωτών είτε των πολιτών.</div>
<div>Ωστόσο, στην πράξη, οι στρατιώτες έβρισκαν συχνά τρόπους για να μεταδώσουν πληροφορίες και προσωπικές ¨κραυγές¨ μέσα από τα γράμματα τους, προσφέροντας μια ισχυρή και άκρως προσωπική διορατικότητα της πραγματικής σκληρής φύσης του πολέμου και των στρατιωτών που πέθαναν και «they shall not grow old».</div>
<div>Με βάση ανάλογες μαρτυρίες στρατιωτών του Μεγάλου Πολέμου, «γεννήθηκαν» τούτα τα γράμματα. Δεν αποτελούν μεταφράσεις ξενόγλωσσων πρωτότυπων γραμμάτων, αλλά είναι μυθοπλασίες, δημιουργήματα της χρόνιας έρευνας και του λογοτεχνικού κόσμου του συγγραφέα, βασισμένα παρόλα αυτά σε αληθινά γεγονότα, στοιχεία και πληροφορίες του Α&#8217; Παγκοσμίου Πολέμου.</div>
<div></div>
<div></div>
<div></div>
<div>
<p><strong>Στοιχεία φωτογραφίας εξωφύλλου</strong>:  British troops eating their Christmas dinner in a shell hole, Beaumont Hamel, 25th December 1916, © IWM (Q 1631).</p>
<p>&nbsp;</p>
<p><strong>Στοιχεία φωτογραφίας 2</strong>: δεν υπάρχουν</p>
<p>&nbsp;</p>
<p><strong>Στοιχεία φωτογραφίας 3;</strong> γνήσια αντικείμενα από τον Α΄ Παγκόσμιο, όπως η στρατιωτική ταυτότητα του Lucien Martin, για τον οποίο γράφω το γράμμα. Από τη συλλογή μου.</p>
</div>
<div></div>
]]></content:encoded>
					
		
		
			</item>
	</channel>
</rss>
