<?xml version="1.0" encoding="UTF-8"?><rss version="2.0"
	xmlns:content="http://purl.org/rss/1.0/modules/content/"
	xmlns:wfw="http://wellformedweb.org/CommentAPI/"
	xmlns:dc="http://purl.org/dc/elements/1.1/"
	xmlns:atom="http://www.w3.org/2005/Atom"
	xmlns:sy="http://purl.org/rss/1.0/modules/syndication/"
	xmlns:slash="http://purl.org/rss/1.0/modules/slash/"
	>

<channel>
	<title>σήμερα &#8211; Together</title>
	<atom:link href="https://togethermag.gr/tag/simera/feed/" rel="self" type="application/rss+xml" />
	<link>https://togethermag.gr/tag/simera/</link>
	<description>Free Press</description>
	<lastBuildDate>Fri, 13 Nov 2020 12:59:31 +0000</lastBuildDate>
	<language>el</language>
	<sy:updatePeriod>
	hourly	</sy:updatePeriod>
	<sy:updateFrequency>
	1	</sy:updateFrequency>
	<generator>https://wordpress.org/?v=6.4.7</generator>

<image>
	<url>https://togethermag.gr/wp-content/uploads/2018/11/ico.png</url>
	<title>σήμερα &#8211; Together</title>
	<link>https://togethermag.gr/tag/simera/</link>
	<width>32</width>
	<height>32</height>
</image> 
	<item>
		<title>Όλοι οι δρόμοι οδηγούν στο Νιάημερο…</title>
		<link>https://togethermag.gr/newsfeed/oloi-oi-dromoi-odigoun-ston-niaimero/</link>
		
		<dc:creator><![CDATA[Κέλλυ Γρηγοριάδου]]></dc:creator>
		<pubDate>Sat, 29 Sep 2018 21:00:00 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[ID]]></category>
		<category><![CDATA[News Feed]]></category>
		<category><![CDATA[Αρχαιότητα]]></category>
		<category><![CDATA[διασκέδαση]]></category>
		<category><![CDATA[Εμποροπανήγυρη]]></category>
		<category><![CDATA[κοζάνη]]></category>
		<category><![CDATA[λούνα]]></category>
		<category><![CDATA[Νιαημερος]]></category>
		<category><![CDATA[πάρκ]]></category>
		<category><![CDATA[σήμερα]]></category>
		<category><![CDATA[χαλβάς]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://togethermag.gr/uncategorized/oloi-oi-dromoi-odigoun-ston-niaimero/</guid>

					<description><![CDATA[«Νιάημερος», η ετήσια εμποροπανήγυρη της Κοζάνης που κορυφώνεται την πρώτη Τρίτη κάθε Οκτωβρίου και διαρκούσε παλαιότερα εννιά μέρες. Στο γεγονός αυτό οφείλεται το όνομά του. Εννιά μέρες = εννιαήμερο = νιάμερο = νιάημερος. Επί Τουρκοκρατίας ήταν συνέχεια των εμποροπανηγύρεων της Λάρισας, του Τιρνάβου, της Ελασσόνας και των Σερβίων. Μετά την Κοζάνη οι εμποροπανηγύρεις συνεχιζόταν στην [&#8230;]]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p>«Νιάημερος», η ετήσια εμποροπανήγυρη της Κοζάνης που κορυφώνεται την πρώτη Τρίτη κάθε Οκτωβρίου και διαρκούσε παλαιότερα εννιά μέρες. Στο γεγονός αυτό οφείλεται το όνομά του. Εννιά μέρες = εννιαήμερο = νιάμερο = νιάημερος.</p>
<p>Επί Τουρκοκρατίας ήταν συνέχεια των εμποροπανηγύρεων της Λάρισας, του Τιρνάβου, της Ελασσόνας και των Σερβίων. Μετά την Κοζάνη οι εμποροπανηγύρεις συνεχιζόταν στην Πτολεμαΐδα, το Αμύνταιο και κατέληγαν στο Μοναστήρι και την Οχρίδα.</p>
<p>Όπως μαρτυρεί η ετυμολογία της λέξης «εμποροπανήγυρις» πρόκειται για εμπόριο και πανηγύρι, παζάρι και γλέντι δηλαδή και πάντοτε σχετίζονταν με θρησκευτικές γιορτές. Σε μία εποχή που δεν υπήρχαν δρόμοι, με μεταφορικά μέσα τα μουλάρια και τα κάρα, κουβαλούσαν τα είδη που διέθεταν στα κεφαλοχώρια της περιοχής, για να τα πουλήσουν ή να τα ανταλλάξουν με άλλα είδη προκειμένου να αντιμετωπίσουν τον δύσκολο χειμώνα που κατέφθανε.</p>
<p><strong>Ιστορικά</strong><br />
Στην Αρχαιότητα γιορτάζονταν τα «Δημήτρια», προς τιμήν της θεάς Δήμητρας, προστάτιδας της γεωργίας, προς τα τέλη Σεπτεμβρίου (Βοηδρωμίων) για να την ευχαριστήσουν για τη σοδειά που τους χάρισε αλλά και να την παρακαλέσουν να ευλογήσει την καινούρια τους σπορά.<br />
Στα Βυζαντινά χρόνια ξανασυναντάμε τον γιορτασμό των Δημητρίων που είχαν την μορφή που περιγράψαμε (εμπόριο αγαθών και ζώων και διασκέδαση) και γίνονταν το προηγούμενο δεκαπενθήμερο της γιορτής του Αγίου Δημητρίου για να τιμήσουν τον Άγιο.<br />
Επί τουρκοκρατίας οι κατακτητές έδωσαν ορισμένα προνόμια στους ραγιάδες. Ανάμεσα σ’ αυτά ήταν και οι εμποροπανηγύρεις διότι κατάλαβαν πόσο δύσκολη ήταν η ζωή κατά τους χειμωνιάτικους μήνες στα χωριά και πως οι κάτοικοί τους είχαν την ανάγκη προμήθειας διαφόρων εφοδίων.<br />
Στην Κοζάνη δεν είναι γνωστό πότε ξεκίνησε «ο νιάημερος», αλλά, γινόταν στο πάρκο του Αγίου Δημητρίου διότι εκεί υπήρχαν κελιά μοναστηριού και μπορούσαν να φυλαχτούν οι χωρικοί, όπως καταγράφει ο Καλλινδέρης. Σίγουρα, όμως, ξεκίνησαν κατά τα τέλη του 17ου αιώνα ή στις αρχές του 18ου.</p>
<p>Η πιο πρόσφατη μαρτυρία για το «νιάημερο» που μπόρεσα να βρω είναι ένα έγγραφο/άδεια του 1856 του μπέη της περιοχής που καθόριζε να γίνει ο «νιάημερος» στο χώρο του Μισκιάθκου (Πλ. Λασσάνη), ίσως γιατί εκεί γύρω βρίσκονταν πολλά χάνια και πιο κάτω (προς τον Σιδηροδρομικό σταθμό) πολλοί ανοιχτοί χώροι.<br />
Οι χωρικοί της γύρω αλλά και πιο μακρινής περιοχής μετέφεραν την πραμάτεια τους και «έπιαναν» ένα μέρος για να την εκθέσουν. Λίγο πιο κάτω, λειτουργούσε η «ζωοπανήγυρις».<br />
Οι Κοζανίτες έμποροι είχαν πάντα τα καλύτερα μέρη για να εκθέσουν τα εμπορεύματα που κουβαλούσαν με τα καραβάνια από την Ευρώπη και δίπλα τους άπλωναν τα δημιουργήματά τους οι Κοζανίτες τεχνίτες. Εκεί πωλούνταν καθρέπτες, σερβίτσια, μεταξωτά… αλλά και γκιούμια, καζάνια, σαμάρια, κουδούνια, υφαντά, βαρέλια, γκιούμια, τσουκάλια&#8230;<br />
Οι πεδινοί, παραδίπλα, έφερναν και πωλούσαν σιτάρια, καλαμπόκι, όσπρια, αλεύρι, υφαντά, κρασιά, ενώ οι κτηνοτρόφοι μπάτζιο, κεφαλοτύρια, μαλλιά και βελέντζες (φλοκάτες).<br />
Επειδή η χωρικοί δεν είχαν χρήματα υπήρχε το καθεστώς της ανταλλαξιμότητας. Δηλαδή με ένα γρόσι αγόραζες π.χ. μία οκά μπάτζιο ή 5 οκάδες σιτάρι, η 2 οκάδες κρασί.<br />
Επειδή δεν υπήρχαν ζυγαριές, στο νιάημερο υπήρχαν και 2-3 κανταρτζήδες για να ζυγίζουν τα διάφορα προϊόντα. Στις δικαιοπραξίες αυτές σημειώνονταν πάρα πολλές παρεξηγήσεις και για την τήρηση της τάξης περιπολούσαν τα καρακόλια (χωροφύλακες). Όταν δεν μπορούσε να βρεθεί άκρη μεταξύ τους τη λύση την έδινε ο κατής.</p>
<p>Πιο κάτω λειτουργούσε η ζωοπανήγυρις . Στο χώρο αυτό παρουσιάζονταν προς πώληση ή ανταλλαγή άλογα, μουλάρια, γάιδαροι, προβατίνες, κότες και κοκόρια και ότι άλλο ζώο ήθελες να βρεις εκτός από γουρούνια γιατί το απαγόρευαν οι Τούρκοι κατακτητές. Κι εδώ ίσχυε το ίδιο σύστημα αγοραπωλησίας. Ο κάθε ένας αξιολογούσε το άλογό του και ζητούσε γι αυτό 2 ή 3 μουλάρια ή 5 γαϊδουράκια ή τόσα (π.χ. 1.000 γρόσια). Άρχιζε το παζάρεμα, επέστρεφαν και ξαναεπέστρεφαν οι ενδιαφερόμενοι επί πολλές μέρες και στο τέλος όλοι έφευγαν ικανοποιημένοι.<br />
Ο ήλιος έπεφτε… Ο κόσμος αραίωνε… Οι πραματευτάδες σκέπαζαν την πραμάτεια τους και κατάκοποι κατάφευγαν στα γύρω χάνια. Εκεί τους περίμενε η θαλπωρή του τζακιού, ζεστό φαγητό και η διασκέδαση. Εκεί το έδιναν να καταλάβει. Κλαρίνα, άφθονο κρασί, «καλά» κορίτσια… Και η ιστορία επαναλαμβάνονταν μέχρι την πρώτη Τρίτη του Οκτωβρίου. Μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1960 ο Νιάημερος κάπως έτσι λειτουργούσε με λίγες διαφορές.</p>
<p>&nbsp;</p>
<figure id="attachment_4228" aria-describedby="caption-attachment-4228" style="width: 763px" class="wp-caption alignnone"><img fetchpriority="high" decoding="async" class="wp-image-4228" src="https://togethermag.gr/wp-content/uploads/2019/02/22197772_1468304516622673_1519207758_o-300x225.jpg" alt="" width="763" height="572" /><figcaption id="caption-attachment-4228" class="wp-caption-text">Αλέξανδρος Βρεττάκος</figcaption></figure>
<p><strong>Προστέθηκε το σώου:</strong></p>
<p>Τσαντίρι με την «Ακέφαλο Κεφαλή», τον «Γύρο του θανάτου», «Δεν είναι βόας δεν είναι κροταλίας» και χίλια δύο άλλα σκαρφίσματα. Δίπλα τους τα σκοπευτήρια, οι πάπιες, οι κρίκοι κλπ. με αντάλλαγμα στο νικητή ένα μπουκάλι κρασί ή το πολύ DEMESTICA.<br />
Προστέθηκε η διασκέδαση για τα παιδιά: ο «Κουκουρίνος», με τα περιστρεφόμενα αλογάκια του και κατόπιν αμαξάκια του, οι κούνιες, το κανονάκι…<br />
Και σε έναν τόπο που έσφυζε κυρίως από μικρά παιδιά ήταν αδύνατον να μη τον μυριστούν οι κάθε λογής πραματευτάδες που έστηναν μπάγκους με κάθε λογής ευτελή παιχνίδια για τα παιδιά!<br />
Ήταν αδιανόητο για κάποιο γονέα, παππού, νονό κλπ. να μην αγοράσει κάτι τις για το παιδί… Μέχρι και βατραχάκια, ροκάνες και σφυρίχτρες αγόραζαν γι αυτά!…<br />
Κατασκονισμένοι, κατάκοποι, ζαλισμένοι έπαιρναν το δρόμο της επιστροφής στο σπίτι. Εκεί τους περίμενε ο «Νιαϊμεριώτκους Χαλβάς» που είχε κάνει η γιαγιά. Όσοι δεν είχαν τέτοια τύχη αγόραζαν από τον Δαβάνη, το Βυζάντιο, τον Λάκκα, τον Χατζημανώλη, τον Κρίνο και όλα τα άλλα ζαχαροπλαστεία της κεντρικής πλατείας που εκείνη τη μέρα μόνο χαλβά πωλούσαν!<br />
Όλα όσα περιέγραψα περιληπτικά ανήκουν σε μία άλλη εποχή…<br />
Η κατάσταση εδώ και 20 χρόνια περίπου έχει αλλάξει. Ο χώρος του «νιάημερου» βρίσκεται στα βόρεια της Κοζάνης και εκτός από τον κύριο χώρο καταλαμβάνει τον δρόμο από το «Κλιούγκι» και πάνω μέχρι σχεδόν την Νομαρχία και όλη την οδό Μοναστηρίου.</p>
<p><strong>Στον κυρίως χώρο:</strong></p>
<p>Δυτικά λειτουργεί Λούνα Παρκ και στα Ανατολικά του είναι στημένες πάμπολλες αυτοσχέδιες ψησταριές που πωλούν κυρίως λουκάνικα. Παραδίπλα θα μπορέσετε να αγοράσετε «μαλλί της γριάς» ή «Χαλβά Φαρσάλων» από τα Τρίκαλα…<br />
Πιο δίπλα θα βρείτε από cd μέχρι χαλιά, από παιχνίδια και κομποσχίνια μέχρι Αφρικάνικα ειδώλια και γκλίτσες! Ότι φανταστεί ο νου σας από κάθε είδους πραματευτάδες. Κοζανιώτες, βλάχους, αθίγγανους, Αφρικανούς, Ρωσσοπόντιους, αεριτζήδες ακόμη και καλόγερους!!!<br />
Φεύγοντας προς τα Νότια ή Ανατολικά θα συναντήσετε στο δρόμο εκατοντάδες κιόσκια που πωλούν ό,τι πιο απίθανο! Τελικά ο «Νιάημερος» που είναι ουσιαστικά «Τετραήμερος» εξακολουθεί να είναι ένα από τα πιο ζωντανά δρώμενα της Κοζάνης μετά, βεβαίως, το δωδεκαήμερο της Αποκριάς, που οι κάτοικοι της Κοζάνης και της περιοχής της τον περιμένουν ανυπόμονα κάθε χρόνο.</p>
<figure id="attachment_4227" aria-describedby="caption-attachment-4227" style="width: 776px" class="wp-caption alignnone"><img decoding="async" class="wp-image-4227" src="https://togethermag.gr/wp-content/uploads/2019/02/22219297_1468304519956006_1387521393_o-300x225.jpg" alt="" width="776" height="582" /><figcaption id="caption-attachment-4227" class="wp-caption-text">Αλέξανδρος Βρεττάκος</figcaption></figure>
<p><strong>Χαλβάς Νιαϊμιριώτκους</strong><br />
<strong>Υλικά:</strong></p>
<p><strong> · 100 – 150 γραμμάρια άσπρα (ξεφλουδισμένα) αμύγδαλα, χωρισμένα στα δύο</strong><br />
<strong> · ένα – δύο φιαλίδια σκόνης βανίλια</strong><br />
<strong> · μία κούπα λιωμένο αγνό βούτυρο</strong><br />
<strong> · δύο κούπες νισεστέ (άμυλο αραβοσίτου)</strong><br />
<strong> · τέσσερις κούπες ζάχαρη</strong><br />
<strong> · οκτώ κούπες νερό.</strong></p>
<p><strong>Εκτέλεση:</strong></p>
<p>Σε μια κατσαρόλα ρίχνουμε όλα τα υλικά εκτός από το βούτυρο. Σε δυνατή φωτιά τα ανακατεύουμε συνεχώς για να μην «κολλήσουν». Στην αρχή το μείγμα μοιάζει σα να ανακατεύουμε γάλα με αμύγδαλα, αλλά σε 10 με 15 λεπτά βλέπουμε το μείγμα να πήζει οπότε αρχίζομε να ρίχνουμε στα τοιχώματα του κατσαρολιού το λιωμένο βούτυρο, ανακατεύοντας συνεχώς και μέχρι να πάρει το επιθυμητό χρώμα (σκούρου μελιού).</p>
<p>Το αποσύρουμε από τη φωτιά και το αναποδογυρίζουμε σε ένα ταψί ανάλογα με την ποσότητα. Το βάζουμε για 20 λεπτά σε προθερμασμένο φούρνο στους 200 βαθμούς Κελσίου. Όπως είναι ζεστό σκορπούμε άχνη ζάχαρη για να συμπληρωθεί η κρούστα.</p>
<p><strong>*</strong> <strong>Υπενθύμιση&#8230;</strong></p>
<p>Είναι ζόρικη δουλειά. Θα σας «πιαστεί» το χέρι… Εκτός αυτού, απαραίτητα είναι τα γάντια γιατί στο τέλος πιτσιλάει.<br />
Στοιχίζει γύρω στα 5 e και κάνετε 3 κιλά χαλβά και δεν αγοράζετε από τά &#8220;σαργκιά&#8221; στο Νιάημερο προς € 10 το kg&#8230;</p>
<p>Αν βαριέστε όμως… κοντά είναι και το «Βυζάντιον» και δεν του κάνω διαφήμιση γιατί είναι το μοναδικό ζαχαροπλαστείο που έχει χαλβά «Νιαϊμιριώτκου» όλο το χρόνο.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p><strong>Κείμενο:Γλύκα Παυλίδου</strong></p>
<p><strong>Φωτογραφίες: Αλέξανδρος Βρεττάκος</strong></p>
]]></content:encoded>
					
		
		
			</item>
		<item>
		<title>&#8220;Τολμάτε ρε, τολμάτε! Γράψτε αυτό που θέλετε, αυτό που σκέφτεστε. Απορρίψτε τις σκοπιμότητες&#8221;</title>
		<link>https://togethermag.gr/id/tolmate-re-tolmate-grapste-auto-pou-thelete-misios-mathima-zois/</link>
		
		<dc:creator><![CDATA[togetherteam]]></dc:creator>
		<pubDate>Sun, 23 Sep 2018 21:00:00 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[ID]]></category>
		<category><![CDATA[Βιβλίο]]></category>
		<category><![CDATA[Πρόσωπα]]></category>
		<category><![CDATA[αξίες]]></category>
		<category><![CDATA[αποσπάσματα]]></category>
		<category><![CDATA[αύριο]]></category>
		<category><![CDATA[ελευθερία]]></category>
		<category><![CDATA[ζωή]]></category>
		<category><![CDATA[κουλτούρα]]></category>
		<category><![CDATA[μάθημα]]></category>
		<category><![CDATA[μίσσιος]]></category>
		<category><![CDATA[πολιτισμος]]></category>
		<category><![CDATA[ρολόι]]></category>
		<category><![CDATA[σήμερα]]></category>
		<category><![CDATA[σκοπιμότητες]]></category>
		<category><![CDATA[συνεχές]]></category>
		<category><![CDATA[χαμογελα]]></category>
		<category><![CDATA[χρόνης]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://togethermag.gr/uncategorized/tolmate-re-tolmate-grapste-auto-pou-thelete-misios-mathima-zois/</guid>

					<description><![CDATA[Ο Χρόνης Μίσσιος είναι ένα μάθημα ζωής. Η ζωή του Χρόνη Μίσσιου δεν είχε μια παραμυθένια αφήγηση, όπως οι illustration βιογραφίες πλούσιων ανδρών. Ακολούθησε μια μυθιστορηματική πορεία, όπως οι δικοί μας «άγιοι» του περασμένου αιώνα, που όταν η Ιστορία τους κάλεσε, διάλεξαν πλευρά χωρίς μισόλογα και στάθηκαν στα ίσια απέναντι στον θάνατο, επειδή αγαπούσαν πολύ τη ζωή [&#8230;]]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<h1 class="hed-xxl article__title m-t-3-xs m-t-4-m m-b-3-xs m-b-4-m">Ο Χρόνης Μίσσιος είναι ένα μάθημα ζωής.</h1>
<p>Η ζωή του <a href="https://chronismissios.wordpress.com/" target="_blank" rel="noopener noreferrer">Χρόνη Μίσσιου</a> δεν είχε μια παραμυθένια αφήγηση, όπως οι illustration βιογραφίες πλούσιων ανδρών. Ακολούθησε μια μυθιστορηματική πορεία, όπως οι δικοί μας «άγιοι» του περασμένου αιώνα, που όταν η Ιστορία τους κάλεσε, διάλεξαν πλευρά χωρίς μισόλογα και στάθηκαν στα ίσια απέναντι στον θάνατο, επειδή αγαπούσαν πολύ τη ζωή και την ελευθερία. Γεννήθηκε το 1930 στην Καβάλα από γονείς καπνεργάτες και πέρασε τα πρώτα του χρόνια στα Ποταμούδια, μια γειτονιά με πρόσφυγες, καπνεργάτες από τη Θάσο και κυνηγημένους κομμουνιστές. Ήταν ο μικρότερος από τρία αδέρφια. Ο πατέρας του πέθανε, όταν η μητέρα του ήταν έγκυος και η οικογένειά του ζούσε σε συνθήκες φτώχειας και στέρησης. Ο ίδιος σταμάτησε το σχολείο στη Β΄ Δημοτικού και ξεκίνησε να δουλεύει σ’ έναν φούρνο, μοιράζοντας ψωμί στη γειτονιά. Ο Πόλεμος και η Κατοχή τον βρήκαν στη Θεσσαλονίκη, όπου έκανε διάφορες δουλειές, από μικροπωλητής μέχρι λούστρος, ενώ καμιά φορά με την παρέα του «απαλλοτρίωναν» τρόφιμα από τους Γερμανούς Ναζί. Το 1943, η μητέρα του αποφάσισε να τον στείλει στον Ερυθρό Σταυρό για να σωθεί από την πείνα. Τον μετέφεραν μαζί με άλλα παιδιά σ’ ένα χωριό στα Γιαννιτσά. Οικογένειες της περιοχής αναλάμβαναν να φιλοξενήσουν τα παιδιά, με αντάλλαγμα να βοηθάνε σε γεωργικές–κτηνοτροφικές δουλειές. Ο Χρόνης κάποια στιγμή αποφάσισε να φύγει από την οικογένεια που έμενε και να δουλέψει μόνος του, ώστε να πληρώνεται.</p>
<p>Έγινε βοσκός την εποχή που το αντάρτικο φούντωνε. Ανήσυχος, λοιπόν, από πιτσιρικάς και με μια σχεδόν έμφυτη απέχθεια προς καθετί που υποδουλώνει τον άνθρωπο, ένα βράδυ ανέβηκε στο βουνό μαζί με το κοπάδι του και προσχώρησε στους αντάρτες. Σε ηλικία μόλις 14 ετών διετέλεσε σύνδεσμος του 16ου Συντάγματος του ΕΛΑΣ. Ακολούθησε τον ΕΛΑΣ στην πορεία απελευθέρωσης της χώρας. Όταν υπογράφηκε η συνθήκη της Βάρκιζας, ήταν στη Βέροια και βίωσε σοκαρισμένος το κλίμα μεταστροφής, πώς, δηλαδή, αυτοί που πολέμησαν τους Ναζί βρέθηκαν και πάλι διωκόμενοι από τους συνεργάτες τους. Ο Χρόνης συνέχισε τη δράση του και οργανώθηκε στον Δημοκρατικό Στρατό Πόλεων. Το 1947 τον συλλαμβάνουν, τον βασανίζουν και τον καταδικάζουν σε θάνατο. Πολλά χρόνια αργότερα, περιέγραψε το περιστατικό που τον μετέφεραν ως μελλοθάνατο από την Ασφάλεια στο Γεντί Κουλέ, δεμένο με χειροπέδες μέσα σ’ ένα τζιπ, ένα σαββατιάτικο απόγευμα που οι Θεσσαλονικείς ψώνιζαν αμέριμνοι και έκαναν βόλτες στην πόλη. «Βλέπεις, ρε μαλάκα; Ποιος νοιάζεται για σένα; Πας για εκτέλεση και είσαι μονάχα 16 χρονών», του ’λεγε ο χαφιές μέσα στο αυτοκίνητο, για να τον τσιγκλήσει. «Έπρεπε να περάσω πολλά και να διαβάσω πολλά, για να καταλάβω πόσο μοναδικός και μοναχικός είναι ο δρόμος του επαναστάτη», κατέληξε ο ίδιος πολύ καιρό μετά.</p>
<div class="article-iac__wrapper"><img decoding="async" class=" wp-image-9451 aligncenter" src="https://togethermag.gr/wp-content/uploads/2019/02/missios11-300x172.jpg" alt="" width="720" height="413" /></div>
<div></div>
<p>Μέσα στην ατυχία του, υπήρξαν και ορισμένες αναπάντεχες θετικές εκπλήξεις. Στο Γεντί Κουλέ συνέπεσε με τον Μανόλη Αναγνωστάκη, που ήταν επίσης καταδικασμένος σε θάνατο, ως στέλεχος της ΕΠΟΝ. Ο Αναγνωστάκης και μια παρέα μορφωμένων επονιτών τον βοήθησαν να μάθει γραφή και ανάγνωση. Έτσι, έμαθε να διαβάζει, με την απειλή του θανάτου να κρέμεται πάνω από το κεφάλι του. Γλίτωσε το εκτελεστικό απόσπασμα χάρη στον πατέρα του υπαρχηγού της ομάδας του, που ήταν ένας επιφανής Ελληνοκύπριος και άσκησε πιέσεις, για να τους δοθεί χάρη. Βέβαια, κάθε άλλο παρά ρόδινη ήταν η διαδρομή του. Μοιράστηκε το ίδιο πεπρωμένο με χιλιάδες αριστερούς εκείνης της εποχής: Αυτό σήμαινε φυλακή, απομόνωση, βασανιστήρια, καταναγκαστικά έργα, εξορία. Το ήπιε μέχρι το τέλος αυτό το ποτήρι. Άντεξε τη φυσική και ψυχολογική βία που μηχανεύεται η εξουσία, όταν θέλει να υποτάξει την ανθρώπινη συνείδηση και έδειξε πως ο τσαμπουκάς του ανθρώπου που πιστεύει σ’ ένα όραμα μπορεί να τσακίσει ηθικά και συμβολικά τον βασανιστή του. Η σκηνή που αρνήθηκε να χαμογελάσει μπροστά στον διευθυντή της Ασφάλειας, με αποτέλεσμα να πάει για έξι χρόνια στη φυλακή, είναι χαρακτηριστική:</p>
<p>«Η εξουσία των νικητών, το εφιαλτικό κράτος, ζητούσε από μένα τον παρία, που χρόνια και χρόνια προσπάθησε να με εξοντώσει, “απλώς” να του χαμογελάσω. Του λέω, κοίτα να δεις, δεν μπορώ να κρατηθώ άλλο, θα χαμογελάσω από ευτυχία για την αχρήστευση της βίας, θα χαμογελάσω για τον αδερφό μου τον άνθρωπο, για σας θα μου ήταν πιο εύκολο ένα δάκρυ. Ελπίζω αφού μου το ζητάτε, να καταλαβαίνεται γιατί αρνούμαι να χαμογελάσω. Παρόν στη συζήτηση και ο Αρτέμης. Ήθελε κάνα δυο μήνες να βγει στη σύνταξη και τον είχαν μόνιμο χαφιέ στα κρατητήρια. Όπως σου είπα, τον ήξερα από πιτσιρικάς, μια γειτονιά. Ποτέ δεν βασάνισε άνθρωπο, αντίθετα όπου μπορούσε και πέρναγε από το χέρι του, βοηθούσε.</p>
<div class="ad-unit__container__container">
<div class="article-iac__wrapper"></div>
</div>
<p>Μέχρι το 1973 που αποφυλακίστηκε, πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του σε φυλακές και εξορίες, μ’ ένα διάλλειμα ελευθερίας από το 1962 ως το 1967, που ήταν στέλεχος της νεολαίας ΕΔΑ. Στη Μεταπολίτευση εντάχθηκε στο ΚΚΕ Εσωτερικού και την ΕΑΡ, ενώ μεταγενέστερα είχε σχέσεις με τους Οικολόγους-Πράσινους και ήταν ενεργός ακτιβιστής υπέρ της προστασίας του περιβάλλοντος. Παρότι στη συνέχεια απομακρύνθηκε από τους οργανωμένους φορείς της Αριστεράς και άσκησε κριτική σε πολλές ιστορικές αποφάσεις, δεν μετάνιωσε ποτέ για όσα έκανε, όσα υπέμεινε και κυρίως για την επιλογή που τον καθόρισε με αποτέλεσμα να περάσει 21 χρόνια στα κολαστήρια της μεταπολεμικής Ελλάδας.</p>
<p><strong>«Καμιά φορά με ρωτούν οι δημοσιογράφοι: Χρόνη έχεις μετανιώσει για τη ζωή σου; Λέω όχι. Όχι! Τι πιο ωραίο να πεθαίνεις για ένα όραμα, για έναν όμορφο μύθο, απ’ το να ζεις συνεχώς μια χαμοζωή; […] Γιατί τα βιώματα ήταν ουσιαστικά. Κατάλαβες; Ζούσαμε. Είχε συνέχεια η ζωή μας, δεν ήταν αυτή γκρίζα καθημερινότητα, αλλά ήταν μεγάλο κατόρθωμα να παραμείνεις άνθρωπος. Ήταν πολύ σημαντικό να κοιτάξεις τη μάπα σου το πρωί στον καθρέφτη και να πεις “είμαστε εντάξει, ρε μάγκα, πάμε”. Δεκαεπτά χρονών παιδί ήμουν και καταδικασμένος σε θάνατο κι εγώ τους έγραφα».</strong></p>
<p class="article__pull-quote"><strong>Η άποψή του για τη σχέση του ανθρώπου με τη Φύση, που δεν περιοριζόταν σε μια απλή οικολογική ευαισθησία [&#8230;] σήμερα μοιάζει επιτακτική.</strong></p>
<p>Με τη λογοτεχνία ασχολήθηκε σε μεγάλη ηλικία και ήταν μια αποκάλυψη. Το 1985, εκδόθηκε το πρώτο του βιβλίο μ’ έναν τίτλο που έμελλε να χαραχτεί στην ελληνική γλώσσα ως σύνθημα: <a href="http://www.biblionet.gr/book/80551" target="_blank" rel="noopener noreferrer"><i>Καλά, Εσύ Σκοτώθηκες Νωρίς</i>.</a>.Το βιβλίο ήταν ένα παρελθοντικό κάτοπτρο στην οδυνηρή εμπειρία των ανθρώπων που αγωνίστηκαν και διώχθηκαν για τους αγώνες τους, εντελώς διάφανο και αιχμηρό μαζί. Χωρίς ραφιναρίσματα και βερμπαλισμό, ο Χρόνης αποτύπωσε με απλότητα και λαϊκότητα το βίωμά του, μίλησε για τα βασανιστήρια, για τη φρίκη και για την ήττα. Εξιστορώντας τη δική του ιστορία, λειτούργησε ως ανεπίσημος, αλλά ιδανικός εκπρόσωπος μιας γενιάς που πήδηξε στη φωτιά, όταν έπρεπε και βγήκε από ’κει σημαδεμένη, αλλά περήφανη. Καθιερώθηκε ως το βιβλίο της χρονιάς, έκανε σε λιγότερο από έναν χρόνο 13 εκδόσεις, κόλλησε για μήνες στην πρώτη θέση του περιοδικού <i>Διαβάζω</i> και αποσπάσματά του δημοσιεύτηκαν μεταφρασμένα στη <i>Monde Diplomatique</i>.</p>
<div class="ad-unit__container__container">
<div class="article-iac__wrapper"></div>
</div>
<p>«Αλλά σου έλεγα για τις λαχτάρες που έκανα στη μάνα μου. Όταν, που λες, είσαι για εκτέλεση, έχεις κάθε μέρα επισκεπτήριο. Ε, ήρθε η κακομοίρα η μάνα μου την πρώτη μέρα να με δει. Για να πάω στο στρατοδικείο, μου είχαν φέρει ένα κοστούμι του αδερφού μου, γιατί εγώ δεν είχα καλά ρούχα. Αφού είδα τη μάνα μου, την αγκάλιασα, της λέω, κοίτα να δεις, αύριο που θα ’ρθεις, να μου φέρεις τα παλιά μου τα ρούχα να φορέσω, γιατί, ε, αφού μεθαύριο θα μας σκοτώσουν, να μην πάει τζάμπα και το κουστούμι. Μπαμ η μάνα μου, κάτω, ξερή. Κάναμε επισκεπτήριο μαζί με τον Μαύρο, οπότε μου σφυρίζει μια σφαλιάρα και μου λέει, τι λες, ρε τσόγλανε, στη μάνα σου, είναι κουβέντες αυτές; Όχι, δεν το ’κανα επίτηδες, τα είχα χαμένα και ’γω ο φουκαράς, δεν ήξερα τι να της πω, όπως σπάραζε στην αγκαλιά μου. Τέλος, χεσ’ τα. Το κακό είναι πως ποτέ δεν μπόρεσα να της εξηγήσω μερικά πράγματα, όπως να πούμε πόσο πολύ την αγαπούσα και τι καταφύγιο ήταν για μένα στα μεγάλα μου ζορίσματα. Αλλά έτσι είναι πάντα, ποτέ δεν προλαβαίνουμε να πούμε τα πιο ουσιαστικά πράγματα και το καταλαβαίνουμε μόνο σαν χαθούμε», γράφει σε κάποιο σημείο για τη μάνα του.</p>
<p><img loading="lazy" decoding="async" class=" wp-image-9454 aligncenter" src="https://togethermag.gr/wp-content/uploads/2019/02/xronis-missios-300x197.jpg" alt="" width="602" height="395" /></p>
<p>Με την ίδια εναλλαγή ευθύτητας και τρυφερότητας έγραψε και τα επόμενα βιβλία του, <i>Χαμογέλα, ρε… Τι σου Ζητάνε</i> (1988), <i>Τα Κεραμίδια Στάζουν</i> (1991), <i>Το Κλειδί Είναι Κάτω από το Γεράνι</i> (1996), <i>Ντομάτα με Γεύση Μπανάνας</i> (2001 – όλα από τις εκδόσεις Γράμματα), ενώ το 2009 κυκλοφόρησε η συλλογή <i>Ο Χρόνης Μίσσιος Διαβάζει Χρόνη Μίσσιο </i>(εκδ. Bond Us Music)<i> ,</i> με κείμενα και αφήγηση. Τα βιβλία του Μίσσιου συγκίνησαν, επειδή μετέφεραν ένα φορτίο αλήθειας. Ο Χρόνης γενικά έγραφε όπως ζούσε. Ήταν από εκείνα τα σπάνια υποδείγματα ανθρώπων που το είναι τους ταυτίζονταν με τη συνείδησή τους. Παρόλο που κουβαλούσε την απογοήτευση από τη συντριβή της αριστερής ουτοπίας, η σκέψη του παρέμεινε βαθιά πολιτική και σε ορισμένα σημεία εντελώς πρωτοποριακή, ακόμη και για τη δική μας εποχή. <a href="https://tvxs.gr/news/egrapsan-eipan/xronis-missios-h-koinonia-deixnei-na-exei-pathei-egkefaliko&amp;dr=tvxsmrstvxs" target="_blank" rel="noopener noreferrer">Η άποψή του</a> για τη σχέση του ανθρώπου με τη Φύση, για παράδειγμα, που δεν περιοριζόταν σε μια απλή οικολογική ευαισθησία, αλλά έκανε κριτική στις αντιλήψεις της ιλιγγιώδους ανάπτυξης, της κυριαρχίας του ανθρώπου στο περιβάλλον, του ανθρωποκεντρικού πολιτισμού, σήμερα μοιάζει επιτακτική. Πίστευε στις μικρές αυτόνομες κοινότητες που μπορούν να αποκαταστήσουν τον δεσμό με τη Φύση και στην ισότιμη συνύπαρξη όλων των πλασμάτων στον πλανήτη. Τα τελευταία χρόνια της ζωής του τα πέρασε σ’ ένα αγροτόσπιτο στο Μικροχώρι, με τη σύντροφό του Ρηνιώ Παπατσαρούχα-Μίσσιου, τα σκυλιά τους και τα δέντρα τους.</p>
<div class="article__embed article__embed--vice" data-related-article="true"></div>
<p>Κάποιοι από τους παλιούς του συντρόφους τον αποκήρυξαν για ορισμένες από τις απόψεις που κατά καιρούς εξέφρασε. Σίγουρα υπάρχουν πράγματα που μπορείς να διαφωνήσεις μαζί του, αλλά είναι κοντόφθαλμο να προσκολληθείς μόνο σ’ αυτά. Χάνεις το μεγαλείο του. Ο Χρόνης δεν την πούλησε την παρτίδα: την έπαιξε με όλο του το πάθος &#8211; και ηττήθηκε. Η αγάπη και η χειραφέτηση, όμως, διασώθηκαν μέσα του. «Ο μόνος δρόμος, ο οποίος δεν μας οδηγεί σε κανένα λάκκο, σε καμία λακκούβα, σε κανένα κακό συναπάντημα, είναι ο δρόμος της αγάπης, της τρυφερότητας, της κατανόησης, της υπεράσπισης της διαφορετικότητας του άλλου», έγραφε &#8211; και το έκανε. Αντισυμβατικά πορεύτηκε. Μίλησε στο <i>Κράξιμο</i> της Πάολας Ρεβενιώτη, όταν πολλοί τιτλούχοι συνάδελφοι του δεν τολμούσαν να το κάνουν, για να μην σκανδαλίσουν το θρησκόληπτο και συντηρητικό κοινό τους. Έζησε στον καπιταλισμό, αλλά δε θαμπώθηκε από τη χρηματιστηριακή του λάμψη και προσπάθησε να αποτινάξει από πάνω του τα ίχνη της βαρβαρότητάς του. Συνειδητοποίησε τη διαβρωτική ισχύ της εξουσίας και στράφηκε σε μια ελευθεριακή προσέγγιση που δεν ευαγγελιζόταν καλύτερα πρόσωπα στις δομές εξουσίας, αλλά την κατάργηση αυτών των δομών. Παράλληλα, όμως, δεν βούλιαξε στον πεσιμισμό. Πίστευε αταλάντευτα στον άνθρωπο – «ο κάθε άνθρωπος είναι ένας κόσμος ολόκληρος», έλεγε. Πίστευε στον έρωτα, στη δυνατότητά του να μας ξυπνάει και να κάνει να επινοούμε ξανά τον κόσμο. Πίστευε στη χαρά και στην ηδονή. Γι’ αυτό έφτυνε κατάμουτρα τη σεμνοτυφία και τον ηθικισμό που δένουν με αλυσίδες το σώμα μας.</p>
<p><strong>«Πιστεύω πως το πρόβλημα της ελευθερίας του ανθρώπου ξεκινάει από το σώμα του. Ισον, άμα δεν έχεις το δικαίωμα να χρησιμοποιήσεις το σώμα σου όπως σου γουστάρει, τότε μπορεί να αρνείσαι ένα ανελεύθερο σύστημα, αλλά ταυτόχρονα να αναπαράγεις ένα νέο σύστημα καταπίεσης. Τελικά, πιστεύω πως το όραμα μιας μελλοντικής κοινωνίας που επαγγέλλεται την ευτυχία του ανθρώπου, θα πρέπει να είναι μια κοινωνία όπου η κοινωνική πρακτική και δραστηριότητα θα ισούται, θα εκφράζεται με το παιχνίδι. Μια κοινωνία που θα κάνει οίστρο της ζωής τον φόβο του θανάτου»</strong>.</p>
<div class="ad-unit__container__container">
<div class="article-iac__wrapper"></div>
</div>
<p class="article__pull-quote"><strong>«Έτσι, μ’ αυτήν την κωλοεφεύρεση που τη λένε ρολόι, σπρώχνουμε τις ώρες και τις μέρες σαν να μας είναι βάρος, και μας είναι βάρος, γιατί δε ζούμε, κατάλαβες;».</strong></p>
<p>Ξέρεις τι παρατηρώ; Τον Χρόνη που ήταν από τα πρώτα μας νεανικά αναγνώσματα, τον ανακαλύπτουμε ξανά. Ίσως επειδή μ’ αυτήν τη λοξή εφηβική ματιά στην τσιχλόφουσκα της αλησμόνητης «ισχυρής Ελλάδας», δεν τον μετρήσαμε σωστά. Τώρα που και η δική μας ύπαρξη καίει περισσότερο, που η σύγχυση και η απώλεια νοήματος κατατρώνε και τη δική μας σάρκα, που μας περιβάλλει ένα πέλαγος βλακείας και ασχήμιας, μπορούμε να τον διαβάσουμε ξανά. Όχι για να μας παρηγορήσει. Για να μας τσιτώσει. Επειδή είναι ένα πολύτιμο μάθημα για το πώς θα δώσουμε ξανά αξία στις ζωές μας και στις ζωές των άλλων.</p>
<p>Η αποφώνηση στον ίδιο, σ’ ένα από τα πιο συγκλονιστικά του κείμενα για το πώς πρέπει να σταματήσουμε να σκορπάμε τις στιγμές μας.</p>
<p>Αυτές είναι η δική μας αιωνιότητα:</p>
<p><strong>«Η ζωή μας μια φορά μάς δίνεται, άπαξ, που λένε, σαν μια μοναδική ευκαιρία. Τουλάχιστον μ’ αυτή την αυτόνομη μορφή της δεν πρόκειται να ξανα-υπάρξουμε ποτέ.</strong></p>
<p><strong>«Και μείς τι την κάνουμε ρε, αντί να τη ζήσουμε; Τι την κάνουμε; Τη σέρνουμε από δω κι από κει δολοφονώντας την…</strong></p>
<p><strong>«Οργανωμένη κοινωνία, οργανωμένες ανθρώπινες σχέσεις. Μα αφού είναι οργανωμένες, πώς είναι σχέσεις; Σχέση σημαίνει συνάντηση, σημαίνει έκπληξη, σημαίνει γέννα συναισθήματος, πώς να οργανώσεις τα συναισθήματα&#8230;</strong></p>
<p><strong>«Έτσι, μ’ αυτήν την κωλοεφεύρεση που τη λένε ρολόι, σπρώχνουμε τις ώρες και τις μέρες σαν να μας είναι βάρος, και μας είναι βάρος, γιατί δε ζούμε, κατάλαβες; Όλο κοιτάμε το ρολόι, να φύγει κι αυτή η ώρα, να φύγει κι αυτή η μέρα, να έρθει το αύριο, και πάλι φτου κι απ’ την αρχή.</strong></p>
<p><strong>«Χωρίσαμε τη μέρα σε πτώματα στιγμών, σε σκοτωμένες ώρες που θα τις θάβουμε μέσα μας, μέσα στις σπηλιές του είναι μας, στις σπηλιές όπου γεννιέται η ελευθερία της επιθυμίας και τις μπαζώνουμε με όλων των ειδών τα σκατά και τα σκουπίδια που μας πασάρουν σαν “αξίες”, σαν “ηθική”, σαν “πολιτισμό”.</strong></p>
<div class="ad-unit__container__container">
<div class="article-iac__wrapper"></div>
</div>
<p><strong>«Κάναμε το σώμα μας ένα απέραντο νεκροταφείο δολοφονημένων επιθυμιών και προσδοκιών, αφήνουμε τα πιο σημαντικά, τα πιο ουσιαστικά πράγματα, όπως να παίξουμε και να χαρούμε μεταξύ μας, να παίξουμε και να χαρούμε με τα παιδιά και τα ζώα, με τα λουλούδια και τα δέντρα, να κάνουμε έρωτα, να απολαύσουμε τη Φύση, τις ομορφιές του ανθρώπινου χεριού και του πνεύματος, να κατεβούμε τρυφερά μέσα μας, να γνωρίσουμε τον εαυτό μας και τον διπλανό μας&#8230;</strong></p>
<p><strong>«Όλα, όλα τα αφήνουμε για το αύριο που δεν θα &#8216;ρθει ποτέ&#8230;</strong></p>
<p>«<strong>Αφού ανατέλλει, δύει ο ήλιος και δεν πάμε πουθενά αλλού, παρά μόνο στον θάνατο και εμείς οι μαλάκες, αντί να κλαίμε το δειλινό που χάθηκε άλλη μια μέρα απ’ τη ζωή μας, χαιρόμαστε.</strong></p>
<p><strong>«Ξέρεις γιατί; Γιατί η μέρα μας είναι φορτωμένη, αντί να είναι μια περιπέτεια, μια σύγκρουση με τα όρια της ελευθερίας μας</strong>».</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>&nbsp;</p>
<h4>Αποσπάσματα και ο τίτλος του άρθρου, είναι από την Συνέντευξη στην Κρυσταλία Πατούλη, στο πλαίσιο της &#8220;Έρευνας για την κρίση (2010-2014)&#8221;, εκδόσεις Κέδρος</h4>
<p><a href="https://www.vice.com/gr/article/pa8yan/o-xronhs-missios-einai-ena-diarkes-ma8hma-zwhs">Πηγή vice.com.gr</a></p>
]]></content:encoded>
					
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Μια ανέκδοτη συνέντευξη &#124; Μάνος Χατζηδάκις &#124;</title>
		<link>https://togethermag.gr/id/anekdoti-sinenteuksi-xatzidakis-1983/</link>
		
		<dc:creator><![CDATA[Κέλλυ Γρηγοριάδου]]></dc:creator>
		<pubDate>Thu, 14 Jun 2018 21:00:00 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[ID]]></category>
		<category><![CDATA[Togetherωτήσεις]]></category>
		<category><![CDATA[Κόσμος]]></category>
		<category><![CDATA[Μουσική]]></category>
		<category><![CDATA[Πρόσωπα]]></category>
		<category><![CDATA[Mάνος]]></category>
		<category><![CDATA[ανέκδοτη]]></category>
		<category><![CDATA[βήμα]]></category>
		<category><![CDATA[ΜΟΥΣΙΚΗ]]></category>
		<category><![CDATA[σαν]]></category>
		<category><![CDATA[σήμερα]]></category>
		<category><![CDATA[συνέντευξη]]></category>
		<category><![CDATA[Χατζιδάκις]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://togethermag.gr/uncategorized/anekdoti-sinenteuksi-xatzidakis-1983/</guid>

					<description><![CDATA[Μια ανέκδοτη συνέντευξη Ηταν το 1983. Τον είχα βρει τότε στο καμαρίνι του στην μπουάτ «Σείριος» ­ μόλις είχε τελειώσει η παράστασή του με τις «Μπαλάντες της οδού Αθηνάς» ­ κατάκοπο, ιδρωμένο και οξύθυμο. Σήμερα, πέντε χρόνια μετά τον θάνατό του, επιστρέφω, ξανασκέφτομαι έντονα εκείνη τη συνέντευξη. Ως 19χρονος τότε φοιτητής-«δημοσιογράφος» νόμισα ότι η αρνητική [&#8230;]]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p><i>Μια ανέκδοτη συνέντευξη</i></p>
<p><b>Ηταν το 1983. Τον είχα βρει τότε στο καμαρίνι του στην μπουάτ «Σείριος» ­ μόλις είχε τελειώσει η παράστασή του με τις «Μπαλάντες της οδού Αθηνάς» ­ κατάκοπο, ιδρωμένο και οξύθυμο. Σήμερα, πέντε χρόνια μετά τον θάνατό του, επιστρέφω, ξανασκέφτομαι έντονα εκείνη τη συνέντευξη. Ως 19χρονος τότε φοιτητής-«δημοσιογράφος» νόμισα ότι η αρνητική και ενίοτε επιθετική στάση του Μάνου Χατζιδάκι αποτελούσε δημοσιογραφική αποτυχία, ότι ο αναγνώστης θα εισέπραττε την ίδια ψυχρολουσία με εμένα. Εχοντας ήδη κάνει συνεντεύξεις με τους Ρουμπινστάιν, Παβαρότι και Καμπαγέ για&#8230; σχολική εφημερίδα, ήμουν βέβαιος ότι μετά τη μονομαχία ­ όπως το εξέλαβα τότε ­ με τον Χατζιδάκι είχα υποστεί σαρωτική ήττα. Οσο αυθόρμητη και άμεση ήταν η έλξη της μουσικής του τόσο ζύγιασμα και σκέψη χρειαζόταν για να εκτιμήσει κανείς τις κάποτε απόλυτες, εριστικές και φαινομενικά αλαζονικές απόψεις του. Οι επιθέσεις του με άφησαν άναυδο. Το ότι δεν θα γινόταν μουσικός αν γεννιόταν δυνατός και πλούσιος με κατέπληξε. Αλλά εξίσου ενδιαφέρον παρουσιάζει η απογοήτευση και η πικρία του εναντίον ενός μουσικού κατεστημένου όπου κυριάρχησε καθώς και η ταυτόχρονη πεποίθησή του ότι ένας νέος συνθέτης έχει πάμπολλα να διδαχθεί από τη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα. Ισως λόγω ανταγωνισμού ή προσωπικής ανασφάλειας ο Χατζιδάκις ήταν κάθε άλλο παρά γενναιόδωρος με τον έπαινο για τους συγχρόνους του. Ο κουρασμένος συνθέτης κάθησε με τον 19χρονο φοιτητή και του μίλησε. Σήμερα τον ευγνωμονώ.</b></p>
<p><b><i>Ποια ήταν η πρώτη επαγγελματική επαφή σας με τη μουσική και στα νεανικά χρόνια σας ποια μουσική σάς επηρέασε περισσότερο;</i></b></p>
<p>«&#8221;Επαγγελματικά&#8221;, δεν μ&#8217; αρέσει αυτή η λέξη. Επαγγελματίας είναι κανείς από την πρώτη στιγμή που ασχολείται σοβαρά με αυτό που τον απασχόλησε. Αλλο το επάγγελμα από όπου κερδίζουμε χρήματα. Αυτό στη μουσική γίνεται εκ των υστέρων, αν θα γίνει ­ που μπορεί και να μη γίνει».</p>
<p><b><i>Ισως καλύτερα να λέγαμε σοβαρή επαφή.</i></b></p>
<p>«Από την πρώτη στιγμή που άρχισα να γράφω μουσική, σε ηλικία 20 ετών, ήταν σοβαρή η επαφή μου. Με επηρέασαν όλοι οι συνθέτες του καιρού μου και άκουγα με πάθος σύγχρονη μουσική. Τώρα πια είναι πολύ μακριά. Ο Προκόφιεφ και ο Μπάρτοκ με είχαν γοητεύσει το 1945-46, όταν ήμουν 20 ετών. Μετά ο Μπεργκ, o Μάλερ&#8230; Αλλά να σας πω ότι με επηρέασαν δεν μπορώ. Αλλη ήταν η καταγωγή μου και άλλη ήταν η μουσική που μου άρεσε να ακούω».</p>
<p><b><i>Υπήρχε μια αντίθεση εκεί,</i></b> <b><i>δηλαδή;</i></b></p>
<p>«Δεν υπήρχε αντίθεση, υπήρχε μια ταυτότητα αλλά δεν μπορούσε να ανακαλυφθεί αμέσως στη μουσική που έκανα. Ηθελε πολύ γερή παρατήρηση για να το δει κανείς».</p>
<p><b><i>Υπάρχει κάτι σχετικό μεταξύ της λαϊκής μουσικής της εποχής εκείνης και&#8230;</i></b></p>
<p>«Η λαϊκή μουσική της εποχής εκείνης ανακαλύφθηκε από εμένα τον ίδιο. Δεν υπήρχε. Στην εποχή μου τα τραγουδάκια που τραγούδαγε όλος ο κόσμος ήταν ηλίθια και εξακολουθούν να είναι ηλίθια φυσικά. Πάντα είναι ηλίθιο ένα κατασκεύασμα που προσαρμόζεται στις φωνητικές δυνατότητές μας. Το λαϊκό τραγούδι πρέπει να μας εκφράζει&#8230; Λοιπόν τα τραγουδάκια που τραγουδάει ο κόσμος είναι βιομηχανικά κατασκευάσματα ­ γίνονται πάντα. Μερικές φορές είναι πολύ καλά αλλά τις περισσότερες φορές είναι ηλίθια ­ αρκεί να είναι στις δυνατότητες τις τραγουδιστικές μας, τις φωνητικές μας, για να μπορούν να μας απασχολούν στις ιδιωτικές στιγμές μας, στις στιγμές εκτονώσεως, στις στιγμές διασκεδάσεως».</p>
<p><b><i>Δηλαδή,</i></b> <b><i>υπάρχει μια έλλειψη ποιότητας;</i></b></p>
<p>«Δεν με απασχολεί. Μπορεί να είναι και καλής ποιότητας τραγουδάκια αυτά. Αλλά δεν με απασχολεί, δεν με ενδιαφέρει η εκτόνωση του ακροατή ή η διασκέδασή του. Με ενδιαφέρει η αποκάλυψή του, η επικοινωνία του μαζί μου. Φυσικά δεν γίνεται με όλους τους ακροατές· χιλιάδες ακροατές δεν έχουν καμία διάθεση ούτε εγώ να τους πλησιάσω ούτε αυτοί να έχουν επικοινωνία μαζί μου. Αλλά υπάρχουν πάντα, όπως σε όλες τις εποχές, οι λιγότεροι, εκείνοι οι οποίοι εκπροσωπούσαν ­ είτε ως πομποί είτε ως δέκτες ­ τη λαϊκή ευαισθησία».</p>
<p><b><i>Διακρίνετε κάποια επιρροή στη μεταγενέστερη δουλειά σας από τα χρόνια εκείνα,</i></b><b><i>αυτών των συνθετών;</i></b></p>
<p>«Οποτε μου χρειάζεται κάτι από αυτούς μου έχουν δώσει τα μαθήματά τους. Αλλά τα μαθήματα είναι σε πολλά επίπεδα. Τα μαθήματα για τους αφελείς είναι η άμεση επιρροή. Τα μαθήματα για τους σοβαρότερους είναι η επιβολή κριτηρίων γούστου και αισθητικής. Για τους ακόμη σοβαρότερους το μέγιστο μάθημα είναι να ξεχάσεις το μάθημα και την επιρροή και να αξιοποιήσεις τα στοιχεία σαν κάτι πολύ δικό σου. Ετσι, αν θέλεις καμιά φορά να αναφερθείς σε αυτούς, να αναφέρεσαι μουσικά σχεδόν σαν να τους κλέβεις. Ενας αφελής θα έλεγε ότι τους κλέβεις. Αυτό ίσως είναι το μέγιστο μάθημα».</p>
<p><b><i>Θα μπορούσατε να μας περιγράψετε λίγο τα νεανικά χρόνια σας;</i></b></p>
<p>«Να σας εξηγήσω. Εγώ τα νεανικά χρόνια μου εξακολουθώ να τα ζω: είμαι νέος ακόμη. Λοιπόν, ως εκ τούτου, δεν μπορώ να αναμνησιολογήσω τα αληθινά νεανικά χρόνια μου διότι είμαι εν δράσει, διότι είμαι ανήσυχος και διότι εξακολουθώ να είμαι αναθεωρητής».</p>
<p><b><i>Εννοώ προτού ασχοληθείτε με τη μουσική.</i></b></p>
<p>«Είχα ανακατευθεί με τη μουσική από 15 ετών. Σπούδασα μουσική και ήμουν πιανίστας 20 ετών ­ είχα τελειώσει το Ωδείο 21 ετών. Λοιπόν ασχολήθηκα από πολύ μικρός με τη μουσική, από έξι ετών, όταν άρχισα τα μαθήματα πιάνου».</p>
<p><b><i>Ησασταν στην Ξάνθη τότε;</i></b></p>
<p>«Στην Ξάνθη και επτά ετών ήρθα στην Αθήνα».</p>
<p><b><i>Οι δυνατότητες που είχατε εκεί ήταν σχετικώς περιορισμένες;</i></b></p>
<p>«Οχι, για τα μαθήματα που μπορούσε να κάνει ένα παιδί έξι ετών ήταν πολύ καλές. Οταν χρειάστηκε να αποκτήσω περισσότερες δυνατότητες, ήρθα στην Αθήνα».</p>
<p><b><i>Στον πρόλογο του βιβλίου «Τα Σχόλια του Τρίτου» γράφει ότι είχατε επηρεαστεί πολύ από τον Ερωτόκριτο και τον Μακρυγιάννη.</i></b></p>
<p>«Αυτές είναι ποιητικές επιρροές και δεν αναλύονται. Ή τις συναισθάνεστε ή δεν τις συναισθάνεστε».</p>
<p><b><i>Μπορείτε να μας πείτε τότε ποια πρόσωπα ιστορικά,</i></b> <b><i>λογοτεχνικά ή άλλα σας έχουν επηρεάσει εκτός αυτών;</i></b></p>
<p>«Περισσότερο τα πρόσωπα που αγάπησα, με τα οποία είχα σχέση ερωτική. Αυτά με επηρέασαν. Διάφορα πρόσωπα ιδιωτικά. Αυτά με επηρέασαν πάρα πολύ. Οι λογοτέχνες μού είναι αφόρητοι. Κατά κανόνα είναι δευτέρας κατηγορίας πολίτες ­ όλοι οι λογοτέχνες και οι λογοτεχνίζοντες».</p>
<p><b><i>Οι ποιητές;</i></b></p>
<p>«Αν είναι πολύ μεγάλοι, της κλάσης του Σεφέρη, του Ελύτη και του Γκάτσου, είναι άλλη υπόθεση. Αν υπάρχει ένας άνθρωπος που με επηρέασε περισσότερο από όλους είναι ο Γκάτσος ο ποιητής. Αυτός με έχει επηρεάσει και στη ζωή μου.</p>
<p>Επιπλέον επιρροή δέχθηκα από οποιοδήποτε βιώσιμο στοιχείο υπήρχε στον τόπο μου τον καιρό εκείνο. Ο,τι είχε επιζήσει μετά τον πόλεμο με επηρέασε ­ είτε στη λογοτεχνία είτε στη ζωή είτε στην ποίηση είτε στην τέχνη ειδικά».</p>
<p><b><i>Η επιρροή της ελληνικής μουσικής ­ βυζαντινής και νεότερης ­ ποια είναι επάνω στη δουλειά σας;</i></b></p>
<p>«Με επηρέασαν πολλά στοιχεία, όσα στοιχεία ταιριάζουν με την ιδιοσυγκρασία μου και με εκείνο που ήθελα να φτιάξω».</p>
<p><b><i>Γράφετε τα τραγούδια σας πρώτα και έπονται οι στίχοι</i></b> <b><i>ή τα γράφετε πάνω στους στίχους;</i></b></p>
<p>«Γράφονται συγχρόνως και οι στίχοι και η μουσική. Εχω ένα σχέδιο το οποίο πρέπει να εξυπηρετηθεί και επάνω σε αυτό δουλεύω».</p>
<p><b><i>Ποια είναι τα πιο σημαντικά ­ τα ευτυχή και τα δυστυχή ­ γεγονότα στη ζωή σας επαγγελματικά και προσωπικά;</i></b></p>
<p>«Είναι πολύ μεγάλη η ζωή μου. Ζω 50 χρόνια. Κατά συνέπεια δεν μπορώ να αναφερθώ τώρα σε ένα πλήθος γεγονότων. Εχω ζήσει πολύ έντονα και έχω ταξιδέψει πολύ. Δεν μπορώ αυτή τη στιγμή να αναφερθώ σε διάφορες λεπτομέρειες. Ολα είναι έντονα και όλα περνάνε γιατί ζω εξίσου έντονα τώρα. Δεν έχω τελειώσει. Να έρθετε ύστερα από 25 χρόνια που ελπίζω να έχω κάπως ησυχάσει».</p>
<p><b><i>Κοιτάζοντας πίσω στη μέχρι τούδε καλλιτεχνική πορεία σας ποιες θεωρείτε τις μεγαλύτερες καλλιτεχνικές επιτυχίες και αποτυχίες σας;</i></b></p>
<p>«Δεν με ενδιαφέρουν οι επιτυχίες ή οι αποτυχίες ­ ειλικρινά σας το λέω αυτό. Ούτε κοιτάζω πίσω ούτε με ενδιαφέρει καμιά επιτυχία. Σιχαίνομαι την αναγκαστική επαφή μου με αυτό που λέγεται σταδιοδρομία. Δεν έχω σταδιοδρομήσει και δεν θέλω να σταδιοδρομήσω ποτέ. Συνεπώς δεν κοιτάζω καμία επιτυχία. Δεν έχω επιτυχίες».</p>
<p><b><i>Ποιες συνθέσεις σας σάς ευχαριστούν περισσότερο;</i></b></p>
<p>«Να με ρωτήσετε ποιες συνθέσεις μου με εκφράζουν. Νομίζω ότι όλες εκφράζουν αυτό που κατά καιρούς ήμουν».</p>
<p><b><i>Η τεχνική όμως;</i></b></p>
<p>«Ενα έργο ολοκληρωμένο το 1947 είναι εξίσου σημαντικό με ένα έργο ολοκληρωμένο το 1976. Από το 1946 ζω μια συνειδητή μουσική ζωή, μουσική activity, δραστηριότητα. Δεν με ευχαριστεί τίποτε από ό,τι κάνω αλλά με εκφράζουν όλα ειλικρινά. Δεν έχω κάνει εγώ μουσική που να&#8230; ­ εκτός από μερικά πράγματα τα οποία έκανα για να βγάλω χρήματα την περίοδο που ήμουν νεαρός, όταν έκανα μουσική για φιλμ ελληνικά. Αλλά και πάλι σπούδασα πολύ καλά τον κινηματογράφο ώστε, όταν βρέθηκα έξω, ήξερα τέλεια την τεχνική της μουσικής του».</p>
<p><b><i>Πείτε μας κάτι για τη δουλειά σας στον κινηματογράφο και στο αρχαίο ελληνικό δράμα.</i></b></p>
<p>«Δεν με ενδιαφέρουν. Με ενδιέφεραν από την ώρα που ξεπερνούσαν τους στόχους, τις υπηρεσίες που ήθελαν να προσφέρουν και γίνονταν περισσότερο μουσική. Τέτοιες δουλειές έχω και στο θέατρο και στον κινηματογράφο. Αλλά ως επαφή με τον κόσμο δεν με ενδιαφέρει πολύ. Γι&#8217; αυτό και σταμάτησα. Δεν κάνω πια. Εκανα περίπου 80 ταινίες και κάπου 75 θεατρικά έργα».</p>
<p><b><i>Ποιους σύγχρονους έλληνες μουσικούς εκτιμάτε;</i></b></p>
<p>«Για τον Χρήστου, που έχει &#8220;φύγει&#8221;. Ολοι αυτοί που έχουν μείνει είναι μάλλον μέτριοι. Ο Ξενάκης είναι επίσης σημαντικός αλλά δεν τον συμπαθώ πολύ».</p>
<p><b><i>Είναι δύσκολο να αναπτυχθεί σωστά ένας μουσικός με την καλλιτεχνική ατμόσφαιρα που προσφέρει η Ελλάδα σήμερα;</i></b></p>
<p>«Η ατμόσφαιρα που προσφέρει η Ελλάδα σήμερα είναι και θετική και αρνητική. Εξαρτάται από το ποια υποδομή έχει ο νεαρός συνθέτης για να επιλέξει εκείνα τα στοιχεία τα οποία θα τον σχηματίσουν με αρτιμέλεια και με σοβαρότητα. Βιώνει καταπληκτικές καταστάσεις. Μέσα στον τόπο μας ζούμε του κόσμου τα πράγματα, αν ξέρεις να τα εισπράξεις ­ στην πολιτική, στο κοινωνικό επίπεδο. Η Ελλάδα είναι πολύ πλούσια σε γεγονότα και σε πληροφορίες αυθεντικές ώστε να μην πλήττει ένας άνθρωπος. Αν η Ελλάδα αντιμετωπίζεται επιφανειακά ίσως ένας νέος δεν έχει πολλά να πάρει. Από άποψη ουσίας έχει πάρα πολλά να διδαχθεί ­ του κόσμου οι αλλαγές και αντιθέσεις υπάρχουν σε αυτό τον τόπο».</p>
<p><b><i></i>Πώς μπορεί να τις εκφράσει αυτές;</b></p>
<p>«Οχι να τις εκφράσει, να τις διδαχθεί. Δεν υποχρεούται κανένας το δίδαγμα για να το εκμεταλλευθεί. Το δίδαγμα είναι για να ωριμάσει μέσα του».</p>
<p><b><i>Οχι ως μουσικός</i></b> <b><i>αλλά ως άτομο.</i></b></p>
<p>«Μα τι να το κάνω το &#8220;μουσικός&#8221; αν δεν είμαι ώριμο άτομο. Ενας μουσικός ανθρώπινα ανώριμος μου είναι αδιάφορος».</p>
<p><b><i>Δηλαδή,</i></b> <b><i>η ατομική ωριμότητα είναι η βασική προϋπόθεση του καλού μουσικού;</i></b></p>
<p>«Και του οιουδήποτε καλού, θετικού πολίτη. Αν δεν είσαι θετικός πολίτης, δεν με ενδιαφέρει η εργασία που κάνεις».</p>
<p><b><i>Αν ήσασταν σε θέση να αλλάξετε οτιδήποτε θα θέλατε εσείς,</i></b> <b><i>τι θα κάνατε;</i></b></p>
<p>«Εχω επιχειρήσει κατά καιρούς διάφορα πράγματα. Και είναι γνωστές οι απόψεις μου. Πάρα πολλά. Κατ&#8217; αρχήν, αν τυχόν ήμουν πιο συνεπής με τον εαυτό μου, θα διέλυα ό,τι υπάρχει σήμερα, τις συμφωνίες, τις ορχήστρες, τα ωδεία, όλα αυτά».</p>
<p><b><i>Εν συγκρίσει προς τη μουσική ανάπτυξη άλλων χωρών,</i></b> <b><i>πώς βλέπετε την ανάπτυξη της ελληνικής μουσικής;</i></b></p>
<p>«Εξίσου ανόητη όπως και των άλλων χωρών. Σήμερα διανύουμε μια εποχή που η μουσική είναι χρεοκοπημένη υπόθεση σε όλες τις χώρες όπως και εδώ. Η μουσική τελείωσε. Τώρα η συμφωνική μουσική δεν έχει την επαφή με το σήμερα, όπως είχε πριν από 50-70 χρόνια, πριν από τον Β&#8217; Παγκόσμιο Πόλεμο. Σήμερα η μουσική είναι πια εκτός χώρου και εκτός πραγματικότητας».</p>
<p>Αν είχα χρήματα, δεν θα γινόμουν μουσικός</p>
<p><b><i></i>Τι θα μπορούσαν οι Ελληνες να μάθουν από τη νεότερη μουσική άλλων χωρών και τι θα μπορούσαμε να διδάξουμε;</b></p>
<p>«Δεν με έχει απασχολήσει. Ειλικρινείς φυσιογνωμίες υπάρχουν και αλλού. Σκοπός είναι να τις επιλέξουμε και να μην τις μπερδέψουμε με τις δεύτερες και σκάρτες φυσιογνωμίες. Αυτά τα κριτήρια μας τα δίνει η σοβαρή μελέτη της μουσικής και των άλλων κρατών. Με ενοχλεί όμως η έκφραση μουσική ανάπτυξη. Τι θα πει μουσική ανάπτυξη; Να γίνουν περισσότερα ωδεία για να μαθαίνει ο κόσμος μουσική; Αυτό με ενοχλεί. Είναι μια λάθος διέξοδος της ευαισθησίας. Νομίζω ότι η ευαισθησία ενός ανθρώπου συγχρόνου πρέπει να διοχετευθεί σε άλλους τομείς και όχι στο να μαθαίνει ένα βιολοντσέλο ή ένα βιολί. Το θεωρώ ηλίθιο. Εγώ δεν θα το &#8216;κανα».</p>
<p><b><i>Αν ξεκινούσατε πάλι,</i></b> <b><i>θα ξαναπαίζατε πιάνο;</i></b></p>
<p>«Οχι. Δεν ξέρω τι θα έκανα. Ισως θα εφεύρισκα άλλους τρόπους με τους οποίους θα εκδηλωνόμουν».</p>
<p><b><i>Γιατί,</i></b> <b><i>όπως γράφετε,</i></b> <b><i>δεν έχουν θέση στον μουσικό χώρο της Ελλάδας το παλιό ρεμπέτικο και το μάγκικο;</i></b> <b><i>Δεν υπάρχει πλέον μερίδα του λαού που να εκφράζεται μέσω αυτής της μουσικής;</i></b></p>
<p>«Το παλιό ρεμπέτικο ήταν ένα περιθωριακό τραγούδι. Ανήκε στους ανθρώπους του λούμπεν προλεταριάτου. Σήμερα δεν υπάρχει λούμπεν προλεταριάτο. Εχει μεταναστεύσει και έχει γίνει αστικός πληθυσμός. Ο πληθυσμός της Ελλάδας πλέον σήμερα έχει γίνει μικροαστικός και αστικός. Είναι το κοινό των παλιών ρεμπετών το οποίο έχει νομιμοποιηθεί και έχει αποκτήσει ισχύ ­ έχει μεταναστεύσει. Διασκεδάζει στα σκυλάδικα. Αυτά είναι αηδή πράγματα».</p>
<p><b><i>Θα πρέπει η μουσική μιας εποχής να εκφράζει απολύτως την εποχή αυτή ή περισσότερο τον συνθέτη προσωπικά;</i></b></p>
<p>«Αυτόματα όταν ο συνθέτης ζει σωστά στην εποχή του εκφράζει και τον καιρό του και τον εαυτό του. Δεν επιλέγουμε εμείς την εποχή μας. Θέλουμε δεν θέλουμε, ζούμε στον παρόντα χρόνο και είμαστε εκφραστές αυτού του χρόνου. Είναι γέννημα ενός χρόνου ο συνθέτης, δεν μπορεί να το αποφύγει. Μπορείτε εσείς να πείτε ότι ζείτε στον 17ο αιώνα; Ζείτε στον παρόντα χρόνο. Οσο και να θελήσετε, δεν μπορείτε να ξεφύγετε από αυτό. Πρέπει να εκφράζει τον εαυτό του ο καλλιτέχνης αλλά μέσα στον εαυτό του είναι ο παρόντας χρόνος».</p>
<p><b><i>Θα μπορούσατε να θίξετε λίγο περισσότερο αυτό που λέτε στα «Σχόλια του Τρίτου» ότι,</i></b> <b><i>όταν ο άνθρωπος ξαναβρεί τον εαυτό του,</i></b> <b><i>θα πάψει η μουσική να είναι «ραβδί της αναπηρίας»;</i></b></p>
<p>«Ναι, γιατί η μουσική λίγο πολύ εκφράζει ανθρώπους που είναι ανάπηροι, είναι μισοί. Οταν ο άνθρωπος γίνει ολόκληρος, δεν θα έχει ανάγκη να φτιάχνει ήχους για να εκφραστεί, για να αισθανθεί πλήρης, αλλά θα μεταχειρίζεται μόνο τα τραγούδια για να επικοινωνήσει. Το τραγούδι θα είναι μια ερωτική πράξη, όπως ήταν στην αρχή».</p>
<p><b><i></i>Θεωρείτε ότι το τραγούδι βρίσκεται σε καλύτερη κατάσταση από τη συμφωνική μουσική;</b></p>
<p>«Οχι βέβαια! Αυτά είναι αηδή πράγματα, είναι ψέματα».</p>
<p><b><i>Εσείς είστε τώρα γενικός διευθυντής της Κρατικής Ορχήστρας.</i></b> <b><i>Γιατί δεχθήκατε αυτή τη θέση;</i></b></p>
<p>«Μπήκα στην Κρατική Ορχήστρα για να τη διορθώσω ή να την εκσυγχρονίσω. Δεν κατάφερα να κάνω τίποτε. Είναι τόσο διαβρωμένη και τόσο άρρωστη που θα φύγω χωρίς να έχω καταφέρει απολύτως τίποτε».</p>
<p><b><i>Θα προτιμούσατε να τη διαλύσετε τελείως;</i></b></p>
<p>«Θα ήταν υγιέστερη πράξη αυτή από όλες τις άλλες».</p>
<p><b><i>Τι άνθρωποι πηγαίνουν να ακούσουν συμφωνική μουσική;</i></b></p>
<p>«Ανθρωποι που έχουν συνηθίσει αρρωστημένα να ακροάζονται αυτό το είδος της μουσικής χωρίς να έχουν καμία άλλη επαφή με την πραγματικότητα γύρω τους».</p>
<p><b><i>Εχετε κάποια εκτίμηση για αυτού του είδους τις συναυλίες;</i></b></p>
<p>«Οχι πλέον».</p>
<p><b><i>Αλλά είχατε κάποτε;</i></b></p>
<p>«Ως μαθητής ναι, ως νέος ναι».</p>
<p><b><i>Οταν γίνατε διευθυντής είχατε;</i></b></p>
<p>«Ετσι κι έτσι. Ηθελα να κάνω διαφορετικά πράγματα, να πάρω την ορχήστρα και να την αλλάξω».</p>
<p><b><i>Να τη μετατρέψετε σε&#8230;</i></b> <b><i>ευρωπαϊκή;</i></b></p>
<p>«Οχι βέβαια. Δεν με ενδιαφέρει το μοντέλο της Ευρώπης ή της Αμερικής. Πολύ καλά παίζουν αλλά το άρρωστο κύτταρο υπάρχει μέσα τους».</p>
<p><b><i>Ιδανικά</i></b> <b><i>τι ρόλο πρέπει να παίξει η μουσική στη ζωή του ανθρώπου;</i></b></p>
<p>«Κανένα ρόλο. Οταν ο άνθρωπος είναι συμπληρωμένος, δεν χρειάζεται υποκατάστατα της ζωής. Η μουσική είναι υποκατάστατο της ζωής. Το τραγούδι θα τον εκφράσει ως μια επικοινωνία με τον άλλο άνθρωπο. Θα είναι ερωτική πράξη και όχι μια έκφραση τέχνης».</p>
<p><b><i>Τι ρόλο πρέπει να παίζουν τα ωδεία στην καλλιτεχνική ανάπτυξη της χώρας;</i></b></p>
<p>«Κανέναν. Να κλείσουν όλα. Τα καφενεία είναι καλύτερα ­ τα κλασικά καφενεία που ερέθιζαν τη συζήτηση».</p>
<p><b><i>Και πώς θα γινόταν κάποιος μουσικός;</i></b></p>
<p>«Τι να την κάνεις τη μουσική;».</p>
<p><b><i>Φαίνονται λίγο παράδοξα αυτά τα πράγματα.</i></b> <b><i>Εσείς είστε ένας μεγάλος μουσικοσυνθέτης ο οποίος έχει επηρεάσει πάρα πολύ κόσμο.</i></b></p>
<p>«Οχι. Είμαι ένας άνθρωπος που πραγματοποιώ τα οράματά μου, είτε με τη μουσική μου είτε με τις πράξεις μου είτε με τις σχέσεις μου. Μεταχειρίζομαι πολλά μέσα. Μεταχειρίζομαι και τη μουσική».</p>
<p><b><i>Αν ξεκινούσατε από την αρχή,</i></b> <b><i>θα ξανακάνατε μουσική;</i></b></p>
<p>«Μπορεί ναι, μπορεί και όχι».</p>
<p><b><i>Ποιος είναι ο σκοπός του Τρίτου Προγράμματος;</i></b></p>
<p>«Να ερεθίσει, να αφυπνίσει και να προβληματίσει».</p>
<p><b><i>Με τη μουσική;</i></b></p>
<p>«Καθόλου. Με όλα ­ με τον λόγο και κάθε είδους εκπομπή».</p>
<p><b><i>Ποιες θεωρείτε επιτυχίες και αποτυχίες σας στη διεύθυνση του Προγράμματος;</i></b></p>
<p>«Το Τρίτο Πρόγραμμα είναι επιτυχές αλλά δεν ολοκληρώθηκε. Γιατί δεν έφυγε από τον κορμό της ΕΡΤ. Αν είχε φύγει από τον κορμό της ΕΡΤ, τώρα θα ήταν ολοκληρωμένη η σχέση μου με αυτό. Θέλησα να το αποδεσμεύσω από τον κορμό της ΕΡΤ».</p>
<p><b><i>Αν μπορούσατε να ξαναζήσετε την καλλιτεχνική καριέρα σας,</i></b> <b><i>θα κάνατε τίποτε διαφορετικό;</i></b></p>
<p>«Δεν μου αρέσει η λέξη καριέρα. Δεν έχω κάνει καριέρα. Δεν θα έκανα τίποτε διαφορετικό. Ισως να έκανα με πιο επιτυχή τρόπο αυτά που έκανα ως σήμερα».</p>
<p><b><i>Στην προσωπική σας ζωή</i></b> <b><i>θα κάνατε τίποτε διαφορετικό;</i></b></p>
<p>«Απολύτως τίποτε. Πολύ ωραία είναι και τα λάθη. Είναι μέσα στην ανθρώπινη φύση».</p>
<p><b><i>Θα ξαναγινόσασταν μουσικός;</i></b></p>
<p>«Αν είχα χρήματα, ίσως να μη γινόμουν. Ξεκινάει κανείς κάπου στα τυφλά. Αν είχα δύναμη και χρήματα, δεν θα γινόμουν μουσικός. Δεν χρειάζεται. Θα ήμουν δυνατός και πλούσιος».</p>
<p><b><i>Πώς θα θέλατε να μείνει το όνομά σας;</i></b></p>
<p>«Να μη μείνει καθόλου. Δηλαδή, όταν φύγω εγώ, δεν με ενδιαφέρει καθόλου αν με ξέρει ο γιος σας. Αν πρόκειται να ξέρουν το όνομά μου, ας το ξέρουν όπως νομίζουν αυτοί. Δεν με απασχολεί το θέμα πώς θα με ξέρουν οι άλλοι. Ολο το ενδιαφέρον μου είναι πώς με ξέρουν οι δικοί μου άνθρωποι. Και επειδή κάθε ημέρα γίνομαι καινούργιος, πρέπει να με μαθαίνουν από την αρχή οι δικοί μου άνθρωποι. Οι άλλοι ας ξέρουν ό,τι θέλουν».</p>
<p>&nbsp;</p>
<p><a href="http://www.tovima.gr/relatedarticles/article/?aid=112119">tovima.gr</a></p>
]]></content:encoded>
					
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Παιδιά πως αντιλαμβάνεστε τις ερωτικές σχέσεις σήμερα;</title>
		<link>https://togethermag.gr/newsfeed/oi-sxeseis-kai-oi-neoi/</link>
		
		<dc:creator><![CDATA[Κέλλυ Γρηγοριάδου]]></dc:creator>
		<pubDate>Sun, 03 Jun 2018 21:00:00 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[#opinions]]></category>
		<category><![CDATA[News Feed]]></category>
		<category><![CDATA[Κόσμος]]></category>
		<category><![CDATA[Πρόσωπα]]></category>
		<category><![CDATA[2018]]></category>
		<category><![CDATA[εποχή]]></category>
		<category><![CDATA[έρωτας]]></category>
		<category><![CDATA[νέοι]]></category>
		<category><![CDATA[ρομαντισμός]]></category>
		<category><![CDATA[σήμερα]]></category>
		<category><![CDATA[σχέσεις]]></category>
		<category><![CDATA[φλέρτ]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://togethermag.gr/uncategorized/oi-sxeseis-kai-oi-neoi/</guid>

					<description><![CDATA[-Θα φύγω, είπε ένα πρωινό μια λέξη, ουφ, βαρέθηκα στη γειτονιά του άλφα -Τρελάθηκες; τη μάλωσαν οι γείτονες, για σοβαρέψου λίγο, η θέση είναι εδώ, μαζί μας… Αυτά κι άλλα πολλά της έλεγαν Μα εκείνη έκανε πως δεν άκουσε Φόρεσε τα καλά της και μια και δυο ξεκίνησε  -Γύρνα πίσω, α γ α π ώ έεει… γύρνα πίσω [&#8230;]]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<h4><strong>-Θα φύγω, είπε ένα πρωινό μια λέξη, ουφ, βαρέθηκα στη γειτονιά του άλφα</strong><br />
<strong>-Τρελάθηκες; τη μάλωσαν οι γείτονες, για σοβαρέψου λίγο, η θέση είναι εδώ, μαζί μας…</strong><br />
<strong>Αυτά κι άλλα πολλά της έλεγαν</strong><br />
<strong>Μα εκείνη έκανε πως δεν άκουσε</strong><br />
<strong>Φόρεσε τα καλά της και μια και δυο ξεκίνησε </strong><br />
<strong>-Γύρνα πίσω, α γ α π ώ έεει… γύρνα πίσω</strong><br />
<strong>Ήταν η λέξη ΑΓΑΠΩ.</strong><br />
<strong>Μεσάνυχτα και κάτι γλίστρησε αθόρυβη στη γειτονιά του βήτα</strong><br />
<strong>Βάσανα, βογκητά, βουή εδώ,</strong><br />
<strong>Της μαύρισε η καρδιά στη γειτονιά του βήτα </strong><br />
<strong>Άνοιξε βήμα και τσουπ…</strong><br />
<strong>Να’τηνε στη γειτονιά του γάμα</strong><br />
<strong>Ούτε κι εδώ της άρεσε</strong><br />
<strong>Στη γειτονιά του δέλτα ξάπλωσε αποσταμένη στον ίσκιο κάποιου δέντρου</strong><br />
<strong>Είπε να ονειρευτεί και ονειρεύτηκε να σεργιανούνε με πανσέληνο σ” ένα λιβάδι ασημί</strong><br />
<strong>Κι ήταν καλό σημάδι</strong><br />
<strong>Κολύμπησε στη θάλασσα του θήτα ύστερα</strong><br />
<strong>Και μάζεψε μια αγκαλιά λουλούδια στου λάμδα τα λιβάδια</strong><br />
<strong>Αύγουστος μήνας κι άνθησαν στο πέρασμά της τα λουλούδια</strong><br />
<strong>Κι ήταν κι αυτό καλό σημάδι</strong><br />
<strong>Μια αγκαλιά λουλούδια… «Σε ποιον να τα χαρίσω;» συλλογίστηκε, «μια αγκαλιά λουλούδια και δεν έχω κανέναν»</strong><br />
<strong>Τότε κατάλαβε, πρώτη φορά, πως ήταν μόνη,</strong><br />
<strong>Πως μοναξιά, ίσως, πήγαινε να πει να τριγυρνάς δίχως σκοπό με μια αγκαλιά λουλούδια</strong><br />
<strong>Μπαινόβγαινε ανόρεχτα στις γειτονιές τώρα</strong><br />
<strong>Απ” όπου πέρναγε «μείνε μαζί μας, αγαπώ», της έλεγαν</strong><br />
<strong>Μια λέξη της ψιθύρισε «α γ α π ώ σε θέλω»</strong><br />
<strong>«κοίταξέ με, αγαπώ» της λέει η μια άλλη</strong><br />
<strong>Μα το α γ α π ώ ήταν αλλού,</strong><br />
<strong>Μόνο σκεφτότανε πώς θα τη βρει τη λέξη που της ταίριαζε,</strong><br />
<strong>Κι όταν την έβρισκε, αν την έβρισκε, αλήθεια πώς θα καταλάβαινε πώς ήταν αυτή και όχι άλλη;</strong><br />
<strong>Έπρεπε να τα συναντήσει πριν μαραθούνε τα λουλούδια</strong><br />
<strong>Έτσι έπρεπε να γίνει κι έτσι έγινε</strong><br />
<strong>Μια νύχτα που έσταζε φεγγαρόφωτο ξεστράτισε στη γειτονία του σίγμα</strong><br />
<strong>Κάτι της έλεγε: εδώ, εδώ…</strong><br />
<strong>Και ξαφνικά άρχισε η καρδιά της να χορεύει μ” ένα γλυκό ρυθμό κάτι σαν θρόισμα μαζί και φλοίσβος</strong><br />
<strong>Ήταν μια λέξη τόση δα, και το “νιωσε αμέσως πως αυτή ζητούσε μόνο αυτή</strong><br />
<strong>-Πώς σε λένε;</strong><br />
<strong>-Σε.</strong><br />
<strong>-Σκέτο Σ ε;</strong><br />
<strong>-Ναι, σκέτο. Και σένα;</strong><br />
<strong>-Α Γ Α Π Ω.</strong><br />
<strong>Με μια υπόκλιση της γέμισε την αγκαλιά λουλούδια…</strong><br />
<strong>Κι εκείνη, με φωνή που λίγο έλειψε να σβήσει, τη ρώτησε</strong><br />
<strong>-Και γιατί διάλεξες εμένα;</strong><br />
<strong>-Γιατί είσαι συ, γιατί “μαι εγώ, γι” αυτό</strong><br />
<strong>Γι’ αυτό, λοιπόν τη μια νύχτα ήρθανε κοντά, την άλλη ακόμη πιο κοντά, την τρίτη γίναν ένα και μείναν έτσι</strong><br />
<strong>Μοιράζονταν στα δύο ένα πορτοκάλι, ένα κρουασάν, κι ένα φαρφουρένιο γέλιο μοιράζονταν στα δύο, φορούσανε το ίδιο κόκκινο πουλόβερ</strong><br />
<strong>Κι ένα σωρό άλλα πράγματα</strong><br />
<strong>Κι ένα πρωί, χαράματα, τρυπώσανε στη γειτονιά του δέλτα να σβήσουνε το δεν!</strong><br />
<strong>Περνώντας απ” το λάμδα μουτζούρωσαν στα γρήγορα το λίγο και πήρανε μαζί τους το πολύ, το πάντα!</strong><br />
<strong>Ύστερα, ζωγράφισαν ένα μεγάλο θαύμα θαυμαστικό, το φούσκωσαν σαν αερόστατο και ταξιδεύουν από τότε σ&#8217; ερωτικές ιστοριούλες</strong></h4>
<h4><strong><em>Μια ερωτική ιστοριούλα με καλό τέλος &#8211; Χρήστος Μπουλώτης</em></strong></h4>
<p>&nbsp;</p>
<p><img loading="lazy" decoding="async" class=" wp-image-7734 aligncenter" src="https://togethermag.gr/wp-content/uploads/2019/02/kopse-le-laiser-194x300.jpg" alt="" width="370" height="572" /></p>
<hr />
<p>&nbsp;</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Η ερώτηση είναι μια και καθολική : “<strong>Πως αντιλαμβάνεστε τις ερωτικές σχέσεις στη σημερινή εποχή</strong>;”</p>
<p>Οι απαντήσεις όμως φτιάχνονται από τους ανθρώπους και είναι πολλές και διαφορετικές. Για κάποιον η σχέση συμβολίζει τη συνύπαρξη, τον αριθμό 2, το μαζί, τον β’πλυθηντικό. Άλλοτε οι άνθρωποι γράφουν ρομαντικά για τις σχέσεις, άλλοτε κυνικά, άλλοτε ρεαλιστικά και άλλοτε ουτοπικά.</p>
<p><strong>Εμείς ρωτήσαμε τρεις ανθρώπους και πήραμε τρεις διαφορετικές απαντήσεις. Το ερώτημα όμως, θα συνεχίσει να μας απασχολεί, γιατί ο άνθρωπος και τα δεδομένα αλλάζουν και η εποχή τρέχει κατοστάρι.</strong></p>
<p>&nbsp;</p>
<p><img loading="lazy" decoding="async" class=" wp-image-7735 aligncenter" src="https://togethermag.gr/wp-content/uploads/2019/02/podi-to-kerato-300x300.jpg" alt="" width="466" height="466" /></p>
<p>&nbsp;</p>
<h4><strong> Βασιλικής Β.</strong></h4>
<p>Να γράψουμε, λέει, για τις σχέσεις των ανθρώπων τις ερωτικές. Εννοεί μάλλον αυτές που ξεκινάνε με ένα βλέμμα ή μια αλλαγή στη φωνή. Που θες ο άλλος να σε προσέξει και να σε θεωρήσει ξεχωριστό, αμέσως αν γίνεται. Που αρχίζεις να φτιάχνεις τον εαυτό σου μέσα έξω για να αρέσεις. Ντύνεσαι, στολίζεσαι, σε πιάνουν οι καλοσύνες και στέλνεις μηνύματα να δεις πως είναι, να πεις ότι «σε σκέφτομαι..», χαμογελάς πάντα όταν πετυχαίνει ο ένας τον άλλο, γλυκαίνεις φωνή και διαλέγεις μόνο λέξεις όμορφες. Που βγαίνεις και παρουσιάζεις τη ζωή σου όμορφα, όχι ότι λες ψέματα αλλά ακόμα και στα λιγότερο ανάλαφρα που μπορεί να συζητήσεις βάζεις ένα μάθημα ζωής από δίπλα. Και φτιάχνεις έτσι την εικόνα του ανθρώπου που του αρέσει να εξελίσσεται και να «μεγαλώνει» παραμένοντας παιδί, γιατί ξέρεις ότι αυτό γοητεύει, γιατί οι άνθρωποι επιλέγουν να σταθούν δίπλα στη χαρά. Που ξαφνικά βρίσκεις μέσα σου όλη την ενέργεια που υπάρχει στον δικό μας κόσμο και σε όσους δεν έχουμε ακόμα ανακαλύψει, για να μπορείς να βρίσκεστε και να ξαναβρίσκεστε και να κάνετε πράγματα και να ξαναβρίσκεστε μέχρι να πιστέψετε ότι βρεθήκατε, επιτέλους. Που σιγά σιγά η ενέργεια αυτή μετουσιώνεται σε λέξεις και φράσεις που δεν ήξερες πριν από αυτό τον άνθρωπο, όπως μαζί, αλήθεια, αγγίζω, φροντίζω, εμπιστεύομαι, αφήνομαι, αγαπάω εσένα άρα αγαπάω εμένα, αγαπάω εμάς, αγαπάω τώρα άρα αγαπάω για πάντα, αγαπιέμαι τώρα άρα θα υπάρχω πάντα.</p>
<p>Να γράψουμε, λέει, για τις σχέσεις των ανθρώπων τις ερωτικές. Αυτές που μπαίνεις σαν παιδί και θες οι ανάγκες σου να φροντίζονται όπως των μικρών παιδιών με φιλιά, αγκαλιές και σοκολάτες και φτάνεις να γίνεσαι θεός που όλα τα χωρά και όλα τα μπορεί. Που σε όλη την πορεία τους ο ένας είναι για τον άλλο καθρέφτης καθαρός και δρόμος καινούριος, ίσως τρομακτικός, ίσως γοητευτικός αλλά πάντα με συνταξιδιώτη.</p>
<p>Να γράψουμε, λέει, για τις σχέσεις των ανθρώπων τις ερωτικές. Να μπούνε στο χαρτί δίπλα δίπλα ο άνθρωπος και ο έρωτας, να σταθούν αντίκρυ να κοιταχτούν, να πιαστούν σε χορό απελευθερωτικό, να μας δώσουν έτσι την μόνη εικόνα που τους πρέπει: άνθρωπος και έρωτας σε μια αγκαλιά αιώνια.</p>
<p>&nbsp;</p>
<h4><img loading="lazy" decoding="async" class=" wp-image-7736 aligncenter" src="https://togethermag.gr/wp-content/uploads/2019/02/podia-podia-podia-300x279.jpg" alt="" width="484" height="450" /></h4>
<h4></h4>
<h4><strong>Της Κ.</strong></h4>
<p>Στην ερώτηση τι σημαίνει σχέση για εμένα σήμερα σε 300 λέξεις μου μοιάζει αδύνατο να απαντήσω…</p>
<p>Γιατί σχέση δεν είναι μόνο το κοινό σήμερα δυο ανθρώπων. Είναι το παρελθόν που πέρασαν χώρια, κάθε τι που σμίλεψε τους χαρακτήρες τους ώστε να ταιριάξουν όταν συναντήθηκαν. Κάθε μικρή ή μεγάλη απόφαση που οδήγησε στην συγκυρία του έρωτά τους.</p>
<p>Γιατί σχέση δεν είναι μόνο ο έρωτας δυο ανθρώπων. Είναι η ανάγκη για υπομονή ώσπου να συγχρονιστούν οι επιθυμίες τους. Αφήνοντας στην άκρη τον εγωισμό, όχι γιατί απλά το θέλεις, αλλά επειδή αυτό σε κάνει να νοιώθεις καλύτερα. Όχι γιατί έτσι πρέπει, αλλά επειδή αυτό έχει ανάγκη το ταίρι σου.</p>
<p>Γιατί σχέση δεν είναι μόνο δυο άνθρωποι που έτυχε να ταιριάξουν ερωτικά. Είναι δυο άνθρωποι που μοιράστηκαν τα μυστικά τους, τις χαρές και τα ζόρια τους, τα όνειρα και την καθημερινότητά τους, που έγιναν φίλοι και αγαπήθηκαν. Πέρα από το χρώμα των ματιών τους ή τις αναλογίες του σώματός τους. Πέρα από τις ομοιότητες ή τις διαφορές τους. Πέρα και από που ξεκίνησαν ή που σχεδίαζαν να καταλήξουν.</p>
<p>Γιατί σχέση δεν είναι το πού θα πας, αλλά το πώς θα πάτε. Με σιωπές που δεν είναι αμήχανες, με αυθόρμητα χαμόγελα, με αβίαστο πάθος, με κοινά όνειρα.</p>
<p>Πράγματα που αισθάνεσαι πως νιώθεις για πρώτη φορά και ταυτόχρονα είναι σαν να τα είχες εκεί δίπλα σου από πάντα..</p>
<p>&nbsp;</p>
<p><img loading="lazy" decoding="async" class=" wp-image-7738 aligncenter" src="https://togethermag.gr/wp-content/uploads/2019/02/xeri-300x300.jpg" alt="" width="425" height="425" /></p>
<p>&nbsp;</p>
<h4></h4>
<h4><strong>Του Γιώργου Π.</strong></h4>
<p>Άντρες από τον Άρη, γυναίκες από την Αφροδίτη .. μια φράση που προσπαθεί να αποδείξει ποσό διαφορετική είναι  η συμπεριφορά και οι αντιλήψεις των δυο φύλων. Τι γίνεται όμως όταν οι δυο κόσμοι αυτοί ενώνονται σήμερα! Εν έτη 2018 ήδη οι γονείς μεγαλώνουν τα παιδιά τους με διαφορετικές αντιλήψεις από ότι οι ίδιοι είχαν γαλουχηθεί και φαίνονται πιο ώριμοι απέναντι στις ιδέες της σεξουαλικής απελευθέρωσης. Ωστόσο, ενώ όλοι μας έχουμε μια πλήρη γνώση στο πως μπορούμε να χτίσουμε αμοιβαίες , υγιείς και σταθερές σχέσεις και φαίνεται πολύ εύκολο να την διδάξουμε στις επόμενες γενεές, στην πραγματικότητα είναι πολύ δύσκολο να εφαρμόσουμε αυτή τη γνώση στην πράξη.</p>
<p>Η αλήθεια είναι ότι πιστεύουμε ότι οι εποχές έχουν αλλάξει και διαφέρουμε πολύ από τους ανθρώπους των προηγούμενων δεκαετιών, αλλά παραμένουμε ίδιοι και απαράλλαχτοι στην συμπεριφορά, απλά αλλάξαμε τα μέσα με αποτέλεσμα οι σχέσεις μας να είναι τελείως κενές. Οι άντρες προσπαθούμε να χτίζουμε αληθινές σχέσεις με το αντίθετο φύλο αλλά δεν μπορούμε να ξεφύγουμε από την ανταγωνιστική πλευρά μας που δεν είναι άλλη από το να αποδείξουμε ποσό καλοί θηρευτές είμαστε. Οι γυναίκες πάλι πιστεύουν ότι ο ρόλος του θηράματος δεν τους ταιριάζει και θεωρητικά πιστεύουν πως δεν ισχύει αλλά, στην πραγματικότητα αυτό που αναζητούν είναι να προκαλέσουν τον θηρευτή να τις κυνηγήσει. Οι ίδιες θέλουν να χτίσουν υγιής σχέσεις όχι πάντα με ένα πριγκιπόπουλο αλλά με αρσενικά που μπορούν να επιβληθούν και είναι ισχυρά.</p>
<p>Συμπερασματικά λοιπόν, κανείς θα έλεγε πως αφού και τα δυο φύλλα έχουν στόχο τη δημιουργία αληθινών και υγιών σχέσεων τότε θα έπρεπε να το πετυχαίνουν. Η αλήθεια όμως, είναι κάπως διαφορετική. Εφόσον βρεθούν τα ιδανικά ζεύγη θηρευτή &#8211; θηράματος αρχίζει αυτό που λέμε σχέση . Ο ένας προσπαθεί να επιβάλει τη δίκη του στάση ζωής στον άλλον, ενώ η κτητικότατα βρίσκεται στο 1000% και όλα περιβάλλονται από μια υπερβολή. Αυτό άλλωστε είναι το πρώτο στάδιο  που θέλουμε όλοι να ζήσουμε και το ονομάζουμε έρωτα .</p>
<p>Έπειτα έρχεται μια ισορροπία και όλα οδηγούν σε μια άλλη γκάμα ισχυρών συναισθημάτων και δεσμών που εμπεριέχονται στον όρο αγάπη . Σε αυτό το σημείο είναι που δημιουργούνται τα περισσότερα προβλήματα. Όποιον άνθρωπο και να ρωτήσεις για το τι θέλει από το άλλο φύλο στη ζωή του, θα σου απαντήσει ότι θέλει  να ερωτευτεί και να φτάσει στο υπέρτατο συναίσθημα να αγαπήσει και να αγαπηθεί . Έτσι  λοιπόν,  όταν φτάνουμε σε αυτό το σημείο ανεξαρτήτως φύλου έχουμε μια έπαρση. Δηλαδή φτάσαμε σε αυτό που θέλουμε και δεν είναι καθόλου αρκετό. Θέλουμε κάτι πιο έντονο αλλά συγχρόνως θέλουμε και τη σταθερότητα που ήδη έχουμε εξασφαλίσει. Έτσι, δημιουργούνται δυο τύποι σχέσεων. Στις σχέσεις που θα εξελιχθούν, οι άνθρωποί θα αντιμετωπίσουν αυτή τους την έπαρση και τις ανασφάλειες που τυχόν θα δημιουργηθούν , θα αγωνιστούν με ειλικρίνεια και θα συντηρήσουν και θα εξελίξουν την ανέγερση αυτού του κτίσματος που λέγεται σχέση .</p>
<p>Μια όμως, κατά γενική ομολογία μεγάλη μερίδα ανθρώπων,  θα ηττηθεί από αυτή  την έπαρση και θα συνεχίσει να κρατάει τη σχέση που του εξασφαλίζει την σταθερότητα. Η σχέση αυτή όμως, θα στηρίζεται στο ψέμα, ενώ τα μέσα κοινωνική δικτύωσης θα μπορέσουν να εξασφαλίσουν την απόλυτη εχεμύθεια την οποία χρειάζεται κάποιος για να μπορέσει να δημιουργήσει οτιδήποτε παράλληλο χωρίς κανένα πρόβλημα. Η επικοινωνία μεταξύ τους θα είναι φαινομενικά καλή αλλά στην πραγματικότητα ανύπαρκτη. Με αυτό το τρόπο υποστηρίζουν και αποδεικνύουν ότι η σχέση τους είναι υγιής και σταθερή αφού, η εικόνα τους ταιριάζει με αυτή που απαιτούν τα κοινωνικά πρότυπα.</p>
<p>Στην πραγματικότητα όμως, αυτό το περιτύλιγμα κρύβει από μέσα του κάτι σάπιο, που το τυλίγουν κάθε μέρα πιο καλά για να μην αποκαλυφθεί. Τέλος, αυτού του τύπου οι σχέσεις ή συνεχίζουν να υπάρχουν με αυτό τον τρόπο και την δίνουν την ψευδαίσθηση της ευτυχίας  ή αφήνουν το παλιό και ανακυκλώνουν από την αρχή το ίδιο μοτίβο απλά αλλάζοντας το πρόσωπο με το οποίο θα συνάψουν σχέση δημιουργώντας  το σύνδρομο της μαϊμούς…. Αφήνω το παλιό μου κλαδί όταν έχω πιάσει καλά το καινούργιο.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>&nbsp;</p>
]]></content:encoded>
					
		
		
			</item>
	</channel>
</rss>
