Η απολιγνιτοποίηση δεν είναι απλώς μια ενεργειακή επιλογή, αλλά μια σύνθετη διαδικασία μετασχηματισμού που επηρεάζει την οικονομία, την κοινωνία και τον ίδιο τον χώρο. Στη Δυτική Μακεδονία, μια περιοχή με ισχυρό ενεργειακό παρελθόν, η Δίκαιη Μετάβαση δοκιμάζεται στην πράξη, θέτοντας κρίσιμα ερωτήματα για την απασχόληση, τη συνοχή και το μέλλον των τοπικών κοινωνιών.
Ο Λευτέρης Τοπάλογλου, Αναπληρωτής Καθηγητής στο Τμήμα Χημικών Μηχανικών της Πολυτεχνικής Σχολής του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας, με αντικείμενο τις Πολιτικές Ενεργειακής Μετάβασης και Αναπτυξιακού Μετασχηματισμού, βρίσκεται στον πυρήνα αυτής της συζήτησης. Από τον Μάιο του 2023 είναι Διευθυντής του Ινστιτούτου Ενεργειακής Ανάπτυξης & Μετάβασης στη Μεταλιγνιτική Εποχή του ΠΑΚΕΚ ΤΗΜΕΝΟΣ και επικεφαλής του Εργαστηρίου ENTRA Lab.
Με αφετηρία τόσο τη θεωρητική γνώση όσο και τη βιωματική εμπλοκή του στον μετασχηματισμό της περιοχής, φωτίζει τη Δίκαιη Μετάβαση ως μια κοινωνική και αναπτυξιακή στρατηγική, στενά συνδεδεμένη με τον τόπο και τους ανθρώπους του.
Παρατηρητήριο Δίκαιης Μετάβασης & εικόνα της περιοχής
Ως Καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας και επιστημονικά υπεύθυνος του Παραρτήματος Παρατηρητηρίου Μετάβασης για τη Δυτική Μακεδονία, ποια εικόνα σχηματίζεται σήμερα για τη Δυτική Μακεδονία; Τι σας προβληματίζει και τι σας δίνει αισιοδοξία;
Η εικόνα που αναδύεται σήμερα για τη Δυτική Μακεδονία είναι πολύπλευρη και αντιφατική, όπως συμβαίνει σε όλες τις ευρωπαϊκές περιφέρειες που βιώνουν μια βαθιά διαρθρωτική μετάβαση. Από τη μία πλευρά, η περιοχή βρίσκεται ακόμη σε μια φάση κοινωνικοοικονομικής απορρύθμισης, με εμφανείς πιέσεις στην απασχόληση, στη δημογραφική δυναμική και στη συνοχή των τοπικών οικονομιών. Η ταχύτητα της απολιγνιτοποίησης, σε συνδυασμό με τη χρονική υστέρηση ωρίμανσης εναλλακτικών παραγωγικών δραστηριοτήτων, δημιουργεί εύλογες ανησυχίες για τη βιωσιμότητα της μετάβασης, εάν αυτή παραμείνει μονοδιάστατη ή αποσπασματική.
Αυτό που με προβληματίζει περισσότερο δεν είναι μόνο τα μακροοικονομικά μεγέθη, αλλά κυρίως ο κίνδυνος μιας μετάβασης που θα περιοριστεί σε επενδυτικούς δείκτες και απορροφήσεις πόρων, χωρίς να ενσωματώνει ουσιαστικά τις τοπικές ανάγκες, τις δεξιότητες του ανθρώπινου δυναμικού και τη χωρική ιδιαιτερότητα της περιοχής. Η Δίκαιη Μετάβαση δεν μπορεί να είναι απλώς μια τεχνική άσκηση∙ είναι πρωτίστως μια κοινωνική και θεσμική διαδικασία, που απαιτεί χρόνο, συντονισμό και εμπιστοσύνη.
Ταυτόχρονα, υπάρχουν στοιχεία που μου δίνουν βάσιμη αισιοδοξία. Πρώτον, η Δυτική Μακεδονία διαθέτει πλέον μια άνευ προηγουμένου συγκέντρωση γνώσης, δεδομένων και χρηματοδοτικών εργαλείων, μέσα από εθνικές και ευρωπαϊκές πρωτοβουλίες για τη Δίκαιη Μετάβαση. Δεύτερον, παρατηρείται μια σταδιακή ωρίμανση στον δημόσιο διάλογο: περισσότεροι τοπικοί φορείς αντιλαμβάνονται ότι η μετάβαση δεν είναι ένα «έργο υποδομής», αλλά μια μακρόπνοη αναπτυξιακή στρατηγική.
Ιδιαίτερα ενθαρρυντική είναι η ενεργοποίηση νέων ανθρώπων, ερευνητών και επαγγελματιών, που επιλέγουν να παραμείνουν ή να επιστρέψουν στην περιοχή, εφόσον δημιουργηθούν οι κατάλληλες προϋποθέσεις. Εκεί ακριβώς εστιάζει και ο ρόλος του Τοπικού Παρατηρητηρίου: στη συστηματική παρακολούθηση της μετάβασης, στην τεκμηριωμένη αποτίμηση των πολιτικών και στη γεφύρωση της έρευνας με τη λήψη αποφάσεων, ώστε η Δυτική Μακεδονία να μην αποτελέσει απλώς ένα «παράδειγμα απολιγνιτοποίησης», αλλά ένα ευρωπαϊκό παράδειγμα δίκαιης και ανθεκτικής περιφερειακής ανασυγκρότησης.

Πανεπιστήμιο, δεδομένα και τεκμηρίωση πολιτικών
Πόσο σημαντικός είναι ο ρόλος του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας στη συλλογή, ανάλυση και ερμηνεία των δεδομένων που αφορούν τη Δίκαιη Μετάβαση της περιοχής;
Ο ρόλος του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας στη συλλογή, ανάλυση και ερμηνεία των δεδομένων που αφορούν τη Δίκαιη Μετάβαση είναι καθοριστικός και πολυεπίπεδος, και αποτελεί έναν από τους λίγους θεσμούς που μπορούν να εγγυηθούν επιστημονική εγκυρότητα, θεσμική συνέχεια και τοπική ενσωμάτωση της γνώσης.
Καταρχάς, το Πανεπιστήμιο λειτουργεί ως ουδέτερος και αξιόπιστος κόμβος δεδομένων. Σε μια περίοδο όπου η μετάβαση συνοδεύεται από μεγάλο όγκο πληροφοριών, κοινωνικών, οικονομικών, περιβαλλοντικών και χωρικών, είναι κρίσιμο να υπάρχει ένας φορέας που να μπορεί όχι μόνο να τα συλλέγει, αλλά κυρίως να τα φιλτράρει, να τα συσχετίζει και να τα ερμηνεύει με επιστημονικούς όρους. Η αξία δεν βρίσκεται στα ίδια τα δεδομένα, αλλά στη δυνατότητα να μετατρέπονται σε τεκμηριωμένη γνώση για τη λήψη αποφάσεων.
Δεύτερον, το Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας διαθέτει ένα μοναδικό πλεονέκτημα: βρίσκεται εντός της μετάβασης. Δεν παρατηρεί την περιοχή εξ αποστάσεως, αλλά συμμετέχει ενεργά στη διαδικασία, με συνεχή επαφή με την τοπική κοινωνία, τους θεσμούς, τους εργαζόμενους και τις επιχειρήσεις. Αυτό επιτρέπει την παραγωγή χωρικά και κοινωνικά ευαίσθητων αναλύσεων, που λαμβάνουν υπόψη τις ιδιαιτερότητες της περιοχής και αποφεύγουν γενικεύσεις.
Ιδιαίτερα σημαντικός είναι και ο ρόλος του Πανεπιστημίου στη γεφύρωση διαφορετικών τύπων γνώσης: ποσοτικών δεδομένων, ποιοτικών ευρημάτων και πολιτικών εργαλείων. Αυτή η συνθετική προσέγγιση είναι απαραίτητη ώστε η Δίκαιη Μετάβαση να μη μετριέται μόνο με οικονομικούς δείκτες, αλλά και με όρους κοινωνικής συνοχής, θεσμικής ικανότητας και μακροπρόθεσμης ανθεκτικότητας.
Τέλος, το Πανεπιστήμιο μπορεί και οφείλει να λειτουργεί ως μεταφραστής της γνώσης: να μετατρέπει τα επιστημονικά αποτελέσματα σε εργαλεία χρήσιμα για την αυτοδιοίκηση, τη δημόσια διοίκηση και τους κοινωνικούς εταίρους. Με αυτόν τον τρόπο, η έρευνα γίνεται αναπόσπαστο μέρος της στρατηγικής για μια πραγματικά δίκαιη και βιώσιμη μετάβαση.

Έρευνα, γνώση και ευρωπαϊκή εμπειρία
Πώς αξιοποιείται η ερευνητική σας εμπειρία σε ευρωπαϊκά προγράμματα και δίκτυα μέσα από το Πανεπιστήμιο προς όφελος της τοπικής κοινωνίας;
Η αξιοποίηση της ερευνητικής μου εμπειρίας σε ευρωπαϊκά προγράμματα και θεματικά δίκτυα, μέσα από το Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας, ακολουθεί μια σαφή λογική διασύνδεσης της ευρωπαϊκής γνώσης με τις πραγματικές ανάγκες της περιοχής. Η συμμετοχή σε ευρωπαϊκά σχήματα δεν αντιμετωπίζεται ως αυτοσκοπός, αλλά ως εργαλείο για τη μεταφορά τεχνογνωσίας, μεθοδολογιών και πολιτικών εργαλείων σε τοπικό επίπεδο.
Σε αυτό το πλαίσιο, ιδιαίτερη σημασία έχει η συμμετοχή μου ως ένα από τα 14 μέλη του Academic Sounding Board που συνέστησε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή (DG Regio), στο πλαίσιο της πρωτοβουλίας Cohesion for Transition (C4T). Το συγκεκριμένο δίκτυο συγκροτήθηκε από ακαδημαϊκούς της Ευρωπαϊκής Ένωσης που ασχολούνται συστηματικά με τα ζητήματα της δίκαιης μετάβασης, με στόχο να υποστηρίξει επιστημονικά τη διαμόρφωση και την αξιολόγηση των πολιτικών συνοχής σε περιοχές υπό διαρθρωτικό μετασχηματισμό.
Η εμπειρία αυτή επιτρέπει στο Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας να βρίσκεται σε άμεση επαφή με τις ευρωπαϊκές συζητήσεις αιχμής, όχι εκ των υστέρων, αλλά κατά το στάδιο της διαμόρφωσης των πολιτικών. Έτσι, ζητήματα όπως η αποτίμηση των κοινωνικών επιπτώσεων, η χωρική δικαιοσύνη, οι δυναμικές στην αγορά εργασίας και η σύνδεση των επενδύσεων με την απασχόληση, μεταφέρονται έγκαιρα και τεκμηριωμένα στον δημόσιο διάλογο της Δυτικής Μακεδονίας.
Παράλληλα, η συμμετοχή μέσω του Εργαστηρίου ENTRA Lab του Πανεπιστημίου σε ευρωπαϊκά έργα και δίκτυα (Interreg, Horizon Europe, Erasmus+ κ.λπ.) λειτουργεί ως εργαστήριο πολιτικής για την περιοχή. Μέσα από συγκριτικές αναλύσεις με άλλες μεταλιγνιτικές περιφέρειες της Ευρώπης, το Πανεπιστήμιο συμβάλλει στην ανάπτυξη προσαρμοσμένων εργαλείων στρατηγικού σχεδιασμού, αποφεύγοντας την άκριτη μεταφορά «καλών πρακτικών» που δεν ανταποκρίνονται στα τοπικά χαρακτηριστικά.
Τελικά, η ευρωπαϊκή ερευνητική εμπειρία αποκτά ουσιαστικό νόημα όταν μεταφράζεται σε τοπική γνώση, θεσμική ικανότητα και καλύτερη λήψη αποφάσεων. Αυτός είναι και ο ρόλος που επιδιώκουμε: το Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας να λειτουργεί ως ενεργός κόμβος ανάμεσα στην ευρωπαϊκή πολιτική σκέψη και την καθημερινή πραγματικότητα της μετάβασης, προς όφελος της τοπικής κοινωνίας και της μακροπρόθεσμης ανθεκτικότητας της περιοχής.
Υπάρχουν παραδείγματα από άλλες ευρωπαϊκές περιοχές που θεωρείτε πιο κοντά στα δεδομένα της Δυτικής Μακεδονίας και θα μπορούσαν να λειτουργήσουν ως χρήσιμα σημεία αναφοράς;
Ναι, υπάρχουν ορισμένες ευρωπαϊκές περιφέρειες που, παρά τις επιμέρους διαφορές τους, παρουσιάζουν ουσιαστικές αναλογίες με τη Δυτική Μακεδονία και μπορούν να λειτουργήσουν ως χρήσιμα σημεία αναφοράς, όχι ως πρότυπα προς αντιγραφή, αλλά ως πεδία μάθησης.
Ένα πρώτο παράδειγμα είναι η Σιλεσία στην Πολωνία. Πρόκειται για μια περιοχή με μακρά εξάρτηση από τον άνθρακα, ισχυρή βιομηχανική ταυτότητα και έντονες κοινωνικές προσδοκίες γύρω από τη μετάβαση. Αυτό που έχει ιδιαίτερη σημασία για τη Δυτική Μακεδονία είναι ο τρόπος με τον οποίο η Σιλεσία επένδυσε στη σταδιακή μετάβαση, στη σύνδεση των πολιτικών απασχόλησης με τον χωρικό σχεδιασμό και στη διατήρηση της κοινωνικής συνοχής, ακόμη και όταν οι οικονομικοί δείκτες δεν ήταν άμεσα θετικοί.
Αντίστοιχα, οι Αστουρίες στην Ισπανία προσφέρουν ένα πολύ ενδιαφέρον παράδειγμα, ιδιαίτερα ως προς τη διαχείριση της κοινωνικής διάστασης της μετάβασης. Εκεί, η έμφαση δόθηκε όχι μόνο στις νέες επενδύσεις, αλλά και στην ενεργή εμπλοκή των τοπικών κοινωνιών, των εργαζομένων και των συνδικάτων στον σχεδιασμό της επόμενης ημέρας. Για τη Δυτική Μακεδονία, αυτό αναδεικνύει τη σημασία της κοινωνικής συναίνεσης και της θεσμικής εμπιστοσύνης ως βασικών προϋποθέσεων για μια βιώσιμη μετάβαση.
Ένα τρίτο παράδειγμα είναι η περιοχή της Λάουζιτς (Lausitz) στη Γερμανία. Εκεί, η μετάβαση αντιμετωπίστηκε ως μακροχρόνιο εθνικό και περιφερειακό σχέδιο, με σαφή χρονικό ορίζοντα, σταθερούς πόρους και ισχυρή διακυβέρνηση. Το κρίσιμο μάθημα για τη Δυτική Μακεδονία δεν αφορά μόνο το ύψος των επενδύσεων, αλλά κυρίως τη συνέχεια των πολιτικών και τον συντονισμό μεταξύ διαφορετικών επιπέδων διοίκησης, κάτι που συχνά απουσιάζει σε πιο αποσπασματικές προσεγγίσεις.
Κοινό στοιχείο όλων αυτών των περιπτώσεων είναι ότι η μετάβαση δεν αντιμετωπίστηκε ως ένα τεχνικό έργο ταχείας υλοποίησης, αλλά ως μια κοινωνικο-χωρική διαδικασία μετασχηματισμού. Αυτό είναι και το βασικό δίδαγμα για τη Δυτική Μακεδονία: οι ευρωπαϊκές εμπειρίες είναι πολύτιμες όταν μας βοηθούν να σχεδιάσουμε ρεαλιστικές, δίκαιες και προσαρμοσμένες πολιτικές, που λαμβάνουν υπόψη την ιστορία, τους ανθρώπους και τις πραγματικές δυνατότητες της περιοχής.
Η Στάρα Ζαγόρα στη Βουλγαρία, από την άλλη πλευρά, παρουσιάζει σαφείς αναλογίες με τη Δυτική Μακεδονία: έντονη εξάρτηση από τον λιγνίτη, υψηλή συγκέντρωση θέσεων εργασίας στον ενεργειακό τομέα και περιορισμένη διαφοροποίηση της τοπικής οικονομίας. Αυτό που την καθιστά κρίσιμη περίπτωση αναφοράς είναι ότι, παρά τη διαθεσιμότητα πόρων και το θεσμικό πλαίσιο της μετάβασης, η διαδικασία αντιμετώπισε σοβαρές δυσκολίες εφαρμογής.
Ακριβώς γι’ αυτό, η Στάρα Ζαγόρα μάς υπενθυμίζει ότι η Δίκαιη Μετάβαση δεν κρίνεται μόνο από το πόσοι πόροι διατίθενται, αλλά από το πώς, πότε και με ποιους όρους αυτοί μετατρέπονται σε τοπική αξία. Για τη Δυτική Μακεδονία, η σύγκριση αυτή ενισχύει την ανάγκη για ισχυρή διακυβέρνηση, ουσιαστική συμμετοχή της κοινωνίας και συνεχή αξιολόγηση των πολιτικών, ώστε να αποφευχθούν παγίδες που έχουν ήδη φανεί αλλού στην Ευρώπη.


Ανάπτυξη, απασχόληση και τοπική ετοιμότητα
Πού εντοπίζετε σήμερα τις βασικές προκλήσεις αλλά και τις δυνατότητες για βιώσιμη ανάπτυξη και απασχόληση στην περιοχή;
Οι βασικές προκλήσεις και δυνατότητες για βιώσιμη ανάπτυξη και απασχόληση στη Δυτική Μακεδονία συνυπάρχουν σήμερα με έναν έντονα μεταβατικό και ασταθή τρόπο, γεγονός που καθιστά αναγκαία μια συνολική και ρεαλιστική προσέγγιση.
Από την πλευρά των προκλήσεων, το πιο κρίσιμο ζήτημα είναι το χρονικό κενό μεταξύ απώλειας θέσεων εργασίας και δημιουργίας νέων. Η απολιγνιτοποίηση υπήρξε ταχεία, ενώ η ωρίμανση νέων παραγωγικών δραστηριοτήτων απαιτεί χρόνο, δεξιότητες και θεσμική ετοιμότητα. Αυτό δημιουργεί πιέσεις στην τοπική αγορά εργασίας, ιδιαίτερα για εργαζόμενους με εξειδικευμένες δεξιότητες στον ενεργειακό τομέα, οι οποίοι δυσκολεύονται να επανατοποθετηθούν άμεσα σε νέους κλάδους. Παράλληλα, η δημογραφική συρρίκνωση και η φυγή νέων επιβαρύνουν περαιτέρω τη βιωσιμότητα της τοπικής οικονομίας.
Μια δεύτερη πρόκληση αφορά τη δομή της τοπικής επιχειρηματικότητας. Η Δυτική Μακεδονία χαρακτηρίζεται από μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις, οι οποίες συχνά δεν διαθέτουν την απαιτούμενη κεφαλαιακή βάση ή την τεχνογνωσία για να επενδύσουν σε καινοτομία, εξωστρέφεια και πράσινες τεχνολογίες. Χωρίς στοχευμένη υποστήριξη, υπάρχει ο κίνδυνος οι μεγάλες επενδύσεις της μετάβασης να μην ενσωματωθούν ουσιαστικά στην τοπική οικονομία.
Ταυτόχρονα, όμως, οι δυνατότητες είναι υπαρκτές και σημαντικές. Η περιοχή διαθέτει ισχυρό ενεργειακό και βιομηχανικό υπόβαθρο, το οποίο μπορεί να αποτελέσει βάση για νέες δραστηριότητες σε τομείς όπως οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, η ενεργειακή αποθήκευση, η κυκλική οικονομία και η πράσινη βιομηχανία. Επιπλέον, ο αγροδιατροφικός τομέας, εφόσον συνδεθεί με την καινοτομία, την ποιότητα και τη μεταποίηση, μπορεί να δημιουργήσει σταθερές θέσεις εργασίας με τοπικό αποτύπωμα.
Ιδιαίτερη δυναμική παρουσιάζουν επίσης τομείς που συνδέονται με τη γνώση και τις υπηρεσίες, όπως η έρευνα, η εκπαίδευση, η τεχνική υποστήριξη έργων μετάβασης και οι ψηφιακές εφαρμογές. Σε αυτό το πεδίο, το Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας μπορεί να λειτουργήσει ως καταλύτης, ενισχύοντας δεξιότητες, στηρίζοντας την καινοτομία και δημιουργώντας γέφυρες ανάμεσα στην εκπαίδευση και την αγορά εργασίας.
Συνολικά, η βιώσιμη ανάπτυξη και η απασχόληση στη Δυτική Μακεδονία δεν θα προκύψουν από μία και μόνο «μεγάλη λύση», αλλά από τον συνδυασμό στοχευμένων επενδύσεων, αναβάθμισης δεξιοτήτων και ισχυρής τοπικής διακυβέρνησης. Το κρίσιμο ζητούμενο είναι οι νέες θέσεις εργασίας να είναι ποιοτικές, ανθεκτικές και κοινωνικά δίκαιες, ώστε η μετάβαση να γίνει πραγματικά ευκαιρία και όχι απλώς διαχείριση μιας απώλειας.

Πώς αξιολογείτε την ετοιμότητα των τοπικών φορέων να συνεργαστούν με το Πανεπιστήμιο και να αξιοποιήσουν τα εργαλεία και τους πόρους της μετάβασης;
Η ετοιμότητα των τοπικών φορέων να συνεργαστούν με το Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας και να αξιοποιήσουν τα εργαλεία και τους πόρους της μετάβασης βρίσκεται σήμερα σε ένα ενδιάμεσο και άνισο στάδιο ωρίμανσης. Δεν πρόκειται για μια ομοιογενή εικόνα∙ συνυπάρχουν περιπτώσεις ουσιαστικής συνεργασίας με περιπτώσεις δισταγμού ή περιορισμένης αξιοποίησης των διαθέσιμων δυνατοτήτων.
Από τη μία πλευρά, διαπιστώνεται αυξανόμενη αναγνώριση του ρόλου του Πανεπιστημίου ως στρατηγικού εταίρου. Ορισμένοι φορείς της αυτοδιοίκησης, αναπτυξιακοί οργανισμοί και υπηρεσίες αντιλαμβάνονται πλέον ότι η μετάβαση απαιτεί τεκμηρίωση, δεδομένα και μακροπρόθεσμο σχεδιασμό, και όχι μόνο διαχειριστικές λύσεις βραχυπρόθεσμου χαρακτήρα. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η συνεργασία με το Πανεπιστήμιο αξιοποιείται για ανάλυση επιπτώσεων, σχεδιασμό παρεμβάσεων και υποστήριξη ωρίμανσης έργων.
Ταυτόχρονα, όμως, παραμένουν δομικές αδυναμίες που περιορίζουν την πλήρη αξιοποίηση αυτής της συνεργασίας. Σε αρκετές περιπτώσεις, οι τοπικοί φορείς λειτουργούν υπό έντονη πίεση χρόνου και απορρόφησης πόρων, γεγονός που ευνοεί αποσπασματικές επιλογές εις βάρος πιο σύνθετων, τεκμηριωμένων προσεγγίσεων. Επιπλέον, υπάρχουν ακόμη ελλείψεις σε θεσμική ικανότητα, εξειδικευμένο προσωπικό και μηχανισμούς συντονισμού, που δυσκολεύουν τη συστηματική συνεργασία με ακαδημαϊκά ιδρύματα.
Σε αυτό το περιβάλλον, το Πανεπιστήμιο μπορεί να διαδραματίσει έναν διευρυμένο ρόλο υποστήριξης, όχι μόνο ως πάροχος γνώσης, αλλά και ως ενδιάμεσος μηχανισμός που βοηθά τους τοπικούς φορείς να κατανοήσουν, να προσαρμόσουν και να αξιοποιήσουν τα εργαλεία της μετάβασης. Αυτό προϋποθέτει όμως και από την πλευρά των φορέων μια μετατόπιση κουλτούρας: από τη λογική της απλής ανάθεσης προς τη λογική της συνδιαμόρφωσης και της μακροχρόνιας συνεργασίας.
Συνολικά, θα έλεγα ότι η ετοιμότητα υπάρχει, αλλά δεν είναι ακόμη ομοιόμορφη ούτε πλήρως ενεργοποιημένη. Η πρόκληση για το επόμενο διάστημα είναι να μετατραπεί αυτή η μερική ετοιμότητα σε σταθερές συνεργασίες με θεσμικό βάθος, ώστε οι πόροι της μετάβασης να αξιοποιηθούν με τρόπο στρατηγικό, διαφανή και με πραγματικό όφελος για την τοπική κοινωνία.
Άνθρωποι, δεξιότητες και νέες προοπτικές
Ποιες δεξιότητες θεωρείτε ότι μπορούν να ενισχυθούν μέσα από τον ρόλο του Πανεπιστημίου, ώστε οι κάτοικοι και οι εργαζόμενοι της περιοχής να ανταποκριθούν στη νέα πραγματικότητα;
Οι δεξιότητες που χρειάζεται να ενισχυθούν στη Δυτική Μακεδονία, ώστε οι κάτοικοι και οι εργαζόμενοι να ανταποκριθούν στη νέα πραγματικότητα της μετάβασης, δεν περιορίζονται σε στενά τεχνικά αντικείμενα. Αντίθετα, αφορούν ένα ευρύτερο και συνδυαστικό φάσμα γνώσεων, στο οποίο το Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας μπορεί να διαδραματίσει καταλυτικό ρόλο.
Σε πρώτο επίπεδο, είναι κρίσιμη η ενίσχυση τεχνικών και επαγγελματικών δεξιοτήτων που συνδέονται άμεσα με τη νέα παραγωγική βάση της περιοχής. Αυτό περιλαμβάνει δεξιότητες στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, την ενεργειακή αποδοτικότητα, την αποθήκευση ενέργειας, την κυκλική οικονομία και τις πράσινες τεχνολογίες. Ωστόσο, η εμπειρία από άλλες ευρωπαϊκές περιοχές δείχνει ότι αυτές οι δεξιότητες αποδίδουν μόνο όταν συνοδεύονται από συνεχή αναβάθμιση και προσαρμογή στις ανάγκες της αγοράς εργασίας.
Εξίσου σημαντικές είναι οι οριζόντιες και μεταβιβάσιμες δεξιότητες. Η ικανότητα ανάλυσης δεδομένων, η ψηφιακή επάρκεια, η διαχείριση έργων, η κατανόηση κανονιστικών πλαισίων και η βασική γνώση χρηματοδοτικών εργαλείων της ΕΕ είναι δεξιότητες που επιτρέπουν στους εργαζόμενους και στους τοπικούς φορείς να συμμετέχουν ενεργά στη μετάβαση, αντί να την παρακολουθούν παθητικά. Σε αυτό το πεδίο, το Πανεπιστήμιο μπορεί να προσφέρει ευέλικτα μεταπτυχιακά προγράμματα ή προγράμματα κατάρτισης και επανακατάρτισης, προσαρμοσμένα σε διαφορετικές ηλικιακές και επαγγελματικές ομάδες.
Ιδιαίτερη έμφαση πρέπει να δοθεί και στις δεξιότητες στρατηγικής σκέψης και προσαρμοστικότητας. Η μετάβαση δημιουργεί ένα περιβάλλον αβεβαιότητας, στο οποίο η ικανότητα κατανόησης αλλαγών, λήψης αποφάσεων και συνεργασίας σε διεπιστημονικά σχήματα είναι καθοριστική. Το Πανεπιστήμιο μπορεί να καλλιεργήσει αυτές τις δεξιότητες μέσα από διεπιστημονικά προγράμματα, εργαστήρια πολιτικής και ζωντανά εργαστήρια (living labs) που συνδέουν τη θεωρία με πραγματικά τοπικά προβλήματα.
Τέλος, δεν πρέπει να υποτιμάται η σημασία των κοινωνικών και συμμετοχικών δεξιοτήτων. Η Δίκαιη Μετάβαση απαιτεί διάλογο, συνεργασία και κοινωνική κατανόηση. Δεξιότητες όπως η διαμεσολάβηση, η συμμετοχική λήψη αποφάσεων και η επικοινωνία μεταξύ διαφορετικών ομάδων μπορούν να ενισχυθούν μέσα από τον ρόλο του Πανεπιστημίου, συμβάλλοντας όχι μόνο στην απασχολησιμότητα, αλλά και στη συνοχή της τοπικής κοινωνίας.
Συνολικά, ο στόχος δεν είναι απλώς η παραγωγή νέων ειδικοτήτων, αλλά η δημιουργία ενός ανθρώπινου δυναμικού ανθεκτικού, προσαρμοστικού και ενεργού, ικανού να συνδιαμορφώσει τη νέα αναπτυξιακή πορεία της Δυτικής Μακεδονίας.

Σε ποιους αναπτυξιακούς τομείς βλέπετε τις πιο ρεαλιστικές προοπτικές για τη Δυτική Μακεδονία τα επόμενα χρόνια;
Οι πιο ρεαλιστικές αναπτυξιακές προοπτικές για τη Δυτική Μακεδονία τα επόμενα χρόνια δεν βρίσκονται σε έναν και μόνο τομέα, αλλά σε έναν συνδυασμό δραστηριοτήτων που αξιοποιούν το υπάρχον παραγωγικό υπόβαθρο της περιοχής, τις νέες ανάγκες της μετάβασης και τις πραγματικές δυνατότητες της τοπικής κοινωνίας.
Πρώτα απ’ όλα, ο ενεργειακός τομέας παραμένει κομβικός, αλλά με διαφορετικούς όρους από το παρελθόν. Οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, η αποθήκευση, τα δίκτυα και η ενεργειακή αποδοτικότητα μπορούν να δημιουργήσουν προοπτικές, εφόσον συνδεθούν ουσιαστικά με την τοπική απασχόληση, τη βιομηχανία και την έρευνα, και όχι μόνο με εξωτερικές επενδύσεις χαμηλής ενσωμάτωσης. Η πρόκληση εδώ είναι η μετάβαση από την απλή εγκατάσταση έργων στην ανάπτυξη ενός τοπικού ενεργειακού οικοσυστήματος.
Ένας δεύτερος κρίσιμος τομέας είναι η πράσινη και μεταποιητική βιομηχανία. Η Δυτική Μακεδονία διαθέτει τεχνικές δεξιότητες, υποδομές και βιομηχανική εμπειρία που μπορούν να υποστηρίξουν δραστηριότητες σχετικές με την κυκλική οικονομία, τα υλικά, την ανακύκλωση, την επαναχρησιμοποίηση και τη βιομηχανική καινοτομία. Εδώ εντοπίζονται και οι πιο ρεαλιστικές δυνατότητες για ποιοτικές και σχετικά σταθερές θέσεις εργασίας, εφόσον υπάρξει στρατηγικός σχεδιασμός και στήριξη της τοπικής επιχειρηματικότητας.
Ιδιαίτερη δυναμική παρουσιάζει και ο αγροδιατροφικός τομέας, όχι με όρους πρωτογενούς παραγωγής χαμηλής προστιθέμενης αξίας, αλλά μέσα από τη σύνδεση με τη μεταποίηση, την ποιότητα, την τοπική ταυτότητα και την καινοτομία. Προϊόντα με πιστοποίηση, μικρές αλυσίδες αξίας και συνεργατικά σχήματα μπορούν να ενισχύσουν την τοπική οικονομία και να συγκρατήσουν πληθυσμό, ειδικά σε αγροτικές περιοχές.
Παράλληλα, αναδύονται σημαντικές προοπτικές στους τομείς της γνώσης και των υπηρεσιών: έρευνα, εκπαίδευση, τεχνική υποστήριξη έργων μετάβασης, ψηφιακές εφαρμογές και συμβουλευτικές υπηρεσίες. Σε αυτό το πεδίο, το Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας μπορεί να λειτουργήσει ως καταλύτης, συνδέοντας την επιστημονική γνώση με την αγορά εργασίας και ενισχύοντας την τοπική ικανότητα σχεδιασμού και υλοποίησης πολιτικών.
Τέλος, πιο ήπιες αλλά όχι αμελητέες προοπτικές υπάρχουν στον βιώσιμο τουρισμό, τον πολιτισμό και τις δημιουργικές δραστηριότητες, ιδιαίτερα όταν συνδέονται με το φυσικό περιβάλλον, την ιστορία της περιοχής και τη νέα αφήγηση της μετάβασης. Αυτοί οι τομείς δεν μπορούν να αποτελέσουν τον βασικό πυλώνα ανάπτυξης, αλλά μπορούν να συμπληρώσουν το αναπτυξιακό μίγμα και να ενισχύσουν την ποιότητα ζωής.
Συνολικά, οι ρεαλιστικές προοπτικές για τη Δυτική Μακεδονία βρίσκονται σε ένα πολυκεντρικό και διαφοροποιημένο μοντέλο ανάπτυξης, όπου η ενέργεια, η βιομηχανία, ο αγροδιατροφικός τομέας και η γνώση λειτουργούν συμπληρωματικά. Το ζητούμενο δεν είναι η γρήγορη αντικατάσταση του παρελθόντος, αλλά η σταδιακή οικοδόμηση μιας ανθεκτικής και κοινωνικά δίκαιης οικονομίας, με σαφή τοπικό αποτύπωμα.

Ο ρόλος του Πανεπιστημίου στη Δίκαιη Μετάβαση
Πώς μπορεί το Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας να λειτουργήσει ως σημείο σύνδεσης ανάμεσα στην έρευνα, την τοπική κοινωνία και τη λήψη αποφάσεων;
Το Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας μπορεί να λειτουργήσει ως ουσιαστικό σημείο σύνδεσης ανάμεσα στην έρευνα, την τοπική κοινωνία και τη λήψη αποφάσεων, ακριβώς επειδή συνδυάζει τρία κρίσιμα χαρακτηριστικά: επιστημονική εγκυρότητα, θεσμική ανεξαρτησία και χωρική εγγύτητα στη διαδικασία της μετάβασης.
Καταρχάς, το Πανεπιστήμιο έχει τη δυνατότητα να μετατρέπει την ακαδημαϊκή έρευνα σε χρήσιμη και εφαρμόσιμη γνώση για τους φορείς χάραξης πολιτικής. Μέσα από αναλύσεις δεδομένων, αξιολόγηση επιπτώσεων και ανάπτυξη δεικτών, μπορεί να υποστηρίξει τη λήψη αποφάσεων με τεκμηριωμένο τρόπο, περιορίζοντας τον κίνδυνο αποσπασματικών ή πολιτικά ευκαιριακών επιλογών. Σε αυτό το πλαίσιο, η έρευνα δεν λειτουργεί αποκομμένα, αλλά εντάσσεται σε έναν κύκλο συνεχούς ανατροφοδότησης με την πράξη.
Παράλληλα, το Πανεπιστήμιο μπορεί να λειτουργήσει ως ασφαλής χώρος διαλόγου. Η Δίκαιη Μετάβαση συνοδεύεται από αντικρουόμενα συμφέροντα, ανησυχίες και προσδοκίες. Ένα δημόσιο ακαδημαϊκό ίδρυμα μπορεί να φιλοξενήσει δομημένες διαδικασίες συμμετοχής (εργαστήρια, ανοιχτές συζητήσεις, ζωντανά εργαστήρια – living labs) όπου η τοπική κοινωνία, οι εργαζόμενοι και οι θεσμοί μπορούν να συνδιαμορφώσουν λύσεις με βάση δεδομένα και όχι μόνο εντυπώσεις.
Ιδιαίτερα σημαντικός είναι και ο ρόλος του Πανεπιστημίου ως ενδιάμεσου μηχανισμού μεταξύ τοπικού και υπερτοπικού επιπέδου. Μέσα από τη συμμετοχή του σε ευρωπαϊκά δίκτυα και θεσμικά όργανα, μεταφέρει έγκαιρα στη Δυτική Μακεδονία τις ευρωπαϊκές εξελίξεις και, ταυτόχρονα, διοχετεύει προς τα έξω τις τοπικές εμπειρίες και ανάγκες. Έτσι, η περιοχή δεν παραμένει απλός αποδέκτης πολιτικών, αλλά γίνεται ενεργός συνομιλητής στον ευρωπαϊκό διάλογο για τη μετάβαση.
Τέλος, το Πανεπιστήμιο μπορεί να ενισχύσει τη θεσμική μνήμη και συνέχεια της μετάβασης. Σε ένα περιβάλλον όπου οι πολιτικές και οι διοικήσεις αλλάζουν, η ύπαρξη ενός σταθερού επιστημονικού πυλώνα διασφαλίζει ότι η γνώση, τα δεδομένα και τα διδάγματα δεν χάνονται, αλλά αξιοποιούνται διαχρονικά. Με αυτόν τον τρόπο, το Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας δεν λειτουργεί απλώς ως παρατηρητής, αλλά ως ενεργός διαμεσολαβητής γνώσης, κοινωνίας και πολιτικής, συμβάλλοντας σε μια Δίκαιη Μετάβαση με βάθος, συνέχεια και κοινωνική νομιμοποίηση.

Σε ποιους τομείς θεωρείτε ότι η συμβολή του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας είναι πιο κρίσιμη για τη Δίκαιη Μετάβαση;
Η συμβολή του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας στη Δίκαιη Μετάβαση είναι κρίσιμη σε ορισμένους κομβικούς τομείς, όπου η επιστημονική γνώση, η θεσμική συνέχεια και η τοπική κατανόηση δεν μπορούν να υποκατασταθούν ούτε από την αγορά ούτε από τη διοίκηση.
Πρώτος και πιο καθοριστικός τομέας είναι η τεκμηρίωση και αξιολόγηση των πολιτικών της μετάβασης. Το Πανεπιστήμιο μπορεί να παρακολουθεί συστηματικά τις κοινωνικές, οικονομικές και χωρικές επιπτώσεις των παρεμβάσεων, να αναδεικνύει αστοχίες και να προτείνει διορθωτικές κινήσεις. Χωρίς έναν τέτοιο μηχανισμό γνώσης, η Δίκαιη Μετάβαση κινδυνεύει να περιοριστεί σε μια λογική απορρόφησης πόρων, χωρίς ουσιαστικό κοινωνικό αποτύπωμα.
Δεύτερος κρίσιμος τομέας είναι η ανάπτυξη δεξιοτήτων και ανθρώπινου κεφαλαίου. Το Πανεπιστήμιο δεν καλείται απλώς να εκπαιδεύσει νέους αποφοίτους, αλλά να λειτουργήσει ως διαρκής φορέας επανακατάρτισης, αναβάθμισης δεξιοτήτων και δια βίου μάθησης, προσαρμοσμένης στις ανάγκες της μετάβασης. Αυτό αφορά τόσο τεχνικές δεξιότητες όσο και οριζόντιες ικανότητες που ενισχύουν την απασχολησιμότητα και την προσαρμοστικότητα των εργαζομένων.
Τρίτος τομέας είναι η υποστήριξη του στρατηγικού σχεδιασμού και της διακυβέρνησης. Η μετάβαση απαιτεί συντονισμό μεταξύ διαφορετικών πολιτικών, επιπέδων διοίκησης και τοπικών φορέων. Το Πανεπιστήμιο μπορεί να συμβάλει με εργαλεία ανάλυσης, σενάρια ανάπτυξης και μεθοδολογίες συμμετοχικού σχεδιασμού, ενισχύοντας τη συνοχή και τη μακροπρόθεσμη κατεύθυνση των παρεμβάσεων.
Ιδιαίτερα σημαντικός είναι επίσης ο ρόλος του Πανεπιστημίου ως κόμβου διασύνδεσης με την ευρωπαϊκή εμπειρία. Μέσα από τη συμμετοχή σε ευρωπαϊκά δίκτυα και θεσμούς, μεταφέρει στη Δυτική Μακεδονία γνώση αιχμής, αλλά και αναδεικνύει την περιοχή ως ενεργό πεδίο πολιτικής και έρευνας σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Αυτό ενισχύει τη θεσμική θέση της περιοχής και τη δυνατότητά της να επηρεάζει – και όχι απλώς να υιοθετεί – πολιτικές.
Τέλος, η συμβολή του Πανεπιστημίου είναι κρίσιμη στη διατήρηση της κοινωνικής συνοχής και της θεσμικής εμπιστοσύνης. Σε περιόδους βαθιάς αλλαγής, ένας δημόσιος ακαδημαϊκός θεσμός μπορεί να λειτουργήσει ως σταθερός, αξιόπιστος συνομιλητής, που ενισχύει τον διάλογο, αποφορτίζει εντάσεις και συμβάλλει στη διαμόρφωση μιας κοινής αφήγησης για το μέλλον της περιοχής.
Συνολικά, η σημασία του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας δεν έγκειται σε έναν μεμονωμένο ρόλο, αλλά στη δυνατότητά του να λειτουργεί ως θεσμικός πυλώνας γνώσης, συνέχειας και κοινωνικής νομιμοποίησης της Δίκαιης Μετάβασης. Αυτό είναι και το σημείο στο οποίο η συμβολή του καθίσταται πραγματικά αναντικατάστατη.
TOGETHER X THE GREEN TANK









